Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the legal interest in the appeal was extinguished by the final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a private legal entity against a first-instance judgment. The appellant argued for a specific legal outcome, but the court found the appeal inadmissible because the legal interest in the appeal had been extinguished by the final judgment of the lower court. Consequently, the appellant was ordered to pay the legal costs of the appeal and the second instance proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 100 of the Code of Civil Procedure; Art. 101 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the legal interest in the appeal is extinguished by the final judgment of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1734 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1734/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α.Λ. του Ν., 2) Α.Σ. του Γ., 3) Α.Κ. του Χ., 4) Α.Δ. του Ν., 5) Α.Ο. του Δ., 6) Α. Ε. του Τ., 7) Α. Α. του Δ., 8) Α.Α. του Π., 9) Β. Γ. του Β., 10) Β. Α. του Φ., 11) Β.Π. του Κ., 12) Β.Β. του Ο., 13) Β. Φ. του Σ., 14) Β.Α. του Κ., 15) Β.Σ. του Χ., 16) Β.Σ. του Χ., 17) Β.Ε. του Ν., 18) Γ. Α. του Α., 19) Γ.-Τ.Β. του Ν., 20) Γ. Γ. του Ι., 21) Γ.Ε. του Κ., 22) Γ.Κ. του Ι., 23) Γ.Κ.
Γ., 24) Γ.Κ. του Χ., 25) Γ.Χ. του Ν., 26) Γ.Χ. του Δ., 27) Γ.Β. του Ά., 28) Γ.Λ. του Ι., 29) Γ.Φ. του Γ., 30) Γ.Α. του Π., 31) Γ.Χ. του Ν., 32) Δ.Ι. του Ν., 33) Δ.Χ. του Γ., 34) Δ.Ε. του Η., 35) Δ.Π. του Χ., 36) Έ.Κ. του Σ., 37) Ε.Α. του Ι., 38) Ζ.Σ. του Δ., 39) Ζ.Μ. του Δ., 40) Ζ.Α. του Δ., 41) Ζ. Π. του Χ., 42) Κ. Φ. του Γ., 43) Κ. Α. του Χ., 44) Κ.Θ. του Χ., 45) Κ. Α. του Π., 46) Κ.Α. του Σ., 47) Κ. Χ. του Θ., 48)Κ.Γ.
του Ι., 49) Κ.Ε. του Κ., 50) Κ.Φ. του Γ., 51) Κ.Γ. του Π., 52) Κ.Γ. του Α., 53) Κ. Α. του Κ., 54) Κ.Σ. του Γ., 55) Κ.Θ. του Β., 56) Κ. Π. του Κ., 57) Κ.Φ. του Χ., 58) Κ.Β. του Κ., 50) Κ.Γ. του Κ., 60) Κ.Σ. του Β., 61) Κ.Χ. του Κ., 62) Κ.Ν. του Β., 63) Κ.Δ. του Α., 64) Λ. Σ. του Δ., 65) Λ. Χ. του Ε., 66) Λ. Δ. του Σ., 67) Λ. Ν. του Η., 68) Λ. Α. του Ν., 69) Λ.Α. του Ι., 70) Μ.Γ. του Β., 71) Μ.Ε. του Β., 72) Μ.Π.
του Π., 73) Μ.Α. του Ν., 74) Μ.Μ. του Ε., 75) Μ. Η. του Χ., 76) Μ. Β. του Μ.Ι., 77) Μ. Ε. του Γ., 78) Μ. Γ. του Δ., 79) Μ. Κ. του Ε., 80) Μ. Χ. του Γ., 81) Μ. Ε. του Χ., 82) Μ. Δ. του Χ., 83) Μ. Ι. του Δ., 84) Μ.Δ. του Γ., 85) Μ.Ε. του Π., 86) Μ.Ν. του Ε.- Θ., 87) Μ.Σ. του Χ., 88) Μ.Ε. του Σ., 89) Μ.Α. του Ν., 90) Μ. Π. του Ν., 91) Μ. Β. του Ε., 92) Μ. Ν. του Α., 93) Μ. Β. του Δ., 94) Μ. Χ. του Δ., 95) Μ. Γ.
του Μ., 96) Ν. Ν. του Δ., 97) Ν. Μ. του Ι., 98) Ν. Μ. του Φ., 99) Ν. Ν. του Δ., 100) Ν. Α. του Λ., 101) Ν. Δ. του Μ., 102) Ν. Σ. του Β., 103) Π. Β. του Ε., 104) Π. Β. του Ν., 105) Π. Κ. του Μ., 106) Π.Κ. του Ν., 107) Π.Χ. του Α., 108) Π.Ι. του Κ., 109) Π. Α. του Α., 110) Π.Σ. του Ι., 111) Π. Θ. του Ι., 112) Π. Π. του Ι., 113) Π.Ε. του Α., 114) Π. Κ. του Ι., 115) Π. Χ. του Δ., 116) Π. Φ. του Σ., 117) Π. Α. του Κ., 118) Π.Β.
του Ι., 119) Ρ. Π. του Α., 120) Ρ. Ν. του Ν., 121) Σ. Κ. του Α., 122) Σ. Θ. του Β., 123) Σ. Κ. του Γ., 124) Σ. Θ. του Χ.,125) Σ. Ι. του Θ., 126) Σ. Σ. του Θ., 127) Σ. Σ. ( Μ.), 128) Σ. Α. του Α., 129) Σ. Σ. του Γ., 130) Σ. Θ. του Σ., 131) Σ. Ε. του Γ., 132) Σ. Φ. του Π., 133) Σ. Κ. του Σ., 134) Σ. Γ. του Λ., 135) Σ. Α. του Α., 136) Σ. Ν. του Σ., 137) Τ. Δ. του Χ., 138) Τ. Γ. του Φ., 139) Τ.Χ. του Κ., 140) Τ. Χ. του Π., 141) Τ.
Α. του Α., 142) Τ. Κ. του Χ., 143) Τ. Γ. του Ι., 144) Τ.Δ. του Ι., 145) Τ. Θ. του Χ., 146) Τ. Ν. του Δ., 147) Τ. Ε. του Ν., 148) Τ. Κ. του Β., 149) Τ. Σ. του Α., 150) Φ. Ι. του Π., 151) Φ.Δ. του Α., 152) Φ. Ε. του Θ., 153) Χ.Γ. του Β., 154) Χ. Θ. του Γ., 155) Χ. Α. του Ν., 156) Χ. Χ. του Μ., κατοίκων απάντων ..... εκ των οποίων οι με α/α 3ος, 7ος, 16ος, 29η, 30η, 35ος, 36ος, 37ος, 41ος, 52ος, 53ος, 67ος, 73η, 85ος, 90ος, 98η, 103η, 104η, 108ος, 114ος, 144ος, 148ος, 151ος και 154ος δεν παραστάθηκαν.
Όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Παπακωνσταντίνου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "....." (Δ.Ε.Υ.Α.Ι.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα ..... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Άννας Ρογκότη, Δήμητρας Τσίπη και Ανδρέα Ματθαίου, ο οποίος ανακάλεσε την δια δηλώσεως παράστασή του και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 537/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 93/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Αν, δε, ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης έχει λάβει χώρα εγκύρως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/1917 (ΦΕΚ Α' 201/22.12,2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ.3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με το οποίο ορίστηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι, για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 307/2023, 536/2020, 334/2017).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 307/2023, 526/2016). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ. β' ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 307/2023,1036/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 307/2023, 234/2017). Στην προκείμενη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 93/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..... έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, Αποστόλου Παπακωνσταντίνου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 2589Γ'/28.2.2022 έκθεση επίδοσης που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια της περιφέρειας του Εφετείου .....
Μ.Β.Κ.., και την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) με την επωνυμία "....." για τη δικάσιμο της 4.10.2022. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21.11.2023, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης, δηλαδή για τις 17.9.2024.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την εν λόγω ορισθείσα δικάσιμο (17.9.2024), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, οι 3ος, 7ος, 16ος, 29η, 30η, 35ος, 36ος, 37ος, 41ος 52ος, 53ος, 67ος, 73η, 85ος, 90ος, 98η, 103η, 104η, 108ος 114ος 144ος 148ος, 151ος και 154ος των αναιρεσειόντων, δηλαδή, αντίστοιχα, οι Α.Κ. του Χ. (3), Α.Α.
του Δ. (7), Β.Σ. του Χ. (16), Γ. Φ. του Γ. (29), Γ. Α. του Π. (30), Δ. Π. του Χ. (35), Έ. Κ. του Σ. (36), Ε. Ά. του Ι. (37ος), Ζ. Π. του Χ. (41), Κ. Γ. του Α. (52), Κ. Α. του Κ. (53), Λ. Ν. του Η. (67), Μ. Α. του Ν. (73η), Μ. Ε. του Π. (85), Μ. Π. του Ν. (90), Ν. Μ. του Φ. (98), Π. Β. του Ε. (103η), Π. Β. του Ν. (104), Π. Ι. του Κ. (108), Π. Κ. του Ι. (114), Τ. Δ. του Ι. (144), Τ. Κ. του Β. (148ος), Φ. Δ. του Α. (151) και Χ.
Θ. του Γ. (154ος), δεν εμφανίστηκαν ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπηθέντες από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο, Απόστολο Παπακωνσταντίνου, δικηγόρο Αθηνών. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο ως άνω δικηγόρος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την πιο πάνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους απολειπόμενους πιο πάνω αναιρεσείοντες, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης των εν λόγω διαδίκων προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων του από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης.
Ούτε, επίσης, προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ. ή των ομοδίκων τους (παρισταμένων αναιρεσειόντων) κλήτευση των ως άνω αναιρεσειόντων, προκειμένου οι τελευταίοι να παραστούν κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι ως άνω απολειπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ούτε κλητεύθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς, ενώ για τους παριστάμενους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
II. Με την υπό κρίση από 29.9.2021 και αριθ. καταθ. 40/30.9.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 93/30.6.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..... που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "….” (Δ.Ε.Υ.Α.Ι.)", εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 537/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή των εναγόντων και ήδη προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων [καθώς και εκείνων ως προς τους οποίους, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και ακόμη πέντε (5) φυσικών προσώπων - μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου .... στις 30.9.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 30.6.2021.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (αρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 - 2, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
III. Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει οτι: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες [καθώς και εκείνοι ως προς τους οποίους, κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση και ακόμη πέντε (5) φυσικά πρόσωπα - μη διάδικοι] με την από 14.2.2014 (με αριθ. καταθ. 191/19.2.2014) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
απευθυνόμενη κατά του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "….” (Δ.Ε.Υ.Α.Ι.), ήδη αναιρεσιβλήτου, εξέθεσαν ότι είναι τακτικοί υπάλληλοι του εναγομένου ν.π.ι.δ. Ότι μέχρι τη θέση σε ισχύ των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011, οι αποδοχές τους ρυθμίζονταν από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου, σε συνδυασμό με τις επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις που υπογράφονταν ανάμεσα στην οικεία πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωσή τους και το εναγόμενο.
Ότι κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3833/2010 οι αποδοχές τους υπέστησαν περικοπές της τάξης του 7%, ακολούθως δυνάμει του Ν. 3845/2010 πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω περικοπές της τάξης του 3% καθώς και περικοπές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας, ενώ, τέλος, με τον Ν. 4024/2011 συντελέστηκε περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις.
Ότι, ήδη, από 1.1.2013 και εφεξής το εναγόμενο ν.π.ι.δ., κατ' εφαρμογή των διατάξεων της υποπαρ. Γ1 της παρ. Γ του άρθρου 1 του ν. 4093/2012, περί υπαγωγής εργαζομένων στο ενιαίο μισθολόγιο, τους καταβάλλει ακόμη πιο δραστικά χαμηλές αποδοχές, ενδεικτικά δε παραθέτουν, ως προς καθέναν από τους 1ο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα και 161η ενάγουσα και ήδη 156η αναιρεσείουσα Α.Λ.
και Χ.Χ., αντίστοιχα, τις αποδοχές τους (μισθό) όπως ήταν διαμορφωμένες διαδοχικό έως τις 31.10.2011 (έναρξη της ισχύος του ν. 4024/2011) και εν συνεχεία διαμορφώθηκαν έως τον Δεκέμβριο του έτους 2012 (μετά τις περικοπές που έγιναν από 1.11.2011 δυνάμει του ν. 4024/2011) και από 1.1.2013 και μετά, κατ' εφαρμογή του ν. 4093/2012, με αποτέλεσμα, για έκαστο των συγκεκριμένων εναγόντων, η αρχική μηνιαία περικοπή (Ν. 4024/2011) και η συνολική μηνιαία περικοπή (νόμοι 4024/2011 και 4093/2012) να ανέρχονται στα αναφερόμενα κατά περίπτωση ποσά.
Ότι, ωστόσο, η μείωση αυτή των αποδοχών τους, κατ' εφαρμογή του ενιαίου μισθολογίου, δεν είναι σύννομη, καθόσον, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτουν στο αγωγικό δικόγραφο, η εναγομένη δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 4093/2012, καθώς, μεταξύ των άλλων, αποτελεί ν.π.ι.δ., που διέπεται από το καθεστώς της ιδιωτικής οικονομίας, και δεν επιχορηγείται τουλάχιστον κατά 50% από τον ετήσιο προϋπολογισμό, έχοντας απόλυτη δημοσιονομική αυτοτέλεια έναντι του Δημοσίου και των οικείων Ο.Τ.Α., και δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του ν. 3429/2005, ήτοι δεν πληροί τις προϋποθέσεις οιουδήποτε από τα κριτήρια που προβλέπει σχετικώς η διάταξη του αριθ. 12 της άνω υποπαρ.
ΓΙ της παρ. Γ του άρθρου 1 του ν. 4093/2012. Ότι επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι αποδοχές τους υπάγονται στις ανωτέρω διατάξεις, οι μειώσεις αυτές, για τους λόγους που επίσης ειδικότερα εκτίθενται στην αγωγή, έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 1° του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς το Κράτος, και συνεπώς δεν πρέπει να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις αυτές, αφού αντίκεινται σε θεμελιώδεις συνταγματικές διατάξεις.
Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν: α)Να υποχρεωθεί το εναγόμενο ν.π.ι.δ. να αποδέχεται προσηκόντως τις παρεχόμενες από αυτούς υπηρεσίες, καταβάλλοντος σε έκαστο εξ αυτών τις αποδοχές του, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί πριν από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ των ως άνω διατάξεων του ν. 4093/2012, ήτοι όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί και καταβάλλονταν έως και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012.
β)Να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει τις διαφορές μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών που καταβάλλονταν σε έκαστο εξ αυτών τον Δεκέμβριο του έτους 2012 και των μειωμένων που καταβλήθηκαν από 1.1.2013 και εντεύθεν. ν)Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον 1° και στην 161η από αυτούς (ήδη 1° και 156η των αναιρεσειόντων) το ποσό των 4.324,26 ευρώ και 5.010,46 ευρώ, αντίστοιχα, τα οποία αντιστοιχούν στις ως άνω διαφορές, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 537/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... με την οποία τα υπ' στοιχ. α' και β' αιτήματα απορρίφθηκαν, και δη το πρώτο (υπό στοιχ. α) ως μη νόμιμο και το δεύτερο (υπό στοιχ. β') ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, ενώ έγινε δεκτή η αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στους 1η και 161η των εναγόντων τα ποσά των 4.342,26 ευρώ και 5.010,46 ευρώ αντίστοιχα, νομιμοτόκως.
Κατά της απόφασης αυτή το εναγόμενο ν.π.ι.δ. άσκησε την από 27.9.2018 (με αριθ. εκθ. καταθ. 178/28.9.2018), απευθυνόμενη εναντίον όλων των εναγόντων (ήτοι και των 161) έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου .... το οποίο, με την εκδοθείσα επί της έφεσης αυτής, κατά την ίδια πιο πάνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 93/30.6.2021 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 537/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
κράτησε και δίκασε την από αγωγή, την οποία και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, του οποίου πρέπει να γίνεται επίκληση στο δικόγραφο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου και υπάρχει όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη.
Η έλλειψη δε του εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρ. 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου (ΑΠ 429/2018, ΑΠ 471/2016, 1947/2009). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαίωματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (Ολ.ΑΠ 1/2019, 2/2001, ΑΠ 281/2023, 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 281/2023, ΑΠ 518/2008, ΑΠ 558/2008), Με τον παραπάνω, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 666/2022, ΑΠ 933/2014, ΑΠ 371/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση οι 2ος, 4ος, 5η, 6η, 8ος 9ος, 10η, 11ος, 12ος, 13η, 14ος, 15ος, 17ος, 18η, 19°, 20ος, 21η, 22ος, 23η, 24ος, 25ος, 26ος, 27ος, 28η, 31ος, 32ος, 33ος, 34η, 38ος, 39η, 40η, 42°, 43ος, 44ος, 45ος, 46ος, 47ος, 48ος, 49η, 50ος, 51ος, 54ος, 55ος, 56η, 57η, 58η, 59ος, 60ος, 61ος, 62ος, 63η, 64ος, 65ος, 66ος, 68ος, 69ος, 70ος, 71ος, 72ος, 74η, 75η, 76ος, 77η, 78η, 79η, 80ος, 81η, 82ος, 83ος, 84ος, 86ος, 87ος, 88η, 89η, 91ος, 92ος, 93η, 94ος, 95ος, 96ος, 97ος, 99ος, 100η, 101ος, 102η, 105η, 106ος, 107η, 109η, 110ος, 111ος, 112η, 113ο, 115η, 116η, 117η, 118ος, 119η, 120ος, 121ος, 122ος, 123η, 124ος, 125ος, 126η, 127η, 128ος, 129ος, 130ος, 131η, 132η, 133ος, 134ος, 135ος, 136ος, 137η, 138ος, 139η, 140ος, 141η, 142ος, 143η, 145ος, 146ος, 147η, 149ος, 150ος, 152η, 153ος και 155η των αναιρεσειόντων προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση, από τον αριθ. 14 μόνο και όχι από τους αριθ. 8, 9 και 19 ΚΠολΔ, ότι, ενώ η άνω έφεση του νυν αναιρεσιβλήτου θα έπρεπε, ειδικώς ως προς τους ίδιους, ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού με την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε η αγωγή τους ως προς το σύνολο των αιτημάτων τους, και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή μόνον για τους νυν 1° και 156η των αναιρεσειόντων ομοδίκους τους, παρά ταύτα το Εφετείο, ενώπιον του οποίου πρόβαλαν τον ισχυρισμό τους αυτό, με την αναιρεσιβαλλομενη απόφασή του έκαμε τυπικά δεκτή την έφεση και, περαιτέρω, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, δηλαδή δεν κήρυξε, ως όφειλε, το απαράδεκτο της έφεσης ως προς αυτούς (πλην του 1ου και της 156ης).
Ο λόγος αυτός προβάλλεται ορισμένα και, περαιτέρω, είναι βάσιμος καθώς, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ως προς τους πιο πάνω εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες η έφεση έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. Και τούτο, διότι το τότε εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. έστρεψε και κατ' αυτών την έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης, μολονότι η αγωγή των τελευταίων απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, κατά την ανωτέρω διάκριση, αφενός ως μη νόμιμη και αφετέρου ως αόριστη και, συνακόλουθα, έναντι αυτών το πρώτο ήταν νικήσας διάδικος.
Επιπροσθέτως, το τότε εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. ούτε είχε ούτε όμως και επικαλέστηκε με το δικόγραφο της έφεσής του έννομο συμφέρον νια την άσκηση του εν λόγω ενδίκου μέσου και κατ' αυτών, κατά την έννοια που παραπάνω αναφέρεται. Παρά ταύτα, ήτοι μολονότι η έφεση έπρεπε ν' απορριφθεί ως προς τους συγκεκριμένους εφεσιβλήτους ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που όφειλε να ερευνήσει την έλλειψη αυτή και αυτεπαγγέλτως, με την αναιρεσιβαλλομενη απόφασή του, όπως και πιο πάνω εκτίθεται, έκαμε την έφεση δεκτή τυπικά και ουσιαστικά και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ως προς αυτούς, και, κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, κατά παραδοχή αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 93/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου …. καθ' ο μέρος αφορά στους ως άνω αναιρεσείοντες, δηλαδή ως προς τους Α.
Σ. του Γ. (2), Α. Δ. του Ν. (4), Α. Ο. του Δ. (5), Α. Ε. του Τ. (6), Α. Α. του Π. (8), Β. Γ. του Β. (9), Β. Α. του Φ. (10), Β. Π. του Κ. (11), Β. Β. του Ο. (12), Β. Φ. του Σ. (13), Β. Α. του Κ. (14), Β. Σ. του Χ. (15), Β. Ε. του Ν. (17), Γ. Α. του Α. (18), Γ. - Τ. Β. του Ν. (19), Γ. Γ. του Ι. (20), Γ. Ε. του Κ. (21), Γ. Κ. του Ι. (22), Γ. Κ. του Γ. (23), Γ. Κ. του Χ. (24), Γ. Χ. του Ν. (25), Γ. Χ. του Δ. (26), Γ. Β.
του Ά. (27), Γ. Λ. του Ι. (28), Γ. Χ. του Ν. (31), Δ. Ι. του Ν. (32), Δ. Χ. του Γ. (33), Δ. Ε. του Η. (34), Ζ. Σ. του Δ. (38), Ζ. Μ. του Δ. (39), Ζ. Α. του Δ. (40), Κ. Φ. του Γ. 42), Κ. Α. του Χ. (43), Κ. Θ. του Χ. (44), Κ. Α. του Π. (45°), Κ. Α. του Σ. (46), Κ. Χ. του Θ. (47), Κ. Γ. του Ι. (48), Κ. Ε. του Κ. (49), Κ. Φ. του Γ. (50°), Κ. Γ. του Π. (51), Κ. Σ. του Γ. (54), Κ. Θ. του Β. (55), Κ. Π. του Κ. (56), Κ. Φ.
του Χ. (57), Κ. Β. του Κ. (58), Κ. Γ. του Κ. (59°), Κ. Σ. του Β. (60), Κ. Χ. του Κ. (61), Κ. Ν. του Β. (62), Κ. Δ. του Α. (63), Λ. Σ. του Δ. (64), Λ. Χ. του Ε. (65), Λ. Δ. του Σ. (66), Λ. Α. του Ν. (68), Λ. Α. του Ι. (69), Μ. Γ. του Β. (70), Μ. Ε. του Β. (71), Μ. Π. του Π. (72), Μ. Μ. του Ε. (74), Μ. Η. του Χ. (75), Μ. Β. του Μ. (76), Μ. Ε. του Γ. (77η), Μ. Γ. του Δ. (78), Μ. Κ. του Ε. (79), Μ. Χ. του Γ. (80), Μ. Ε.
του Χ. (81), Μ. Δ. του Χ. (82), Μ. Ι. του Δ. (83°), Μ. Δ. του Γ. (84), Μ. Ν. του Ε. Θ. (86), Μ. Σ. του Χ. (87), Μ. Ε. του Σ. (88), Μ. Α. του Ν. (89η), Μ. Β. του Ε. (91), Μ. Ν. του Α. (92), Μ. Β. του Δ. (93), Μ. Χ. του Δ. (94), Μ. Γ. του Μ. (95), Ν. Ν. του Δ. (96), Ν. Μ. του Ι. (97), Ν. Ν. του Δ. (99), Ν. Α. του Λ. (100), Ν. Δ. του Μ. (101), Ν. Σ. του Β. (102), Π. Κ. του Μ. (105), Π. Κ. του Ν. (106), Π. Χ. του Α. (107), Π.
Α. του Α. (109η), Π. Σ. του Ι. (110), Π. Θ. του Ι. (111), Π. Π. του Ι. (112), Π. Ε. του Α. (113), Π. Χ. του Δ. (115η), Π. Φ. του Σ. (116), Π. Α. του Κ. (117), Π. Β. του Ι. (118), Ρ. Π. του Α. (119), Ρ. Ν. του Ν. (120°), Σ. Κ. του Α. (121), Σ. Θ. του Β. (122), Σ. Κ. του Γ. (123η), Σ. Θ. του Χ. (124), Σ. Ι. του Θ. (125), Σ. Σ. του Θ. (126), Σ. Σ. του Μ. (127η), Σ. Α. του Α. (128), Σ. Σ. του Γ. (129), Σ. Θ. του Σ. (130), Σ.
Ε. του Γ. του (131), Σ. Φ. του Π. (132), Σ. Κ. του Σ. (133), Σ. Γ. του Λ. (134), Σ. Α. του Α. (135), Σ. Ν. του Σ. (136°), Τ. Δ. του Χ. (137), Τ. Γ. του Φ. (138), Τ. Χ. του Κ. (139), Τ. Χ. του Π. (140), Τ. Α. του Α. (141), Τ. Κ. του Χ. (142), Τ. Γ. του Ι. (143), Τ. Θ. του Χ. (145), Τ. Ν. του Δ. (146°), Τ. Ε. του Ν. (147), Τ. Σ. του Α. (149), Φ. Ι. του Π. (150), Φ. Ε. του Θ. (152), Χ. Γ. του Β. (153°) και Χήρα Α. του Ν. (155η).
Περαιτέρω, λεκτέα τα εξής: Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές...".
Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναίρεσης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση (ΑΠ 1867/2023, ΑΠ 1842/2022, ΑΠ 700/2019, ΑΠ 790/2019).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τα προαναφερόμενα, η από 27.9.2018 (με αριθ. εκθ. καταθ. 178/28.9.2018) έφεση του εναγομένου ν.π.ι.δ. κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθ' ο μέρος απευθύνεται και κατά των ως άνω εφεσίβλητων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του, κατ' άρθρο 516 ΚΠολΔ, για την άσκησή της εναντίον τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες, καθώς αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω δευτέρου λόγου, που γίνεται δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3 3/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....
ως προς τους πιο πάνω αναιρεσείοντες, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση καθ' ο μέρος αφορά αυτούς, ως εφεσιβλήτους, και ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, για τον ανωτέρω λόγο, η από 27,9.2018 (με αριθ. εκθ. καταθ. 178/28.9.2018), έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) κατά της υπ' αριθ. 537/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….
καθ' ο μέρος (η έφεση αυτή) στρέφεται κατά των αμέσως πιο πάνω εφεσιβλήτων. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις και υπέβαλαν σχετικό αίτημα, για την αναιρετική αυτή δίκη και τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου - εκκαλούντος λόγω της ήττας του, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
V. Ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α1 226/27-10-2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:
Στο άρθρο 4, ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α)του Δημοσίου, β)των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ)των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.
Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17", στο άρθρο 6 παρ.1, ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]", στο άρθρο 12 το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του όρθρου 4 με την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) ανάλογα του χρόνου υπηρεσίας τους, στο άρθρο 14 τις μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου, στο άρθρο 29 παρ. 2, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ.3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 Α' 262/16- 12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (Α 31/23.2.2012) ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...
β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:
α)25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β)η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου", στο άρθρο 31 και υπό τον τίτλο άρθρου "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", στην παρ. 1 ότι: "α)Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]".
στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παρ. 3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31- 12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 268/31-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α' 31) ότι: "3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο. [...].
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ' ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου Ια από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4.
Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%", στην παρ.7 του ιδίου άρθρου (31) ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29" και τέλος στο άρθρο 32 παρ. 4 ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011".
Με το νόμο αυτό επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας (ΟλΑΠ 1/2021).
Περαιτέρω, ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 1.2, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "2.
Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΙΜΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212). [...].
Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν. 4024/2011.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου. ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013- 2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ' αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ. 12 της παραγράφου Γ' υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).
Εξάλλου, με το ν. 4354/2015, με τον οποίο επαναρρυθμίσθηκαν οι διατάξεις περί μισθολογίου του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, και ειδικότερα με το άρθρο 34, από την έναρξη ισχύος αυτού (1.1.2016) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011, η περ.12 της υποπαραγράφου ΓΙ της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, ενώ στο άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α" 176/16-12-2015), ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.
Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α 222.), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (Α' 191), όπως ίσχυε πριν από την αντικατόστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (Α' 107), προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα, κατόπιν απόφασης του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους, καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά, των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 7 παρ.1 και 2, 8 παρ. 1-3, 10 παρ. 1 και 2, 13 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20, 24, 25 παρ. 1 του ν. 1069/1980 και 252 παρ. 1 παρ. 5, 255 παρ. 1 έως 4, 257 παρ. 1, 259 παρ.1 και 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006, συνάγεται ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν, ωστόσο, αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στους οποίους ανήκουν και υπάγονται, καθώς:
α)η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β)το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ)ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ)ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε)ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές, που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους, στ)ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ)ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η)οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ)οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών, πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.
Συνακόλουθα, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α) ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης. Ως εκ τούτου, οι Δ.Ε.Υ.Α. υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων του άρθρου 31 παρ. 1α, 3 και 4 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπαρ.
ΓΙ της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους ως άνω μνημονιακούς νόμους, ήτοι ανήκουν σε συγκεκριμένο Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησης τους και, ως εκ τούτου, η γενομένη κατ' εφαρμογή τους περαιτέρω μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 729/2023, 2884/2022).
Ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι αρχικά, με το ν. 4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο νια τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, όμως με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών προσωπικού με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ και με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μηνιαίων τακτικών αποδοχών κάθε εκπαιδευτικής κατηγορίας το αντίστοιχο ανώτατο μηνιαίο όριο της αντίστοιχης εκπαιδευτικής κατηγορίας υπαλλήλων του Δημοσίου, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η πέραν του 25% μείωση θα ήταν σταδιακή, εντός διαστήματος δύο ετών από την πάροδο ενός έτους από την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, ήτοι από 1.11.2012 έως 1.11.2014, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλογικώς κατά την παρ.7 του άρθρου 31 του ιδίου νόμου, του οποίου στη συνέχεια η εφαρμογή ανεστάλη αναδρομικά μέχρι 31.12.2016, κατ' εφαρμογή της περ. 2 της παρ.
Γ υποπαρ. Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι υπαγόμενοι στις διατάξεις εργαζόμενοι, με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1.11.2011 μειώσεις επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016.
Ακολούθως, με το ν. 4093/2012, το προσωπικό και των Δ.Ε.Υ.Α. υπήχθη από 1.1.2013 στο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο. Κατά την ένταξη του προσωπικού του αναιρεσείοντος, από 1.1.2013, στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 σύμφωνα με την περ. 12 υποπ. Γ1 παρ.
Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού της με βάση το ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 και από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών (1.1.2013) έπαυσε η ισχύς των διατάξεων "αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα" του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, ως χωρίς αντικείμενο πλέον, εκτός της παρ. 2 αυτού (που δεν αφορά την κρινόμενη περίπτωση).
Κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών, την 1.1.2013, με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, επήλθαν, επί το πλείστον, νέες μειώσεις επί των κατά την 31 Δεκεμβρίου 2012 προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μείωσης αποδοχών και κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι εργαζόμενοι στις Δ.Ε.Υ.Α. υπήχθησαν σε νέες μειώσεις μέχρι ποσοστού 25% με την ένταξή τους, ετεροχρονιζόμενες μετά την 31 Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά.
Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισης τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, συνάγεται ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια την 1.11.2011 επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον και μια την 1η Ιανουαρίου του 2013 κατά ποσοστό πάλι μέχρι 25% επί των προκυπτουσών την 31.12.2012 από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, κατά το τυχόν υπερβάλλον, μετά την 31.12.2016 (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).
Οι ρυθμίσεις αυτές εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, εν όψει του ότι, παρά τις αρχικές μειώσεις με βάση το άρθ. 31 του ν. 4024/2011, οι μέσες μηνιαίες αποδοχές των απασχολουμένων στις πιο πάνω δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρίες, εξακολουθούσαν να υπερτερούν των αντιστοίχων αποδοχών υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, στο μισθολόγιο του οποίου όμως εντάχθηκαν από 1.1.2013 και αυτοί, με το άρθρο πρώτο παρ.
Γ υποπαρ. Γ1 περ. 12 του ν. 4093/2012 (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021). Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις είναι συνταγματικά ανεκτές, διότι παρά τη διπλή μείωση των αποδοχών των αναιρεσίβλητων που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί, τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, περιλαμβανομένων και των ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη λειτουργία δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών που λειτουργούν χάριν του κοινωνικού συνόλου, όπως το αναιρεσείον, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής του, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Επομένως, το επίδικο μέτρο, που συνεπάγεται την περαιτέρω διπλή μείωση των αποδοχών του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών του Δημοσίου.
Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021, ΑΠ 476/2022, πρβλ. ΟλΣτΕ 3372, 3373/2015), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (Ολ ΑΠ 2/2023, 1/2021).
Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισης του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργηση τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021, ΟλΣτΕ 1310/2019 σκ.16.) Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, με την αμφισβητούμενη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων αναιρεσίβλητων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021, ΑΠ 2084/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 2/2023, 4/2021, 1/2021). Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι υπάλληλοι της εναγόμενης δημοτικής επιχείρησης του Δήμου …, με την επωνυμία "….” (ΔΕΥΑΙ), που εδρεύει στα ..., προσφέροντας μέχρι σήμερα υπηρεσίες εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Οι αποδοχές τους και οι συνθήκες της εργασίας τους ρυθμίζονταν μέχρι το έτος 2010 από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης, σε συνδυασμό με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις που υπογράφονταν ανάμεσα στο σωματείο των εργαζομένων τους και την εναγομένη. Δυνάμει της εφαρμογής του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, οι αποδοχές τους υπέστησαν περικοπές της τάξης του 7%, ακολούθως, δυνάμει της εφαρμογής του άρθρου 3 του Ν. 3845/2010, πραγματοποιήθηκαν περαιτέρω περικοπές της τάξης του 3% ως και περικοπές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας.
Στη συνέχεια, δυνάμει της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 31 του τελικού εδαφίου του άρθρου 29 του Ν. 4024/2011, πραγματοποιήθηκε περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις. Ήδη από 01-01-2013 και εφεξής, η εναγομένη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της περ. 12 της υποπαραγρ. II της παρ.
Γ του άρθρου 1 του Ν. 4093/2012 (περί υπαγωγής των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο), παρά την εναντίωση των εναγόντων προέβη σε περαιτέρω μείωση των αποδοχών τους, κατά τα οριζόμενα στον παραπάνω νόμο....οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης....συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 ν. 3833/2010, 3 παρ.
παρ. 4 και 6 ν. 3845/2010, 31 παρ. παρ. 1α, 3 & 4 ν. 4024/2011, καθώς και στην περίπτωση 12 της υποπαρ. ΓΙ της παρ. Γ του όρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται διαζευκτικά και από τους τέσσερις νόμους, ήτοι ανήκουν σε συγκεκριμένο ΟΤΑ, εν προκειμένω στο Δήμο ...), κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους και ως εκ τούτου η εναγομένη, κατ' εφαρμογή τους, μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη".
Περαιτέρω, κρίνοντας ότι οι ως άνω διατάξεις των ν. 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5, 5, 22, 25 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ούτε στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διέλαβε τα εξής: "...Η εκκαλουμένη απόφαση που δέχθηκε ότι οι τελευταίες ως άνω αναφερόμενες μισθολογικές περικοπές των εναγόντων είναι μη νόμιμες, αφού η εναγομένη δεν υπάγεται στο ρυθμιστικό πεδίο των νόμων 4024/2011 και 4093/2012, δεδομένου ότι αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και διέπεται από το καθεστώς της ιδιωτικής οικονομίας και στη συνέχεια επιδίκασε στον πρώτο και στην 161η ενάγουσα τις προκύπτουοσες υπέρ αυτών διαφορές, δηλαδή μεταξύ των καταβαλλόμενων σε καθέναν από αυτούς το Δεκέμβριου του έτους 2012 μηνιαίων αποδοχών και των μειωμένων καταβληθεισών από 1-1-2013 μέχρι 31-1-2014, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 και 29 του Κεφαλαίου Δεύτερου υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κρότους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' Βαθμού και άλλων φορέων του Δημόσιου Τομέα και συναφείς διατάξεις" και άρθρων 31 και 32 υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα" του Ν. 4024/2011 και του άρθρου 12 της παραγράφου Γ υποπαραγράφου Γ.Ι με τίτλο "Ρυθμίσεις Θεμάτων Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής", οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, καθόσον:
Α)Η εκκαλούσα Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης ... που αποτελεί ΝΠΙΔ, συγκαταλέγονταν στα ΝΠΙΔ της υποπαραγράφου 1α του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, αφού: ο) επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενο στην παροχή ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών, β)τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ...
και γ)τελεί υπό την εποπτεία του τελευταίου και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και ως εκ τούτου πρέπει να εξαφανιστεί. Οι εφεσίβλητοι με τις προτάσεις τους επικαλούνται ότι σε κάθε περίπτωση ισχύει η διάταξη της υποπαραγράφου ΓΙ παρ. 2 του ν. 4093/2012 σύμφωνα με την οποία "αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016 η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του Ν. 4024/2011", ισχυριζόμενοι πως η μείωση των αποδοχών τους βάσει του Ν. 4024/2011, δεν είναι δυνατόν να υπερβεί σε ποσοστό των 25% σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν κατά την 31- 10-2011.
Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 224 σε συνδυασμό με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, αφού αυτός δεν τέθηκε προς κρίση με την αγωγή (με την οποία επίμαχο κατέστη το ζήτημα της υπαγωγής ή όχι των ΔΕΥΑ στους άνω μνημονιακούς νόμους). Κατά συνέπεια θα πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η αγωγή από τον παρόν Δικαστήριο και να απορριφθεί αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Οι 1ος και 156η των αναιρεσειόντων με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής τους προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλομενη απόφαση ότι με την κρίση της πως το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ., "... (Δ.Ε.Υ.Α.Ι.)", υπάγεται στις επίμαχες διατάξεις του ν. 4093/2012 (8° φύλλο της αναιρεσιβαλλόμενης), παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 29 και 31 παρ. 9 του ν. 4024/2011, 1 και 7 του ν. 1069/1980, 252 του ν. 3463/2006 (ΔΚΚ) και της υποπαραγράφου Γ.2.
παρ. 12 του ν. 4093/2012, υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. δεν υπάγεται στην έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα λόγω του ιδιωτικοοικονομικού χαρακτήρα του και, συνακόλουθα, ήτοι μη εμπίπτοντας στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4093/2012, μη νόμιμα το τελευταίο επέβαλε σε βάρος τους την από 1.1.2013 την επίμαχη δραστική μείωση στις αποδοχές τους.
Περαιτέρω, οι ίδιοι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδοντας στην αναιρεσιβαλλομενη απόφαση τις αιτιάσεις, κατ' ορθή εκτίμηση, των αριθ. 1 και 19 - και όχι και εκείνες των αριθ. 8 και 9 - του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο ουδόλως εξέτασε, ως όφειλε, αλλά, παρανομώντας, απέρριψε σιωπηρώς τους ισχυρισμούς τους ότι, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που θεωρηθεί ότι το εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.
εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4093/2012, οι ρυθμίσεις της υποπαραγράφου Γ.1. παρ. 12 του ν. 4093/2012, κατ' επίκληση της οποίας το τελευταίο προέβη στην επίμαχη περαιτέρω δραστική μείωση των αποδοχών τους, δεν μπορεί να εφαρμοστούν στην περίπτωσή τους, αφού αποβλέπουν στην εφαρμογή των λοιπών ρυθμίσεων του Κεφαλαίου Β' του ν. 4024/2011 στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν σε Ο,Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημοσίου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησης τους.
Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται από τους 1° και 156η αναιρεσείοντες η αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα κρίθηκε ότι οι επίμαχες διατάξεις του ν. 4093/2012, με τις οποίες επιβλήθηκε σε βάρος τους ο επίδικος δραστικός περιορισμός των αποδοχών τους, δεν αντίκειται στις διατάξεις των όρθρων 5, 22, 25 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.
Τέλος, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι 1ος και 156π αναιρεσείοντες, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 224 και 240 ΚΠολΔ καθώς και τη διάταξη της υποπαραγράφου Γ1 παρ. 2 του Ν. 4093/2012, και απέρριψε, κατ' άρθρ. 224 σε συνδυασμό με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτο, και δη ως μη περιλαμβανόμενο στην αγωγή, τον ισχυρισμό τους ότι σε κάθε περίπτωση ισχύει η αμέσως προαναφερόμενη διάταξη, με την οποία ορίστηκε ότι αναστέλλεται μέχρι 31.12,2016 η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν, 4024/2011, και ότι, βάσει αυτής, η μείωση των αποδοχών τους βάσει του ν. 4024/2011 δεν ήταν δυνατό να υπερβεί σε ποσοστό το 25% σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβαναν κατά την 31.10.2011, αφού, όπως σχετικώς διατείνονται, το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως την επίμαχη αυτή διάταξη της υποπαραγράφου ΓΙ παρ. 2 του Ν. 4093/2012, που καταλαμβάνει το σύνολο των αγωγικών αξιώσεών τους και την οποία άλλωστε οι ίδιοι επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, κάνοντας δεκτή την αγωγή τους.
Ωστόσο, με βάση και όσα στις οικείες νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, λεκτέα τα εξής: Η αγωγή των 1ου και 156ης αναιρεσειόντων, έχοντας το ως άνω περιεχόμενο, δεν είναι νόμιμη και, συνακόλουθα, είναι απορριπτέα. Ειδικότερα: Το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ., ήτοι η Δ.Ε.Υ.Α. ... συγκατελέγεται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων του άρθρου 31 παρ. 1°, 3 και 4 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.
Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, αφού είναι επιχείρηση Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού, έχει κοινωφελή χαρακτήρα, παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση), και πληροί το κριτήριο που τάσσεται από τους ως άνω μνημονιακούς νόμους, όπως και εκείνους των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 3833/2010 και 3 παρ. 4 και 6 ν. 3845/2010, ήτοι ανήκει σε συγκεκριμένο Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησης του.
Περαιτέρω και συνακόλουθα και με τα αμέσως παραπάνω, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων των ν. 4024/2011 και 4093/2012, μεταξύ αυτών και της διάταξης της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου ΓΙ της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του αμέσως προαναφερόμενου νόμου, με την ένταξη του προσωπικού του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π.ι.δ. - που ως δημοτική επιχείρηση υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα - στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011 (Κεφάλαιο δεύτερο αυτού άρθρο. 4 επ.) από 1.1.2013 οι αποδοχές των 1ου και 156η αναιρεσειόντων προσδιορίστηκαν με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της 31.12.2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 1.11.2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25% με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών (άρθρο 31 του ν. 4024/2011), την 1.1.2013 υπήχθησαν περαιτέρω σε μείωση, λόγω της ως άνω ένταξής τους, κατά ποσοστό μέχρι 25%, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31.12.2016.
Οι επίμαχες διατάξεις, εξάλλου, είναι συνταγματικά ανεκτές, διότι, όπως πιο πάνω εκτίθεται, με αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Με τη διάταξη, δε, της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων αναιρεσειόντων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκεται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την αγωγή αυτή, που δεν είναι νόμιμη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνιστάμενη στην κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής, κατέληξε σε ορθό απορριπτικό διατακτικό. Επομένως οι ως άνω πέμπτος, τέταρτος και τρίτος των λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Δεν συντρέχει δε στο πρόσωπο των 1ου και 156ης των αναιρεσειόντων έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο ως προς τις αιτιολογίες της κατ'άρθρο 578 ΚΠολΔ καθόσον η απόρριψη εν προκειμένω από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης αντί της απόρριψης αυτής ως νόμω αβάσιμης δεν είναι δυσμενέστερη για τους άνω αναιρεσείοντες (ΑΠ 987/2022).
Τέλος, αναφορικά με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, είναι και αυτός απορριπτέος ως αβάσιμος, και δη ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο, ειδικότερα, διότι οι 1η και 156η αναιρεσείοντες με το λόγο αυτό αναίρεσης υπολαμβάνουν εσφαλμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που εκείνοι επικαλέστηκαν κατά την κατ' έφεση δίκη, δηλαδή τη διάταξη της υποπαραγράφου ΓΙ παρ. 2 του ν. 4093/2012, όμως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε απαράδεκτο, καθώς ο οικείος ισχυρισμός κρίθηκε από το Εφετείο, και ορθώς, ότι κατέτεινε σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, προσθέτοντας σ' αυτήν διαφορετική ιστορική θεμελίωση, που, στην πραγματικότητα, θα αντιστοιχούσε και σε νέο, διαφοροποιημένο και προσαρμοσμένο σε μια τέτοια βάση αίτημα.
Συνακόλουθα με όλα τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ως προς τους 1ο και 156η αναιρεσείοντες να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι 1ος και 156η αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα και με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 3°, 7°, 16°, 29η, 30η 35°, 36°, 37°, 41°, 52°, 53ο, 67°, 73η, 85°, 90°, 98η, 103η, 104η, 108ο, 114°, 144°, 148°, 151° και 154° των αναιρεσειόντων, δηλαδή, αντίστοιχα, ως προς τους Α. Κ. του Χ. (3), Α. Α. του Δ. (7), Β. Σ. του Χ. (16), Γ. Φ. του Γ. (29), Γ. Α. του Π. (30η), Δ. Π. του Χ. (35) Έ. Κ. του Σ. (36), Ε. Α. του Ι. (37), Ζ. Π. του Χ. (41°), Κ. Γ. του Α. (52), Κ. Α. του Κ. (53), Λ. Ν. του Η. (67), Μ. Α. του Ν. (73), Μ. Ε. του Π. (85), Μ. Π. του Ν. (90°), Ν. Μ. του Φ. (98), Π. Β. του Ε. (103), Π. Β. του Ν. (104), Π. Ι. του Κ. (108), Π.Κ. του Ι. (114), Τ.Δ. του Ι. (144°), Τ. Κ. του Β. (148), Φ.Δ. του Α. (151) και Χ.Θ. του Γ. (154)
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29,9.2021 και με αριθ. εκθ. καταθ. 40/30.9.2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 93/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αμέσως παραπάνω αναιρεσείοντες.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.9.2021 και με αριθ. εκθ. καταθ. 40/30.9.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 93/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου .... ως προς τους 1° και 156η των αναιρεσειόντων, Α. Λ. του Ν. (1) και Χ.Χ. του Μ. (156η) αντίστοιχα.
Καταδικάζει τους 1° και 156η των αναιρεσειόντων, Α. Λ. του Ν. (1) και Χ. Χ. του Ν., στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1,800) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 93/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... ως προς τους λοιπούς, δηλαδή τους 2°, 4°, 5η, 6η, 8°, 9°, 10η, 11°, 12°, 13η, 14°, 15°, 17°, 18η 19°, 20°, 21η, 22°, 23η, 24ο, 25ο, 26ο, 27ο, 28η, 31ο, 32ο, 33ο, 34η, 38ο, 39η, 40η, 42ο, 43ο, 44ο, 45ο, 46ο, 47ο, 48ο, 49η, 50ο, 51ο, 54ο, 55ο, 56η, 57η, 58η, 59ο, 60ο, 61ο, 62ο, 63η 64ο, 65ος, 66ο, 68ο, 69ο, 70ο, 71ο, 72ο, 74η, 75η, 76ο, 77η, 78η, 79η, 80ο, 81η, 82ο, 83ο, 84ο, 86ο, 87ο, 88η, 89η, 91ο, 92ο, 93η, 94ο, 95ο, 96ο, 97ο, 99ο, 100η, 101ο, 102η, 105η, 106ο, 107η, 109η, 110ο, 111ο, 112η, 113ο, 115η, 116η, 117η, 118ο, 119η, 120°, 121°, 122°, 123η, 124°, 125°, 126η, 127η, 128°, 129°, 130°, 131η, 132η, 133°, 134°, 135°, 136ο, 137η, 138ο, 139η, 140ο, 141η, 142ο, 143η, 145ο, 146ο, 147η, 149ο, 150ο, 152η, 153° και 155η, αναιρεσείοντες, και δη αντίστοιχα ως προς τους Α.
Σ. του Γ. (2), Α. Δ. του Ν. (4), Α. Ο. του Δ. (5), Α. Ε. του Τ. (6), Α. Α. του Π. (8), Β. Γ. του Β. (9°), Β. Α. του Φ. (10), Β. Π. του Κ. (11), Β. Β. του Ο. (12), Β. Φ. του Σ. (13), Β. Α. του Κ. (14), Β. Σ. του Χ. (15), Β. Ε. του Ν. (17), Γ. Α. του Α. (18), Γ. - Τ. Β. του Ν. (19), Γ. Γ. του Ι. (20), Γ. Ε. του Κ. (21), Γ. Κ. του Ι. (22), Γ. Κ. του Γ. (23), Γ. Κ. του Χ. (24), Γ. Χ. του Ν. (25), Γ. Χ. του Δ. (26°), Γ.
Β. του Ά. (27), Γ. Λ. του Ι. (28), Γ. Χ. του Ν. (31), Δ. Ι. του Ν. (32), Δ. Χ. του Γ. (33), Δ. Ε. του Η. (34), Ζ. Σ. του Δ. (38), Ζ. Μ. του Δ. (39), Ζ. Α. του Δ. (40Ί.), Κ. Φ. του Γ. 42), Κ. Α. του Χ. (43), Κ. Θ. του Χ. (44), Κ. Α. του Π. (45°), Κ. Α. του Σ. (46), Κ. Χ. του Θ. (47), Κ. Γ. του Ι. (48), Κ. Ε. του Κ. (49), Κ. Φ. του Γ. (50°), Κ. Γ. του Π. (51), Κ. Σ. του Γ. (54), Κ. Θ. του Β. (55), Κ. Π. του Κ. (56), Κ.
Φ. του Χ. (57), Κ. Β. του Κ. (58), Κ. Γ. του Κ. (59), Κ. Σ. του Β. (60°), Κ. Χ. του Κ. (61), Κ. Ν. του Β. (62), Κ. Δ. του Α. (63), Λ. Σ. του Δ. (64), Λ. Χ. του Ε. (65), Λ. Δ. του Σ. (66), Λ. Α. του Ν. (68), Λ. Α. του Ι. (69), Μ. Γ. του Β. (70), Μ. Ε. του Β. (71), Μ. Π. του Π. (72), Μ. Μ. του Ε. (74), Μ. Η. του Χ. (75), Μ. Β. του Μ. (76), Μ. Ε. του Γ. (77), Μ. Γ. του Δ. (78), Μ. Κ. του Ε. (79), Μ. Χ. του Γ. (80), Μ.
Ε. του Χ. (81), Μ. Δ. του Χ. (82), Μ. Ι. του Δ. (83), Μ. Δ. του Γ. (84), Μ. Ν. του Ε. Θ. (86), Μ. Σ. του Χ. (87), Μ. Ε. του Σ. (88), Μ. Α. του Ν. (89η), Μ. Β. του Ε. (91), Μ. Ν. του Α. (92), Μ. Β. του Δ. (93), Μ. Χ. του Δ. (94), Μ. Γ. του Μ. (95), Ν. Ν. του Δ. (96), Ν. Μ. του Ι. (97), Ν. Ν. του Δ. (99), Ν. Α. του Λ. (100), Ν. Δ. του Μ. (101), Ν. Σ. του Β. (102), Π. Κ. του Μ. (105), Π. Κ. του Ν. (106), Π. Χ. του Α. (107), Π.
Α. του Α. (109η), Π. Σ. του Ι. (110), Π. Θ. του Ι. (111), Π. Π. του Ι. (112), Π. Ε. του Α. (113), Π. Χ. του Δ. (115η), Π. Φ. του Σ. (116), Π. Α. του Κ. (117), Π. Β. του Ι. (118), Ρ. Π. του Α. (119), Ρ. Ν. του Ν. (120), Σ. Κ. του Α. (121), Σ. Θ. του Β. (122), Σ. Κ. του Γ. (123η), Σ. Θ. του Χ. (124), Σ. Ι. του Θ. (125), Σ. Σ. του Θ. (126), Σ. Σ. του Μ. (127η), Σ. Α. του Α. (128), Σ. Σ. του Γ. (129), Σ. Θ. του Σ. (130), Σ.
Ε. του Γ. του (131), Σ. Φ. του Π. (132), Σ. Κ. του Σ. (133), Σ. Γ. του Λ. (134), Σ. Α. του Α. (135), Σ. Ν. του Σ. (136), Τ. Δ. του Χ. (137), Τ. Γ. του Φ. (138), Τ. Χ. του Κ. (139), Τ. Χ. του Π. (140°), Τ. Α. του Α. (141), Τ. Κ. του Χ. (142), Τ. Γ. του Ι. (143), Τ. Θ. του Χ. (145), Τ. Ν. του Δ. (146°), Τ. Ε. του Ν. (147), Τ. Σ. του Α. (149), Φ. Ι. του Π. (150), Φ. Ε. του Θ. (152), Χ. Γ. του Β. (153°) και Χήρα Α. του Ν. (155η).
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες την υπ' αριθ. 93/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση καθ' ο μέρος αφορά στους πιο αμέσως πιο πάνω αναιρεσείοντες ως εφεσιβλήτους.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη, την από 27.9.2018 (με αριθ. εκθ. καταθ. 178/28.9.2018) έφεση του εκκαλούντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) κατά της υπ' αριθ. 537/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... καθ' ο μέρος (η έφεση αυτή) στρέφεται κατά των αμέσως πιο πάνω εφεσιβλήτων.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο - εκκαλούν, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των πιο πάνω αναιρεσειόντων - εφεσιβλήτων για την αναιρετική αυτή δίκη και τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, το ύφος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ