Legislator Case Law & Legislation
1734/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to propose the legal argument in the first instance. The court ruled that the appellant's claim regarding consumer protection laws was not properly raised before the lower court. Consequently, the appeal is rejected as inadmissible under Greek Civil Procedure Law. The appellant is ordered to pay the legal costs of the respondents. This decision reinforces the requirement for proper procedural adherence in appellate proceedings. The court emphasized that arguments must be formally presented in the lower court to be valid for review. Failure to do so renders the appeal inadmissible regardless of the argument's merit. The ruling ensures procedural fairness and prevents surprise arguments in higher courts. It clarifies the strict rules governing the admissibility of appeals in Greek civil litigation. The decision highlights the importance of following procedural timelines and formal requirements. The court's stance protects the integrity of the judicial process and the rights of all parties involved. This case serves as a reminder of the consequences of procedural non-compliance in legal disputes.

Case Number 1734/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Piraeus, ruling it inadmissible due to procedural defects. The appellant argued that the lower court violated consumer protection laws by upholding an insurance clause, but failed to formally propose this specific legal argument during the first instance proceedings. The court held that an appeal cannot be based on arguments not previously raised before the lower court, unless specific exceptions apply, thereby rejecting the appeal as inadmissible. The appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents, totaling 2,700 euros, for the unsuccessful appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 558, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1, number 2; Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds relied upon were not lawfully proposed to the court of first instance, as the right to appeal depends on the argument having been validly presented in the lower court.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural defect consumer protection law insurance clause validity Code of Civil Procedure legal costs award first instance proposal

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 558 and 566 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 1, second paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1035/2020
Supreme Court Case 3652/2019
Supreme Court Case 2073/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1734 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1734/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ... Λασιθίου Κρήτης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Καραμολέγκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) K. (Κ.) χήρας M. D., το γένος H. H., κατοίκου ... Γερμανίας, 2) C. E. D. (Κ. Ε. Ν.) του M., κατοίκου ομοίως ως άνω, 3) A. K. D. (Ά. Κ. Ν.) του M., κατοίκου ομοίως ως άνω, 4) F. D. (Φ. Ν.) του M., κατοίκου ... Γερμανίας και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η, 3η και 4ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Βασίλειο Καρκαζή και Ελευθέριο Καστρήσιο, ενώ η 5η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-5-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέφερε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των 4 πρώτων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συναίνεσαν και ο πληρεξούσιος της 5ης αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν συναίνεσε με το ως άνω αίτημα. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2011 αγωγή των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων και την από 19-9-2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1726/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 369/2014 μη οριστική και 25/2018 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-3-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 558 και 566 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος και από τους τελευταίους εναντίον μόνο εκείνων απ` αυτούς από τους οποίους επιδιώκεται μ` αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ` εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ` αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός, οπότε, έναντι αυτών, ο αναιρεσείων προεχόντως στερείται εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 363/2020, ΑΠ 1015/2015, ΑΠ 1005/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής της ένδικης υπόθεσης: Η ενάγουσα K. M. D. (Κ. Μ. Ν.), ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια των C. E. D. (Κ. Ε. Ν.), A. K. D. (Ά. Κ. Ν.) και F. N. (Φ.

Ν.), ήδη πρώτη έως και τέταρτος των αναιρεσιβλήτων με την από 4.3.2011 κυρία αγωγή της ιστορούσε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, κυβερνώντας το επαγγελματικό ταχύπλοο σκάφος αναψυχής, του οποίου ήταν και πλοιοκτήτης με την ονομασία "Γεωργίου Λ.Χ 28" και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για υλικές ζημίες σε τρίτους στη δεύτερη εναγομένη και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕΓΑ", προκάλεσε από υπαιτιότητά του το θάνατο του ηλικίας 48 ετών Μ. Ν., συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών εναγόντων, επιπίπτοντας με το ως άνω σκάφος του επ' αυτού, κατά το χρόνο που ο τελευταίος κολυμπούσε στη θαλάσσια περιοχή των Μαλίων Κρήτης, σε μικρή απόσταση από την ακτή και υπό τις αναφερόμενες λεπτομερώς ειδικότερες συνθήκες, αιτούμενοι να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή, ως αποζημίωση και ψυχική οδύνη.

Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με την από 19.9.2011 προσεπίκληση- παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας ζήτησε να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη να καταβάλει ό,τι υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στους κυρίους ενάγοντες. Επί της κυρίας αγωγής και της παρεμπίπτουσας εκδόθηκε η 1726/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ερήμην του πρώτου εναγομένου και παρεμπιπτόντως ενάγοντος, η οποία αφού συνεκδίκασε την κυρία και παρεμπίπτουσα αγωγή, απέρριψε την τελευταία και δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα ατομικά το ποσό των 2.705.693,47 ευρώ, στην πρώτη ενάγουσα για λογαριασμό της ανήλικης δεύτερης ενάγουσας το ποσό των 170.920 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 157.600 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 157.759,80 ευρώ.

Στη συνέχεια, επί της ασκηθείσας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου της κύριας αγωγής και ήδη αναιρεσείοντος από 18.7.2021 έφεσης, εκδόθηκε η 369/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομιστεί από τους ενάγοντες νομική πληροφορία του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου αναφορικά με την ύπαρξη και έκταση της αξιώσεως προς διατροφή έναντι εγγάμου προσώπου του συζύγου των ανήλικων και ενήλικων τέκνων αυτού και το πρόσωπο που βαρύνεται με τα έξοδα κηδείας αποβιώσαντος εγγάμου (κατά τον χρόνο θανάτου αυτού) με ανήλικα ή ενήλικα τέκνα.

Ακολούθως, με την από 20.10.2016 κλήση των κυρίως εναγόντων εισήχθη προς περαιτέρω συζήτηση η ανωτέρω έφεση του αναιρεσείοντος και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 25/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την 1726/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και δέχθηκε εν μέρει την κυρία αγωγή, υποχρεώνοντας τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, που κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του θανατηφόρου ατυχήματος, να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 1.337.700,87 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 157.000 ευρώ και στον τρίτο το ποσό των 157.800 ευρώ, ενώ απέρριψε την προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και τη σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή.

Με την υπό κρίση από 28.3.2018 αίτηση, ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγων και ήδη αναιρεσείων αιτείται την αναίρεση της ανωτέρω 25/2018 απόφασης του Εφετείου, προκειμένου να γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά της παρεμπίπτουσας εναγομένης και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, αιτούμενος να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της που απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή του.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης πλήττει το μέρος εκείνο μόνο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε η από 19.9.2011 παρεμπίπτουσα αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και δεν αφορά τους λοιπούς πρώτη έως και τέταρτο αναιρεσίβλητους, που δεν ήταν αντίδικοί του στην παρεμπίπτουσα αγωγή και κατά των οποίων δεν υφίσταται λόγος αναίρεσης με τον οποίο να πλήττονται οι παραδοχές του Εφετείου, που τους αφορούν.

Κατ` ακολουθία, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί καθό μέρος στρέφεται κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, τους οποίους δεν αφορούν οι αποδιδόμενες μ` αυτήν πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ενώ παραδεκτώς στρέφεται κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης έναντι της οποίας ο αναιρεσείων νικήθηκε και, συνεπώς, πρέπει ως προς αυτή, εφόσον κατά τα λοιπά ασκήθηκε νομοτύπως (εμπρόθεσμη εντός της 2ετίας μη επικαλούμενης ή προκύπτουσας επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης -ΚΠολΔ 564 παρ.3), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

Με τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν.2496/1997 ορίζεται ότι "κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει κατ` αρχήν ότι το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω ασφαλιστικού νόμου αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" δικαίου με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορεί να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνο να διευρυνθούν.

Με τον κανόνα αυτό του ημιαναγκαστικού χαρακτήρα των διατάξεων του ασφαλιστικού νόμου εκδηλώνεται για λόγους γενικότερου συμφέροντος η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος. Πράγματι στη σύγχρονη ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου καταναλωτή, δηλαδή του προσώπου που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, ενόψει του ότι στην περίπτωση αυτή ελλείπει η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών με ενδεχόμενη συνέπεια τη φαλκίδευση της παρεχόμενης ασφαλιστικής κάλυψης μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας.

Περαιτέρω όμως με την ίδια διάταξη εισάγονται δύο εξαιρέσεις από τον προαναφερόμενο κανόνα. Η πρώτη αναφέρεται σε διαφορετικού περιεχομένου ειδικές ρυθμίσεις του νόμου αυτού, όπως είναι οι περιπτώσεις, α) του άρθρου 7 παρ. 3, που επιτρέπει, για την κάλυψη των εξόδων από τη λήψη εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης των κατάλληλων μέτρων για την αποφυγή ή μείωση της ζημίας, τα οποία βαρύνουν κατά το νόμο τον ασφαλιστή, αντίθετη συμφωνία, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για επαγγελματικούς λόγους, β) του άρθρου 7 παρ. 6, σύμφωνα με την οποία με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή (της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου), αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργεί στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων κλπ.

Χαρακτηριστικό των περιπτώσεων της εν λόγω εξαίρεσης, με την οποία ο νομοθέτης απομακρύνεται από τον προαναφερόμενο κανόνα, είναι, όπως γίνεται φανερό, η ασφαλιστική κάλυψη κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης. Η δεύτερη εξαίρεση αναφέρεται στις ασφαλίσεις μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης και στη θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών, ως εξ ορισμού εμπορικές ασφαλίσεις, οι οποίες κατονομάζονται περιοριστικά.

Πρόκειται για ειδικές περιπτώσεις εμπορικής ασφάλισης μεγάλων επαγγελματικών κινδύνων, στις οποίες προκρίνεται από το νομοθέτη για τη διαμόρφωση των όρων των ασφαλιστικών αυτών συμβάσεων να αναπτυχθεί πλήρως η συμβατική ελευθερία των μερών, αδέσμευτη από τους προστατευτικούς υπέρ του ασφαλισμένου περιορισμούς του ν. 2472/1997, η λειτουργία των οποίων δεν βρίσκει εδώ δικαιολογική βάση, εφόσον μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει, ενόψει ιδίως του αντικειμένου της ασφάλισης και της επαγγελματικής δραστηριότητας του λήπτη της ασφάλισης, η ιδιωτική αυτονομία με όρους ουσιαστικά διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Έτσι στις συγκεκριμένες αυτές μορφές ασφάλισης, όπως είναι η θαλάσσια ασφάλιση ζημιών, μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί με ειδικό όρο του ασφαλιστηρίου ότι ο ασφαλισμένος οφείλει να γνωστοποιήσει εγγράφως στην ασφαλιστική εταιρία την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης μέσα σε ορισμένη προθεσμία από αυτή και ότι αν ο ασφαλισμένος δεν τηρήσει την υποχρέωση αυτή, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του για καταβολή του ασφαλίσματος.

Το κύρος του όρου αυτού δεν θίγεται από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2496/1997, από την οποία συνάγεται ότι στις περιπτώσεις της ιδιωτικής ασφάλισης η παράλειψη της υποχρέωσης που επιβάλλεται στον ασφαλισμένο προς αναγγελία της επέλευσης του κινδύνου στον ασφαλιστή μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται είτε νόμιμα είτε συμβατικά, δεν συνεπάγεται την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος, αλλά μπορεί, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, να γεννήσει υποχρέωση του ασφαλισμένου προς αποκατάσταση της ζημίας, την οποία ενδεχομένως υπέστη ο ασφαλιστής εξ αιτίας της παράλειψης αυτής.

Η διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 33, δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις ασφάλισης και δεν μπορεί να εκτοπίσει, ενόψει και του ότι δεν είναι αναγκαστικού δικαίου, την ειδική συμφωνία των μερών για απαλλαγή του ασφαλιστή. Η πιο πάνω απαλλαγή, πρέπει να σημειωθεί ότι επέρχεται ανεξάρτητα από την επίδραση που άσκησε η παραβίαση της συμβατικής υποχρέωσης του ασφαλισμένου σε οποιαδήποτε ζημία του ασφαλιστή, εκτός εάν η απαλλαγή αυτή συνδέθηκε από τα μέρη με την επέλευση τέτοιας ζημίας ή την έκταση αυτής (ΟλΑΠ 18/2015, ΟλΑΠ 14/2013, ΑΠ 190/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 156/2019, ΑΠ 326/2018).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 917/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την κατ' ουσία απόρριψη της πιο πάνω παρεμπίπτουσας αγωγής του αναιρεσείοντος, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο λόγο τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των προσκομιζόμενων έγγραφων αποδεικτικών μέσων και ιδίως του 53195848 ασφαλιστηρίου συμβολαίου κλάδου πλοίων, αποδεικνύεται η μη αμφισβητούμενη εξάλλου από την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κατάρτιση σύμβασης ασφάλισης αστικής ευθύνης ενός σκάφους, τριών τζετ σκι και δύο θαλάσσιων ποδηλάτων που ανήκαν στην κυριότητα του παρεμπιπτόντως ενάγοντα.

Ειδικότερα με τη σύμβαση αυτή καλύφθηκε η αστική ευθύνη του παρεμπιπτόντως ενάγοντα έναντι τρίτων για θάνατο ή πρόκληση σωματικών βλαβών και υλικών ζημιών καθώς και η πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης, η αστική ευθύνη από και προς επιβαίνοντες του ασφαλιζόμενου θαλάσσιου μέσου αναψυχής καθώς και από και προς ρυμουλκούμενους υπό αυτού με μέσα αναψυχής, όπως θαλάσσιο σκι, αλεξίπτωτο κιλπ.

Επρόκειτο, επομένως, για σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης που καταρτίστηκε για επαγγελματικούς λόγους και συνακόλουθα, σύμφωνα με τις προηγηθείσες σκέψεις, έγκυρα συμπεριελήφθη το άρθρο 7 στους γενικούς όρους της (σύμβασης) τους οποίους και ο εναγόμενος αποδέχθηκε, σύμφωνα με τη ρύθμιση του οποίου (άρθρου 7) αυτός ως ασφαλιζόμενος υποχρεούται "με ποινή την πλήρη και οριστική απώλεια κάθε σχετικού δικαιώματος του, να αναγγείλει εγγράφως κάθε ατύχημα στην εταιρία μέσα σε τρεις ημέρες από το χρόνο που συνέβη τούτο".

Ο εναγόμενος ωστόσο δεν τήρησε την εν λόγω συμβατική υποχρέωσή του και ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρία με την αποστολή τηλεομοιοτυπίας την 15.11.2007 και αφού προηγουμένως η παρεμπιπτόντως εναγομένη είχε ενημερωθεί από τους δικηγόρους των εναγόντων, ήτοι μετά την πάροδο σχεδόν τεσσάρων μηνών από το ένδικο ατύχημα.

Ενόψει αυτών, της από μέρους του παρεμπιπτόντως ενάγοντα παραβίασης της εκ του άρθρου 7 των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (συμβατικής) υποχρέωσής του, ήτοι της ειδοποίησης της ασφαλιστικής εταιρίας περί της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου μέσα σε τρεις ημέρες από τον χρόνο επέλευσής του, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία απαλλάσσεται των ίδιων συμβατικών υποχρεώσεων και επομένως ο ενάγων έχει απωλέσει το δικαίωμα να ζητήσει την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η παρεμπιπτόντως εναγομένη με τις προτάσεις της, απορριπτομένης της παρεμπίπτουσας αγωγής κατόπιν αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμης.." Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1, 2 και 6 και 33 παρ.1 του ν.2496/1997, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και δεν προσέδωσε σ' αυτές, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως αυτή αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον, ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας περί απαλλαγής της από τη συμβατική της υποχρέωση προς καταβολή του ασφαλίσματος και την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής, οι παρακάτω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη ότι α) η ένδικη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης μεταξύ της ανωτέρω αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, διατηρούντος επιχείρηση εκμίσθωσης θαλασσίων μέσων αναψυχής, με την οποία καλύφθηκε η αστική ευθύνη έναντι τρίτων του αναιρεσείοντος για ζημίες από θαλάσσιους κινδύνους, είχε το χαρακτήρα σύμβασης θαλάσσιας ασφάλισης που καταρτίστηκε για επαγγελματικούς λόγους, β) με το άρθρο 7 των γενικών όρων της σύμβασης ασφάλισης ο αναιρεσείων ανέλαβε εγκύρως την υποχρέωση "με ποινή την πλήρη και οριστική απώλεια κάθε σχετικού δικαιώματός του, να αναγγείλει εγγράφως κάθε ατύχημα στην (ασφαλιστική) εταιρεία μέσα σε τρεις ημέρες από το χρόνο που συνέβη τούτου" και γ) ο αναιρεσείων, ωστόσο, δεν τήρησε την ανωτέρω συμβατική υποχρέωσή του και ενημέρωσε την ασφαλιστική εταιρεία με αποστολή τηλεομοιοτυπίας στις 15.11.2007, ήτοι μετά την πάροδο σχεδόν τεσσάρων μηνών από το ένδικο ατύχημα, παραβιάζοντας έτσι τον παραπάνω συμβατικό όρο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1035/2020, ΑΠ 3652/2019, ΑΠ 2073/2007).

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ.4, 2 παρ.6 και 7 στοιχ. κη' του ν.2251/1994, 260 του ΚΙΝΔ, του άρθρου 4 παρ.3 εδ.1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 288 παρ.3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν έκρινε άκυρο τον επίμαχο όρο 7 της σύμβασης ασφάλισης αστικής ευθύνης που καταρτίστηκε μεταξύ της πέμπτης αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, αφού δια των ανωτέρω διατάξεων και ειδικά δια του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 περιορίζεται η δια των άρθρων 7 παρ.6 και 33 παρ.1 του ν. 2496/1997 δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή από την ευθύνη του στην περίπτωση που ο ασφαλιζόμενος ενεργεί στην ασφάλιση κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, όταν ο τελευταίος έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2251/1994, είναι απαράδεκτος, διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται νόμιμη προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού στο Εφετείο, πρόκειται για ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχει σημασία αν ο εν λόγω ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη για τους πρώτη έως και τέταρτο των αναιρεσίβλητων και αβάσιμη ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν νόμιμα προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.3.2018 αίτηση του Γ. Σ. για αναίρεση της 25/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που ορίζει σε δύο χιλιάδες και επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ