1734/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1734/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1734 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1734/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Νικολακάκο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 5062/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 361/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι] Η κρινόμενη από 29-2-2016 αίτηση του Ε. Λ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 5062/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο δικαιούμενα προς τούτο και κατά απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση [άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1 εδ. α’ και β’ , 473 παρ. 1, 2 και 3, 474 παρ. 2 και 3, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 περ. α’ και 507 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠοινΔ) και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
ΙΙ] Κατά το άρθρο 235 παρ. 1 Π.Κ., όπως τούτο είχε αντικατασταθεί από το άρθρο δεύτερο Ν. 2802/2001 και στη συνέχεια από το άρθρο δεύτερο παρ.1 Ν. 3666/2008, ίσχυε από 10-6-2008 και καταλαμβάνει την επίδικη πράξη, ως εκ του χρόνου τέλεσής της, "υπάλληλος, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή με τη μεσολάβηση τρίτου, για τον εαυτό του ή για τρίτο, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης ή δέχεται υπόσχεση τούτων, για ενέργεια ή παράλειψή του μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στα καθήκοντά του ή αντίκειται σε αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας), απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περίπτ. α’ και 263Α του Π.Κ., η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων, που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο, αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει (ΟλΑΠ 6/1998).
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου, ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγμάτωσής του, που κατά την άνω διάταξη είναι α) η απαίτηση ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την ενέργεια ή την παράλειψη, μπορούν να εναλλαχθούν και, σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 του ΠΚ, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 α’ και 263 Α’ του ΠΚ, αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, υπάλληλος δε κατά την ανωτέρω έννοια τυγχάνει και ο ιατρός του ΙΚΑ, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ’ του ΠΚ και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ’ αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά.
Δράστης του εγκλήματος αυτού μπορεί να είναι και ο έχων την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ιατρός Τοπικής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η εξέταση ασθενών ασφαλισμένων στον εν λόγω ασφαλιστικό οργανισμό και η βεβαίωση των τυχόν διαπιστούμενων απ’ αυτόν παθήσεων, οι γραπτές δε γνωματεύσεις που συντάσσει αυτός αποτελούν δημόσια έγγραφα, έτσι ώστε η βεβαίωση σ’ αυτές ψευδών γεγονότων με γνώση της αναλήθειάς τους να θεμελιώνει το έγκλημα του ως άνω άρθρου 242 ΠΚ.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.
Όμως, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθμό 5062/2015, απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), δέχθηκε ανελέγκτως, σχετικά με τον αναιρεσείοντα (πρώτο κατηγορούμενο), επί λέξει τα εξής: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Ε.
Λ., κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι στις 26-1-2009, ήταν υπάλληλος και ειδικότερα ιατρός - ορθοπαιδικός της Τοπικής Μονάδας Υγείας του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ..., αρμόδιος για την εξέταση ασθενών ασφαλισμένων στον ως άνω ασφαλιστικό φορέα κατά την έκδοση από αυτόν ιατρικών γνωματεύσεων περί ανικανότητας προς εργασία και εντολής πληρωμής επιδόματος των ασφαλισμένων λόγω διαπιστουμένων από αυτόν παθήσεων.
Κατά τον παραπάνω χρόνο ο εν λόγω κατηγορούμενος έλαβε από τον ασφαλισμένο αλλοδαπό D. J., δια μέσου άλλου ατόμου, το οποίο τον επισκέφθηκε στην υπηρεσία του, το χρηματικό ποσό των πενήντα (50) ευρώ, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια που αντίκειται στα παραπάνω καθήκοντά του και συγκεκριμένα να εκδώσει ιατρική γνωμάτευση, στην οποία να βεβαιώνει ότι ο ως άνω ασφαλισμένος, ο οποίος εργαζόταν ως οικοδόμος, ήταν ανίκανος για εργασία για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών.
Ο πρώτος κατηγορούμενος, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, εξέδωσε την υπ’ αριθμό .../26-1-2009 ιατρική γνωμάτευση και εντολή πληρωμής επιδόματος, στην οποία βεβαίωσε ότι εξέτασε τον ασφαλισμένο D. J., ότι αυτός έπασχε από οσφυαλγία και ότι ήταν ανίκανος προς εργασία για το χρονικό διάστημα από 26-1-2009 μέχρι 9-2-2009.
Η γνωμάτευση αυτή με βάση την οποία ο ασφαλισμένος μπορούσε να λάβει από το ΙΚΑ επίδομα αναρρωτικής άδειας για το αναφερόμενο σ’ αυτή χρονικό διάστημα, ύψους 270 ευρώ, ήταν ψευδής, γεγονός το οποίο γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος. Και τούτο διότι ουδέποτε τον επισκέφθηκε ο ως άνω ασφαλισμένος και ουδέποτε προέβη σε ιατρική εξέταση αυτού, ώστε να διαπιστώσει ότι αυτός έπασχε από την αναγραφόμενη σ’ αυτήν πάθηση.
Ο κατηγορούμενος απολογούμενος αρνήθηκε ότι έλαβε το χρηματικό ποσό των πενήντα (50) ευρώ από τον ασφαλισμένο D. J. και ισχυρίσθηκε ότι εξέτασε αυτόν και διέγνωσε ότι έπασχε από οσφυαλγία. Ωστόσο τα παραπάνω δεν αποδεικνύονται βάσιμα. Τούτο διότι από το από 16-2-2011 πόρισμα συμπληρωματικής ένορκης εξέτασης που διενήργησε ο Διευθυντής της Τ.Μ.Υ.
ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ..., Α. Ξ., προκύπτει, ότι ο ως άνω ασφαλισμένος D. J. είχε υπογράψει υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 (Συν.51), με την οποία δήλωσε ότι έδωσε 50 ευρώ σε γνωστό του, ο οποίος τα έδωσε σε άλλο γνωστό του για να τα πάει στο γιατρό Λ. Ε. για να του δώσει 15 ημέρες άδεια για τη μέση του από 26-1-2009 έως 9-2-2009 και ότι ο ίδιος εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας, στα πλαίσια της διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης, επιβεβαίωσε ανεπιφύλακτα το περιεχόμενο της υπεύθυνης αυτής δήλωσής του και κατέθεσε, επιπλέον, ότι για να πάρει την ως άνω άδεια, που δεν πήρε επίδομα, δεν πήγε στο γιατρό που την έγραψε, ότι έχει μετανοήσει για την πράξη του να δώσει 50 ευρώ και το βιβλιάριό του σε γνωστό του, τον οποίο δεν κατονόμασε και ο οποίος του έφερε την άδεια και ότι εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και είχε μεγάλη ανάγκη από χρήματα.
Βέβαια ο D. J. ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά ότι έπασχε από οσφυαλγία, ότι εξετάσθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο, στον οποίο ουδέποτε έδωσε χρήματα και ότι υπέγραψε την υπεύθυνη δήλωση κατόπιν απειλών που δέχθηκε από τον Α. Ξ. και Β. Π., Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ ....
Ειδικότερα αυτοί τον απείλησαν ο μεν Β. Π. ότι αν δεν υπέγραφε την υπεύθυνη δήλωση θα καλούσε την Αστυνομία και θα πήγαινε φυλακή, ο δε Α. Ξ. ότι σε περίπτωση που προέβαινε σε ανάκληση αυτής θα κατηγορείτο για ψευδή υπεύθυνη δήλωση. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι η προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση ήταν προϊόν απειλής.
Ακόμη ο D. J. δεν εκθέτει κάποιο βάσιμο και πειστικό λόγο, για τον οποίο οι ως άνω Διευθυντές είχαν συμφέρον να αποσπάσουν από αυτόν και μάλιστα με δόλια μέσα ψευδή δήλωση και ένορκη κατάθεση εις βάρος του πρώτου κατηγορουμένου, τον οποίο ουδόλως γνώριζαν. Σημειωτέον ότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό ή ιατρική γνωμάτευση ότι ο D.
J. έπασχε από οσφυαλγία ή είχε λάβει φαρμακευτική αγωγή σχετική με την πάθηση αυτή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο D. J. στις 28-1-2009 μετέβη στο υποκατάστημα ΙΚΑ ... και προκειμένου να εισπράξει το επίδομα αναρρωτικής άδειας ύψους 270 ευρώ, παρέστησε στους αρμόδιους υπαλλήλους ψευδώς ότι είναι ανίκανος προς εργασία επί δεκαπέντε (15) ημέρες ως πάσχων από οσφυαλγία, προσκομίζοντας σ’ αυτούς την προαναφερόμενη ψευδή γνωμάτευση του πρώτου κατηγορουμένου, το οποίο, όμως, ως άνω επίδομα δεν το εισέπραξε, διότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι αντιλήφθηκαν ότι η ιατρική γνωμάτευση ήταν ψευδής, καθώς αυτός δεν είχε υποβληθεί σε εξέταση από τον πρώτο κατηγορούμενο.
Ο πρώτος κατηγορούμενος με τη χορήγηση της ψευδούς βεβαίωσης στον D. J., ο οποίος έκανε χρήση αυτής κατά τα παραπάνω, παρείχε άμεση συνδρομή στον τελευταίο κατά την τέλεση από αυτόν της απόπειρας απάτης, για την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών με την εκκαλούμενη απόφαση.
Κατ’ ακολουθίαν των παραπάνω ο πρώτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται, ήτοι της δωροληψίας υπαλλήλου, της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης, να αναγνωρισθεί, όμως, στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ του ΠΚ, δεδομένου ότι αυτός μέχρι το χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος.
Όσον αφορά το αίτημα περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ, αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο ...". Ακολούθως με βάση τις παραπάνω παραδοχές κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα (πρώτο κατηγορούμενο) με το ως άνω ελαφρυντικό για το ότι "α. την 26η Ιανουαρίου 2009, υπό την ιδιότητά του ως ιατρού - ορθοπαιδικού της Τοπικής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ ..., στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η εξέταση ασθενών, ασφαλισμένων στον εν λόγω ασφαλιστικό οργανισμό και η βεβαίωση των τυχόν διαπιστούμενων από αυτόν παθήσεων επί ειδικών διπλοτύπων εντύπων, με πρόθεση, έλαβε για λογαριασμό του ασφαλισμένου Ν.
Τ. (D. J.) του Λ., με τη μεσολάβηση ατόμου, τα στοιχεία του οποίου δεν εξακριβώθηκαν, το χρηματικό ποσό των πενήντα (50) ευρώ, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια, που αντίκειται στα καθήκοντά του, δηλαδή να χορηγήσει στον ανωτέρω ασφαλισμένο, χωρίς να προβεί στην εξέτασή του, καθότι δεν προσήλθε ενώπιον του, αναρρωτική άδεια, την οποία και χορήγησε με τη με αριθμό ...
γνωμάτευση, για το χρονικό διάστημα από 26.01.2009 έως 09.02.2009, με την αιτιολογία οσφυαλγία. β. την 26η Ιανουαρίου 2009, υπό την ιδιότητά του ως υπαλλήλου, ήτοι ιατρού - ορθοπαιδικού της Τοπικής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ ..., στον οποίο είχαν ανατεθεί τα παραπάνω καθήκοντα, με πρόθεση, συνέταξε τη με αριθμό ... γνωμάτευση ιατρού και εντολή πληρωμής επιδόματος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στην οποία βεβαίωσε εν γνώσει του, ψευδώς, ότι ο ασφαλισμένος Ν.
Τ. (D. J.) του Λ. έπασχε από οσφυαλγία και ήταν ανίκανος για εργασία για το χρονικό διάστημα από 26.01.2009 έως 09.02.2009, συνέταξε δε την παραπάνω ψευδή γνωμάτευση, αν και ο ανωτέρω ασφαλισμένος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του για να εξετασθεί, μπορούσε δε με την εν λόγω βεβαίωση να λάβει από το ΙΚΑ επίδομα αδείας για τις 15 ημέρες αναρρωτικής άδειας που του χορηγήθηκε και γ.
την 26η Ιανουαρίου 2009, υπό την ιδιότητά του ως ιατρού - ορθοπαιδικού της Τοπικής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ ..., με πρόθεση χορήγησε στον ασφαλισμένο Ν. Τ. (D. J.) του Λ., αναρρωτική άδεια δεκαπέντε ημερών με τη με αριθμό ... γνωμάτευση ιατρού και εντολή πληρωμής επιδόματος, στην οποία βεβαίωσε εν γνώσει του ψευδώς, ότι ο ανωτέρω ασφαλισμένος ήταν ανίκανος για εργασία, λόγω οσφυαλγίας, για δεκαπέντε ημέρες και συνεπώς είχε δικαίωμα να ζητήσει τη χορήγηση επιδόματος αδείας, ύψους 270 ευρώ, έτσι συνέδραμε άμεσα τον εν λόγω ασφαλισμένο κατά την τέλεση, την 28η Ιανουαρίου 2009, του αδικήματος της απόπειρας απάτης οε βάρος της περιουσίας του ΙΚΑ.".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων της παθητικής δωροδοκίας, της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της άνω απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ’ είδος στην αρχή του αιτιολογικού της.
Συγκεκριμένα, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το από 16-2-2011 πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης του Α. Ξ., Διευθυντή της Τοπικής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ..., του οποίου γίνεται ειδική μνεία στο σκεπτικό της απόφασης και αναλυτικές σκέψεις επ’ αυτού, καθώς και η κατάθεση του D.
J., η οποία, εκτενώς, συναξιολογήθηκε και συνεκτιμήθηκε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επίσης, διαλαμβάνεται η ιδιότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ως δημοσίου υπαλλήλου και συγκεκριμένα, ως ιατρού - ορθοπαιδικού της Τοπικής Μονάδας Υγείας του ΙΚΑ ..., στα καθήκοντα του οποίου αναγόταν η εξέταση ασθενών ασφαλισμένων στον εν λόγω Ασφαλιστικό Οργανισμό και η βεβαίωση των τυχόν διαπιστουμένων απ’ αυτόν παθήσεων, ότι αυτός έλαβε, μέσα στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, ως ωφέλημα για τον εαυτό του, το ποσό των 50 ευρώ, προκειμένου να προβεί σε ενέργεια, που αντίκειται στα καθήκοντά του, δηλαδή να χορηγηθεί στον ασφαλισμένο D.
J., συντάσσοντας την υπ’ αριθμό ... ψευδή γνωμάτευση, χωρίς να προβεί στην εξέτασή του, αναρρωτική άδεια για το χρονικό διάστημα από 26-1-2009 έως 9-2-2009. Επιπλέον, με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται η αρμοδιότητα του κατηγορουμένου -αναιρεσείοντος να εκδώσει, υπό την ως άνω ιδιότητά του, την παραπάνω γνωμάτευση με το προαναφερθέν περιεχόμενο, ότι δηλαδή αυτός εξέτασε τον ανωτέρω ασθενή και διαπίστωσε ότι έπασχε από οσφυαλγία και ήταν ανίκανος για εργασία για το χρονικό διάστημα από 26-1-2009 έως 9-2-2009 και ότι αυτό ήταν ψευδές, καθόσον, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν εξέτασε τον εν λόγω ασθενή, ώστε να διαπιστώσει τη συγκεκριμένη ασθένεια, αφού δεν προσήλθε ενώπιον του για να εξετασθεί.
Τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζονται από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα. Επομένως, όλες οι προβαλλόμενες πλημμέλειες του πρώτου και του δευτέρου αναιρετικού λόγου, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες εμπίπτουν στον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμες. Τέλος, αιτιάσεις, που αναφέρονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, βάλλουν κατά της ανέλεγκτης περί τα πράγματα κρίσης του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος του αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης.
Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 29-2-2016 αίτηση του Ε. Λ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 5062/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ