1734/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1734/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει η τελευταία να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Full text
Απόφαση 1734 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1734/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ASSET MANAGEMENT ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ Α.Ε" (πρώην "ΑΛΦΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΑΕ") και έδρα την ..., νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νίκο Κανέλλια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουλίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3126/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1121/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Νοεμβρίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ.1121/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-9-2010 έφεσης και των από 29-11-2011 προσθέτων λόγων έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 3126/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει δεκτή η από 17-7-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής, προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας που προκλήθηκε.
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων στην από 17-7-2008 αγωγή του ιστορούσε, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής ότι "... είναι εκ διαθήκης κληρονόμος της Ρ.
χήρας Κ. Λ. (βλ. τα υπ' αρ. 65/15-2-2006 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Ναυπλίου σύμφωνα με τα οποία δημοσιεύτηκε η από 20-6-1998 διαθήκη της) και ότι η αποβιώσασα μητέρα του υπέβαλε, στις 17-2-1998, την με αριθμό ... αίτηση συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο CRETAFUND Διαχείρισης Διαθέσιμων, το οποίο διαχειριζόταν η εναγόμενη, μέσω της εξουσιοδοτημένης αντιπροσώπου της Τράπεζας Κρήτης και συγκεκριμένα του καταστήματος αυτής στην ... .
Στη συνέχεια, εκθέτει ότι αποδέχθηκε τον κανονισμό λειτουργίας του παραπάνω αμοιβαίου κεφαλαίου, κατέθεσε το ποσό των 40.000.000 δραχμών (ήδη 117.388,11 ευρώ) στον ... λογαριασμό της εναγομένης που τηρούσε στην τράπεζα Κρήτης, εκδόθηκε στο όνομα της ο τίτλος των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου από την εναγόμενη και ότι ένα έτος αργότερα στις 17-2- 1999 μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου της ζήτησε να εισπράξει το ποσό των 48.000.000 δραχμών και ήδη 140.865,74 ευρώ (κεφάλαιο πλέον της συμφωνημένης εγγυημένης απόδοσης ποσοστού 20% επί του κατατεθειμένου κεφαλαίου) με την παράδοση του τίτλου μεριδίων προς ακύρωση, όμως η εναγομένη αρνήθηκε να της αποδώσει το παραπάνω ποσό.
Ότι ο διευθυντής του καταστήματος ... της Τράπεζας Κρήτης, ως προστηθείς της εναγομένης στη διάθεση των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου της αρχικής ενάγουσας μητέρας του ενάγοντος, ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό διότι, αντί να προωθήσει τα χρήματα της παραπάνω επένδυσης στα ταμεία της εναγομένης ή να καταθέσει το ανωτέρω ποσό στον λογαριασμό του αμοιβαίου κεφαλαίου, ενσωμάτωσε αυτό στην περιουσία του.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει α) το ποσό των 117.388,11 ευρώ (40.000.000 δραχμές) ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την αδικοπραξία του ανωτέρω υπαλλήλου της τράπεζας Κρήτης και προστηθέντος στην υπηρεσία της εναγομένης (για το πταίσμα του οποίου ευθύνεται αντικειμενικά η εναγομένη λόγω της πρόστησης) με το νόμιμο τόκο από την 22/12/1999, ήτοι από της επιδόσεως της από 16/9/1999 αγωγής της αποβιωσάσης μητέρας του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους με την 107/2001 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, άλλως από την 1/6/2002, ήτοι από της επιδόσεως της δεύτερης αγωγής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε κατά την επίδικη αδικοπρακτική βάση για τυπικούς λόγους με την 1284/2008 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, άλλως από της επιδόσεως της κρινόμενης αγωγής, β) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη από την παραπάνω αδικοπραξία με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής".
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου πραγματικά περιστατικά. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω αοριστίας, απαιτώντας για το ορισμένο αυτής στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία τους.
Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας, που μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του κατά την διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσον για την τέλεση της αδικοπραξίας που κατέστη (τέλεση) δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που χορήγησε ο αντιπρόσωπος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπροσωπευόμενο, και με την χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν.
Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, πλην όμως οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας.
Από την αυτή ως άνω διάταξη (ΑΚ 922) προκύπτει επίσης, ότι εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση της υπόθεσής του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές σ' αυτόν.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 19 παρ.2, 20 παρ. 1, 5, 21 και 30 εδ. α' του Ν. 1969/1991, προκύπτει ότι για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, τα οποία ύστερα από άδεια συστάσεως που χορηγείται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, καθίστανται αντικείμενο διαχείρισης Ανώνυμης Εταιρίας, απαιτούνται:
α) γραπτή αίτηση προς την ΑΕ Διαχείρισης, β) αποδοχή του Κανονισμού του αμοιβαίου Κεφαλαίου και γ) ολοσχερής καταβολή στον θεματοφύλακα της τιμής διάθεσης των μεριδίων σε μετρητά ή κινητές αξίες, εφόσον η ΑΕ δεχθεί τις τελευταίες. Η ΑΕ Διαχείρισης μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της, ως αντιπρόσωποι της δε μπορούν να ενεργούν μόνο Τράπεζες, Ασφαλιστικές Εταιρίες και μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ενώ αποκλείεται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι άλλα πρόσωπα (ΑΠ 9/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα μεταξύ άλλων πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η εναγόμενη είναι εταιρεία που δραστηριοποιείται ως εταιρεία διαχείρισης μεταξύ άλλων και του αμοιβαίου κεφαλαίου CRETA FUND ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΩΝ Α/Κ.
Η Τράπεζα Κρήτης με το από 21- 12-1992 ιδιωτικό συμφωνητικό και το από 31-12- 1996 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης αυτού ανέθεσε στην εναγόμενη τη συγκρότηση και διαχείριση τριών αμοιβαίων κεφαλαίων αναπτυξιακού τύπου και σταθερού εισοδήματος, η διάθεση των οποίων έπρεπε αποκλειστικά να γίνεται από την εναγόμενη και το δίκτυο της Τράπεζας Κρήτης.
Η εναγόμενη έδωσε στην τράπεζα Κρήτης ΑΕ (θεματοφύλακας του ως άνω αμοιβαίου κεφαλαίου) το δικαίωμα να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της, στο όνομα και για λογαριασμό της και να διαθέτει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία διαχειρίζεται η εναγόμενη, εντός των πλαισίων των ρυθμιστικών διατάξεων του Ν. 1969/1991 και των μεταξύ τους συμφωνηθέντων.
Έτσι, η αντιπρόσωπος Τράπεζα Κρήτης ΑΕ ανέλαβε να διατηρεί στα κατά τόπους υποκαταστήματά της αιτήσεις συμμετοχής, ενημερωτικά έντυπα, κανονισμούς για τους υποψήφιους επενδυτές και να ενημερώνει τους τελευταίους για τις ισχύουσες διατάξεις σχετικά με τη διάθεση και εξαγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Για την απόκτηση τω μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων έπρεπε ο υποψήφιος επενδυτής α) να καταθέσει την αίτηση συμμετοχής συμπληρωμένη και υπογεγραμμένη από τον ίδιο και τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα της αντιπροσώπου ή της εναγομένης στα κατά τόπο υποκαταστήματα της αντιπροσώπου, β) να καταβάλει ολοσχερώς την τιμή (αξία) διάθεσης των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων στην αντιπρόσωπο, η οποία αυθημερόν θα κατέθετε το ποσό αυτό στο σχετικό λογαριασμό του αμοιβαίου κεφαλαίου που τηρείται σ' αυτήν και γ) ν' αποδεχθεί τον κανονισμό των αμοιβαίων κεφαλαίων.
Η αντιπρόσωπος δικαιούνταν να διαβιβάσει στην εναγόμενη την εκάστοτε αίτηση συμμετοχής, μόνο υπό την προϋπόθεση της ολοσχερούς καταβολής της τιμής διάθεσης των αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ η εναγόμενη μετά την αποδοχή της αίτησης θα απέστελλε τους σχετικούς τίτλους στον επενδυτή με δική της μέριμνα, ευθύνη και δαπάνη.
Ακόμη συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι τα εξουσιοδοτημένα πρόσωπα της αντιπροσώπου δεν επιτρέπεται να παρέχουν υποσχέσεις σχετικές με την απόδοση των αμοιβαίων κεφαλαίων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η μητέρα του ενάγοντος, ήδη αποβιώσασα, Ρ., χήρα Κ. Λ., συναλλασσόταν αρκετά χρόνια με την Τράπεζα Κρήτης και συγκεκριμένα με τον Ε.
Κ., ο οποίος εργαζόταν στο υποκατάστημα της ανωτέρω τράπεζας στο ... . Με τον ίδιο υπάλληλο είχε προχωρήσει σε επενδύσεις από το έτος 1993, οπότε αγόρασε αξιόγραφα του ελληνικού δημοσίου ύψους 163.000.000 δραχμών, το έτος 1996 που αγόρασε ομόλογο προθεσμιακής κατάθεσης ύψους 50.000.000 δραχμών. Από τις συναλλαγές αυτές δεν προέκυψε κάποιο πρόβλημα οπότε η μητέρα του ενάγοντος είχε κάθε λόγο να εμπιστεύεται το πρόσωπο του Ε.
Κ. για επενδύσεις σημαντικών χρηματικών ποσών. Έτσι, όταν αυτός σταμάτησε να εργάζεται στο ... και μετακινήθηκε στο υποκατάστημα της ανωτέρω τράπεζας στην ..., η αποβιώσασα συνέχισε τις συναλλαγές της στο υποκατάστημα της Τράπεζας στην ... . Στις 17-2-1998 η αποβιώσασα μητέρα του ενάγοντος μετέβη στο υποκατάστημα της τράπεζας Κρήτης στην ..., προκειμένου να επενδύσει το ποσό των 40.000.000 δραχμών (117.388,11 ευρώ) στην αγορά μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου της εναγόμενης.
Ο Ε. Κ. την εποχή εκείνη εργαζόταν στο υποκατάστημα ... και ελάμβανε τις αιτήσεις των αμοιβαίων κεφαλαίων για λογαριασμό της εναγομένης. Η μητέρα του ενάγοντος συμπλήρωσε με τα στοιχεία της την με αριθμό ... αίτηση συμμετοχής αμοιβαίου κεφαλαίου προς την εναγομένη με ποσό επένδυσης το ποσό των 48.000.000 δραχμών.
Δίπλα στο ποσό αυτό τέθηκε η υπογραφή του Ε. Κ., στη συνέχεια η μητέρα του ενάγοντος υπέγραψε την αίτηση, αφού συμπληρώθηκαν τα στοιχεία της με διεύθυνση κατοικίας και τηλέφωνα και κατέβαλε το ποσό των 48.000.000 δραχμών (117.388,11 ευρώ). Το γεγονός ότι κατέβαλε το ανωτέρω ποσό βεβαιώνεται στο τέλος του εντύπου της αίτησης, όπου κάτωθι της φράσης "εισπράξαμε τα ως άνω ποσά για λογαριασμό των αντίστοιχων αμοιβαίων κεφαλαίων και αποδεχόμαστε την παρούσα αίτηση συμμετοχής", υπογράφει ο Ε.
Κ. ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος (προστηθείς) της εναγομένης στην θέση "εξουσιοδοτημένες υπογραφές", θέτει δε την υπογραφή του και έτερος τραπεζικός υπάλληλος, του οποίου, όμως, δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμο με τυπογραφικά στοιχεία. Μετά την ολοκλήρωση των ανωτέρω διαδικασιών αποδείχθηκε ότι Ε.
Κ. ουδέποτε απέστειλε την παραπάνω αίτηση συμμετοχής στην εναγόμενη αλλά ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό διότι, αντί να προωθήσει τα χρήματα της παραπάνω επένδυσης στα ταμεία της εναγόμενης ή να καταθέσει το ανωτέρω ποσό στον λογαριασμό του ανωτέρω αμοιβαίου κεφαλαίου, ενσωμάτωσε αυτό στην περιουσία του.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχει περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης της, επειδή η εταιρεία διαχείρισης ενεργεί με βάση σύστημα on line συναλλαγών και δεν έλαβε ποτέ την αίτηση συμμετοχής της μητέρας του ενάγοντος ούτε εισήλθε στο ενεργητικό του αμοιβαίου κεφαλαίου ποσό που είχε κατατεθεί στο όνομά της, οπότε δεν έλαβε ποτέ την ιδιότητα μεριδούχου του αμοιβαίου κεφαλαίου και επομένως, δεν είχε αναληφθεί καμία υποχρέωση της εναγομένης έναντι αυτής.
Σύμφωνα, όμως, με όσα αποδείχθηκαν η μητέρα του ενάγοντος κατέβαλε χρήματα στον Ε. Κ. και έλαβε αντίγραφο της αίτησης συμμετοχής, όπου σημειώνεται βεβαίωση περί είσπραξης χρημάτων από τον Ε. Κ. και έτερο υπάλληλο, γεγονός που αρκούσε στην μητέρα του ενάγοντος ως εξασφάλιση πραγματοποιηθείσας συναλλαγής (δεδομένου ότι είχε από το παρελθόν συνεργασία με τον συγκεκριμένο υπάλληλο).
Το γεγονός ότι ο υπάλληλος αυτός, προστηθείς της εναγομένης, δεν τήρησε τις εσωτερικές διαδικασίες της εναγομένης, όπως η τελευταία περιγράφει αυτές στο δικόγραφο της έφεσής της, προκειμένου να υλοποιηθεί η συναλλαγή δεν συνεπάγεται ευθύνη της μητέρας του ενάγοντος, η οποία δεν μπορούσε να γνωρίζει ούτε να παρακολουθήσει τις εσωτερικές διαδικασίες της εναγομένης για την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
Σε κάθε δε περίπτωση ο ενάγων δεν στηρίζει την αγωγή του στην συμβατική σχέση της εναγομένης με την θανούσα μητέρα του, οπότε αλυσιτελώς προβάλλονται οι ισχυρισμοί (λόγοι εφέσεως) περί του ότι η τελευταία δεν κατέστη μεριδούχος του αμοιβαίου κεφαλαίου της εταιρείας διαχείρισης και δεν συνδέεται συμβατικά με την εναγομένη ... .
Κατόπιν όλων αυτών αποδείχθηκε ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια πράξη του ανωτέρω υπαλλήλου, για το πταίσμα του οποίου η εναγόμενη ευθύνεται αντικειμενικά έναντι του ζημιωθέντος τρίτου επενδυτού από την υφιστάμενη σχέση πρόστησης, εφόσον η ζημία προήλθε από καταχρηστική συμπεριφορά του αντιπροσώπου της, ο οποίος εισέπραξε χρηματικό ποσό, ως αντίτιμο συμμετοχής σε αμοιβαίο κεφάλαιο, χωρίς ποτέ να αποδώσει αυτό στην εταιρεία διαχείρισης, η μητέρα του ενάγοντος υπέστη ισόποση περιουσιακή ζημία με το υπεξαιρεθέν ποσό, ήτοι περιουσιακή ζημία ποσού 40.000.000 δραχμών (117.388,11 ευρώ).
Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κανένα πταίσμα δεν την βαρύνει για την συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου, ότι ενήργησε με όλα τα μέτρα της συνετής διαχείρισης και σύμφωνα με το νόμιμο τρόπο λειτουργίας κατά τις επιταγές της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, και ότι δεν στοιχειοθετείται αμελής συμπεριφορά της στο μέτρο που είχε λάβει όλα τα μέτρα προστασίας του επενδυτικού κοινού, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους, επειδή:
Ο Ε. Κ. ενεργώντας ως προστηθείς της εναγομένης, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, έπρεπε να συμμορφωθεί με τις οδηγίες της εναγομένης αναφορικά με τη διαδικασία για την αγορά μεριδίων κεφαλαίων από την μητέρα του ενάγοντος, διαδικασίες που η εναγομένη αναφέρει αναλυτικά στα δικόγραφά της.
Από τις οδηγίες αυτές ο Ε. Κ.ς τήρησε μόνο την υπογραφή της αίτησης συμμετοχής, αλλά στη συνέχεια δεν κατέθεσε τα χρήματα που αντιστοιχούσαν στα μερίδια εξαγοράς στον λογαριασμό των αμοιβαίων κεφαλαίων που τηρούνταν στη θεματοφύλακα Τράπεζα. Το γεγονός ότι ο Ε. Κ. δεν τήρησε τις ανωτέρω οδηγίες και ιδιοποιήθηκε τα χρήματα που του κατεβλήθησαν έγινε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε εμπιστευθεί και αποτελεί παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντα αυτού που συνιστά αδικοπραξία τελεσθείσα σε βάρος της μητέρα του ενάγοντος για την οποία ευθύνεται σε ολόκληρο και η προστήσασα αυτόν εναγομένη.
Η μητέρα του ενάγοντος αποδείχθηκε ότι δεν γνώριζε την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του Ε. Κ. (βλ. σχετικά την από 14/12/1998 εξώδικη δήλωσή της προς την Τράπεζα Κρήτης, που της επιδόθηκε στις 15/1/1999 με την υπ' αριθμ. 11189/1999 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., με την οποία η μητέρα του ενάγοντος εξέθετε τα γεγονότα της πραγματοποιηθείσας επένδυσής της ακριβώς όπως επανέλαβε στη συνέχεια σε όλα τα δικόγραφα αυτής).
Ακόμα δε και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι η μητέρα του ενάγοντος ήταν άτομο έμπειρο στις συναλλαγές, η συμπεριφορά του Ε. Κ. δεν μπορούσε να προβλεφθεί και με μέτρα επιμέλειας του κάθε μέσου συνετού ατόμου που απαιτείται σε τέτοιου είδους συναλλαγές, αφού δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την πορεία των χρημάτων της στις εσωτερικές διαδικασίες της Τράπεζας.
Άλλωστε, όπως προαναπτύχθηκε, η μητέρα του ενάγοντος συνεργαζόταν με την Τράπεζα Κρήτης και τον συγκεκριμένο υπάλληλο από το 1993 και είχε προβεί σε επενδύσεις μέσω της Τραπέζης με σημαντικά χρηματικά ποσά χωρίς ποτέ να προκύψει πρόβλημα από τις συναλλαγές αυτές. Έτσι, το γεγονός ότι παρέλαβε στα χέρια της την αίτηση συμμετοχής της με τις υπογραφές των υπαλλήλων της Τράπεζας Κρήτης και στην σφραγίδα της τελευταίας, στην οποία αναφερόταν ρητά ότι εισπράχθηκε το ποσό των 40.000.000 δραχμών, αρκούσε στην μητέρα του ενάγοντος να πειστεί ότι, όπως και σε όλες τις προηγούμενες συναλλαγές της, είχε προβεί σε έγκυρη συναλλαγή εξαγοράς μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου.
Να σημειωθεί δε ότι, στις 17/2/1998, ημερομηνία συναλλαγής της μητέρας του ενάγοντος , ο Ε. Κ. εργαζόταν ακόμα στο κατάστημα της Τράπεζα Κρήτης στην ..., αφού τέθηκε σε διαθεσιμότητα, στις 23/9/1998, με την υπ' αριθμ. 33/23-9- 1998 εγκύκλιο της Διοίκησης της Τράπεζας Κρήτης και από 24/9/1998 ήταν υποχρεωμένος να μην παρουσιάζεται στο κατάστημα ... .
Επομένως, η μητέρα του ενάγοντος την εποχή που συνεβλήθη με τον Ε. Κ. ο τελευταίος εργαζόταν κανονικά στο κατάστημα της ...., όπου η ανωτέρω μετέβη και υπέβαλε την αίτηση συμμετοχή με την καταβολή των χρημάτων της". Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, η οποία σημειωτέον είχε δικαστεί ερήμην στην πρωτοβάθμια δίκη και εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 3126/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ΚΠολΔ 528), υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 117.388,11 ευρώ.
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το πιο πάνω χρηματικό ποσό. Όμως σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το νόμο και ειδικότερα τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 89/2013).
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την προβληθείσα εκ μέρους της αναιρεσείουσας ένσταση συνυπαιτιότητας της δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτή "...
δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να επιδεικνύει και δεν προέβη ούτε σε στοιχειώδη έλεγχο του διευθυντή του Καταστήματος της τράπεζας Κρήτης Ε. Κ.. Έχοντας μεγάλη πείρα σε τραπεζικές συναλλαγές, αφού επί έτη προέβαινε σε επενδύσεις, η μητέρα του αντιδίκου όφειλε να ζητήσει από τον εν λόγω Κ.
αντίγραφο του μεριδίου του αμοιβαίου κεφαλαίου το οποίο υποτίθεται ότι αγόρασε, αλλά και μηχανογραφημένο παραστατικό της τραπέζης με την κατάθεση του ποσού των 40.000.000 δρχ. Αντ' αυτού αρκέσθηκε, προφανώς στις προφορικές του διαβεβαιώσεις και στην (πλαστή) αίτηση συμμετοχής, η οποία φέρει την υπογραφή του Ε.
Κ. και ουδέποτε καταχωρήθηκε στην Τράπεζα ή την εταιρία μας, ήτοι η Ρ. Λ. επέδειξε κατά την επικαλούμενη από τον ενάγοντα πρόκληση της ζημίας, ευθύνη σε ποσοστό που είναι ικανό να άρει το βάρος του συνόλου της προκληθείσης ζημίας ...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τον συγκροτούν.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει η τελευταία να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28 Αυγούστου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ