Supreme Court quashes lower court verdict for unclear reasoning on moral authorship and contradictory findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a criminal conviction for issuing a forged bill of exchange. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding moral authorship and contained contradictions between its reasoning and verdict. Consequently, the court set aside the original judgment and remanded the case for a new trial due to the lack of legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(e) and 358 of the Code of Criminal Procedure; The court must provide specific and consistent reasoning for criminal convictions, particularly regarding moral authorship, and contradictions between the reasoning and verdict render the decision voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1734 / 2019 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1734/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Σταματική Μιχαλέτου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 3 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου, και του Γραμματέως Χαράλαμπου Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κατσαδούρου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ236/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 4702/19-4-2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 712/2019.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα ως προς τον 1α λόγο αυτής, να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά, την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18.4.2019 (αριθ. πρωτ.4702/19.4.2019) αίτηση του Γ. Σ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ.236/2019 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Κατά το άρθρο 589 παρ. 2 του ισχύοντος ΚΠΔ " Αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντα κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος κώδικας ποινικής δικονομίας και εκδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα" Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333 παρ.2,362 του ισχύοντος ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώστηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1εδ.
δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠοινΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στα πρακτικά της αποφάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ.
γ' του ΚΠοινΔ, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα ή οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν(έστω και αν αυτοί, λόγω απουσίας τους, δεν κατέθεσαν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) θεωρείται ότι αναγνώστηκαν και στην κατ' έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (ΑΠ 231/2015).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι όταν, στα πρακτικά της προσβαλλομένης αναφέρεται, ότι αναγνώσθηκε η εκκαλουμένη σαφώς συνάγεται ότι αναγνώστηκε η πρωτόδικη απόφαση με τα ενσωματωμένα στην απόφαση πρακτικά αυτής και τα αναγνωσθέντα έγγραφα και ως εκ τούτου δεν υπάρχει έλλειψη προσδιορισμού των (ΑΠ 1134/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αναγνώστηκε η εκκαλουμένη απόφαση με τα πρακτικά της και τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτήν με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην στερηθεί το δικαίωμα να σχολιάσει τα αναγνωστέα έγγραφα και να υποβάλει παρατηρήσεις.
Κατά συνέπεια, ο προσδιορισμός των εγγράφων ήταν σαφής, αφού γίνεται μνεία ποια έγγραφα αναγνώστηκαν.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος με τον οποίον ο αναιρεσείων διατείνεται ότι από την περικοπή της προσβαλλομένης ότι "ανεγνώσθησαν η εκκαλουμένη με τα πρακτικά της, τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτήν", δεν προκύπτει παντελώς η ταυτότητα των εγγράφων που φέρεται ότι αναγνώσθηκαν,απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ.α'του ισχύοντος Π.Κ., που είναι ίδια με αυτή του προϊσχύσαντος " με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδική πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α)πρόκληση από ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση, ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές ( παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής , οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων46,47και 48 Π.Κ. και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του εκτελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος, που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται, αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει εκ δόλου ή, αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος, που να αποκλείει τον καταλογισμό.
Από αυτά συνάγεται ότι το αξιόποινο, ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ, μη υφισταμένου αντικειμενικώς του εν λόγω εγκλήματος, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ523/2019).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ" ιδίου Κωδικός, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ" είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Ενόψει των προεκτεθέντων, επί ηθικής αυτουργίας σε ορισμένη αξιόποινη πράξη για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει εκτός των άλλων, να αναφέρονται σε αυτή ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, ήτοι να εκτίθεται στην απόφαση ότι ο κατηγορούμενος με παραινέσεις, προτροπές, πεθώ, φορτικότητα κ.λ.π.
έπεισε το φυσικό αυτουργό να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός τους μέχρι τις τελευταίες λεπτομέρειες, από άποψη τόπου, τρόπου και χρόνου τέλεσης της πράξης. (ΑΠ 523/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών, η οποία ανεστάλη επι τριετία.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων), μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (μάρτυρα κατηγορίας, μάρτυρα υπερασπίσεως και αναγνωσθέντα έγγραφα), δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, ότι: " ... Η υπ' αριθ. ...22-7 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 15-2-2012 ποσού 35.931,30 €, της ...
και η υπ' αριθ. ...09-3 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 20-2- 2012, ποσού 20.000 €, της ... δεν φέρουν την υπογραφή του κατηγορουμένου, αλλά αντίθετα στην μεν πρώτη επιταγή έχουν τεθεί οι υπογραφές της Γ. Χ. του Θ. και Κ. Σ. του Α., στη δε δεύτερη επιταγή η υπογραφή της Γ. Χ. (αν και στην επιταγή αυτή έχει τεθεί "δεύτερη" υπογραφή, η οποία όμως δεν ανήκει στον ανωτέρω εκκαλούντα- κατηγορούμενο, πιθανόν δε να ανήκει στην ιδιαιτέρα γραμματέα του 3ου κατηγορουμένου ή σε κάποιον άλλο στενό συνεργάτη του γραφείου του).
Οι επιταγές της "εκδότριας" εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως ήταν γνωστό στον κύκλο των συναλλασσομένων μαζί της, έφεραν τις υπογραφές δύο πάντοτε προσώπων και ως τέτοιες θεωρούντο έγκυρες από τους τρίτους συναλλασσομένους με την "εκδότρια" αυτής (ένδικης επιταγής) εταιρεία. Ωστόσο οι κατ' ιδίαν πράξεις της πρώτης και δεύτερου εκ των κατηγορουμένων, καίτοι τελειωτικά άδικες, δεν πρέπει να καταλογισθούν σε ενοχή τους, καθότι δεν πληρούται ως προς έναν έκαστο η υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης που περιγράφεται και τιμωρείται στο άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933.
Τούτο διότι ο ανωτέρω 3^ κατηγορούμενος ήταν εκείνος που διοικούσε την "εκδότρια" της επιταγής του παρόντος κατηγορητηρίου εταιρεία, η δε "εκδότρια" των επιταγών εταιρεία ήταν απολύτως εξαρτημένη από τις αποφάσεις που ελάμβανε εκείνος. Ο ίδιος ερχόταν σε επικοινωνία με τους τρίτους-πελάτες της εταιρίας για να καταρτιστούν μεταξύ τους συμφωνίες επαγγελματικής συνεργασίας, καθώς και για το χρονοδιάγραμμα των πληρωμών, όπως αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία.
Εκτός όλων αυτών "μητρική" εταιρία της "εκδότριας" των ένδικων επιταγών ήταν η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" αποκλειστικός μέτοχος της οποίας ήταν ο ανωτέρω κατηγορούμενος, η δε "εκδότρια" των επιταγών εταιρία ήταν απολύτως συνδεδεμένη και εξαρτημένη από την πορεία των εταιρικών υποθέσεων της μητρικής της.
Τη διοίκηση των παραπάνω εταιριών ήτοι της "μητρικής" και της "συνδεδεμένης" ασκούσε αποκλειστικά ο μοναδικός μέτοχος τους, ανωτέρω κατηγορούμενος, ενώ τα εμφανιζόμενα τύποις όργανα της διοίκησης της "εκδότριας" των ένδικων επιταγών εταιρίας με την επωνυμία "...", αποτελούσαν απλώς πρόσωπα εντεταλμένα να εκτελούν οδηγίες του ανωτέρω κατηγορουμένου, γεγονός γνωστό σε όσους συναλλάσσονταν μαζί του.
Όπως μάλιστα διαλαμβάνεται στην από 15-3-2012 παρέμβαση της "..." κατά της ως άνω εταιρείας συμφερόντων του ανωτέρω κατηγορουμένου, η οποία επεδίωκε να υπαχθεί (κατόπιν της από 23-1-2012 αιτήσεως της) στη διαδικασία εξυγίανσης του Πτωχευτικού Κώδικα, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, παρότι εξαιρετικά εύπορος και κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας, είχε παύσει να τη χρηματοδοτεί και επεδίωκε πλέον "να κερδίσει χρόνο" προκειμένου να διασπαθίσει το εν γένει ενεργητικό της.
Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, όντας ο μοναδικός λήπτης των αποφάσεων για την εκτέλεση των υποχρεώσεων των εταιρειών του ομίλου του, είχε δώσει τη ρητή και πάγια εντολή και εξουσιοδότηση στους Γ. Χ. και Κ. Σ. να διαχειρίζονται τις υποθέσεις της εταιρίας όσον αφορά την κατανομή των χρημάτων με τα οποία καλύπτονταν οι τρέχουσες υποχρεώσεις της "εκδότριας" και να συναλλάσσονται με τρίτους για λογαριασμό της, καθώς και για την εκτέλεση των υποχρεώσεων αυτής με την έκδοση επιταγών στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας εις διαταγήν τρίτων.
Συγκεκριμένα για τις επιταγές του παρόντος κατηγορητηρίου, αυτές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες. Κάθε μήνα συντάσσονταν "λίστες" με τα ταμειακά διαθέσιμα και τις τρέχουσες υποχρεώσεις οι οποίες αποστέλλονταν στην προσωπική βοηθό του ανωτέρω κατηγορουμένου. Ακολούθως πραγματοποιείτο συνάντηση της τελευταίας με τη Γ.
Χ. και τον Κ. Σ. μετά την οποία η Γ. Χ. μετέφερε τις ληφθείσες αποφάσεις στο λογιστήριο της "εκδότριας" όπου ο ταμίας εξέδιδε τις επιταγές. Οι επιταγές αυτές υπογράφονταν από τους ανωτέρω υπαλλήλους-επαγγελματικά εξαρτημένους από τον ανωτέρω κατηγορούμενο και υποχρεωμένοι να εκτελούν τις αποφάσεις του τελευταίου για την εκτέλεση των οικονομικών υποχρεώσεων της "εκδότριας" εταιρίας.
Επρόκειτο όμως για αποφάσεις που λαμβάνονταν με πρωτοβουλία και ευθύνη του ανωτέρω κατηγορουμένου ως αμέσως προϊσταμένου τους, ο οποίος γνώριζε και αποδεχόταν το ενδεχόμενο οι επιταγές του παρόντος κατηγορητηρίου να μην πληρωθούν, αφού ήδη δύο μήνες προτού εμφανιστούν είχε παύσει να χρηματοδοτεί την "εκδότρια" εταιρία, είχε καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της, με αποτέλεσμα την ουσιαστική διάλυση της εταιρίας.
Επομένως η 1η και 20ς των κατηγορουμένων, ως ακολουθώντας πιστά τις εντολές και τις οδηγίες του 3ου κατηγορουμένου ο οποίος διοικούσε εν τοις πράγμασι και την εκδότρια εταιρία, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι της αξιόποινης πράξης της έκδοσης της ακάλυπτης επιταγής κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Ακολούθως η πληρεξούσια δικηγόρος του 3ου κατηγορουμένου ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, έτσι ώστε να διαπιστωθεί ότι πράγματι οι υπογραφές στην ένδικη επιταγή δεν τέθηκαν από τον ανωτέρω κατηγορούμενο. Το υπό κρίση όμως αίτημα περί αναβολής της δίκης προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη είναι αβάσιμο και απορριπτέο, αφού το δικαστήριο κρίνει ότι η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης δεν θα εισφέρει κάτι διαφορετικό και ουσιώδες για την εξακρίβωση της αλήθειας διότι αποδείχθηκε ότι πράγματι δεν ήταν ο 3ος κατηγορούμενος αυτός ο ίδιος ο οποίος έβαλε την υπογραφή του στις ένδικες επιταγές.
Σε κάθε περίπτωση το αίτημα προτείνεται και παρελκυστικά λίγο πριν την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής της υπόθεσης ... και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Τέλος πρέπει να αναγνωριστεί στον ανωτέρω 3° κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως ...
Συνεπώς, παρόλο που ο ανωτέρω κατηγορούμενος δεν ενέχεται ως υπογραφέας των ένδικων επιταγών, πρέπει, να κηρυχθεί ένοχος για ηθική αυτουργία σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε τους μη διαδίκους στην παρούσα δίκη συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντα, Γ. Χ. του Θ. και Κ. Σ. του Α., αθώους, για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, τον δε αναιρεσείοντα ένοχο για ηθική αυτουργία σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση με ελαφρυντικά 84 παρ.2β ΠΚ του ότι:
Στο ..., στις 15-2-2012 και 20-2-2012 ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εξέδωσαν με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή γιατί δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης ή πληρωμής, και ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι, Σ.
Γ., Σ. Κ. και Χ. Γ., ως νόμιμοι εκπρόσωποι της Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" εξέδωσαν: 1) την 15-2-2012, την υπ' αριθ. ...22-7 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 15-2-2012 ποσού 35.931,30 €, για να πληρωθεί από την ..., με ημερομηνία εμφάνισης 16-2-2012, 2) Την 20-2-2012 την υπ' αριθ. ...09-3 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως 20-2-2012, ποσού 20 000 €, για να πληρωθεί από την ...
με ημερομηνία εμφάνισης 20-2- 2012, και οι δύο (2) επιταγές για να πληρωθούν σε διαταγή της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", και ενώ οι επιταγές εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα και νομότυπα κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες, εντούτοις δεν πληρώθηκαν από τις πληρώτριες Τράπεζες γιατί δεν υπήρχε επαρκές αντίκρισμα.
Η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο 3ος κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων: 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26§1α, 27§1, 446 παρ1, 51, 53, 57, 79, 80 όπως 98 Π.Κ. και άρθρου 79§§1,3,4,5 Ν.5960/1933, όπως το άρθρο 79 αντικ. με άρθρο 1 ΝΔ. 1325/1972, όπως η § 3 αντικ. με το άρθρο 4§1εδ.β Ν.2408/1096. όπως § 5 προστέθηκε με το άρθρο 4§1εδ.α' του Ν.2408/1996 και όπως 1εδ γ του άρθρου 4 του Ν.2403/1996 αντικ.
με το άρθρο 22§1 Ν.2721/1999 και άρθρο 15§3 Ν.3472/06.
Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού ουδόλως αναφέρει τον τρόπο και τα μέσα, με την έννοια της πειστικότητας, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, με τα οποία ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων προκάλεσε την απόφαση στους φυσικούς αυτουργούς, να τελέσουν την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να αρκεί η αναφορά ότι οι αυτουργοί ήσαν επαγγελματικά εξαρτημένοι από αυτόν, ούτε η πρόθεσή του.
Περαιτέρω στην προσβαλλόμενη εμφιλοχώρησαν και αντιφάσεις, που εξετάζονται αυτεπάγγελτα, καθόσον στο μεν αιτιολογικό αναφέρει ότι ο αναιρεσείων ήταν ηθικός αυτουργός, στο διατακτικό τον κηρύσσει ένοχο για ηθική αυτουργία, χωρίς να αναφέρει τα περιστατικά που συγκροτούν αυτή, αλλά παραθέτει τα περιστατικά της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής από τους αυτουργούς τους οποίους και αθώωσε.
Με τη μη αναγραφή στο διατακτικό των περιστατικών που συγκροτούν την ηθική αυτουργία καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον δεν καθίσταται σαφές, αν ο αναιρεσείων καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός. Έτσι, η απόφαση αυτή, λόγω ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας, μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, στερείται νόμιμης βάσης και συνεπώς, κατέστη αναιρετέα, κατά παραδοχή ως βασίμου και του λόγου αναιρέσεως, που θεμελιώνονται στην παράβαση του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, εφόσον είναι εφικτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.236/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, εφόσον είναι εφικτό
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ