Legislator Case Law & Legislation
1734/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against land registry entry, ruling 13 years insufficient for 15-year acquisitive prescription under Dodecanese regulations.

Case Number 1734/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a first-instance judgment that rejected a claim for acquisitive prescription based on 13 years of possession. The appellant argued that the lower court erred by accepting only 13 years instead of the mandatory 15-year period required by the Dodecanese Land Registry Regulations. The court held that the lower court violated substantive law by failing to require the full 15-year period for acquisitive prescription, thereby overturning the dismissal of the claim regarding the specific land parcel.

Legislator headnote

AI generated

Article 63 of the Dodecanese Land Registry Regulations; Article 281 of the Civil Code: Acquisitive prescription requires continuous possession for fifteen years, and a lower court cannot accept a shorter period as sufficient to extinguish ownership rights.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription Dodecanese regulations land registry entry fifteen year period ownership extinguishment appeal against dismissal possession duration

Cited Legislation

AI generated
Article 63 of the Dodecanese Land Registry Regulations
Article 281 of the Civil Code
Article 61 of the Dodecanese Land Registry Regulations
Article 41 of the Dodecanese Land Registry Regulations
Article 560 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1734 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1734/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σέργιο Αναστασιάδη και Βασίλειο Καταβενάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Κ. Κ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαρρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την από 23-9-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 677/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-11-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 16-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσειείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947), κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας μετά 15ετία από την εγγραφή που έγινε.

Ο νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι γραμμένος ή με δικαστική απόφαση έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.

Εξάλλου κατ' άρθρο 61 παρ. 1, 2 του αυτού Κανονισμού, η κτηματική εγγραφή και κάθε επόμενη καταχώριση που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο αποτελούν αντιστοίχως τη νόμιμη απόδειξη του κτηματικού δικαιώματος και τη διαδοχική αυτού μεταβολή μη επιτρεπομένης ανταποδείξεως κατά του περιεχομένου του Κτηματολογικού βιβλίου για τις εγγραφές που δεν υπόκεινται πλέον σε προσφυγή ενώπιον της δικαστικής αρχής, κατά δε το άρθρο 41 αυτού, οι αγωγές δεν μπορούν να βλάψουν τους τρίτους, οι οποίοι απέκτησαν το ακίνητο ή δικαιώματα επ' αυτού από επαχθή αιτία και με καλή πίστη με βάση τα δεδομένα της κτηματολογικής εγγραφής, η οποία προϋπήρχε της εγέρσεως και καταχωρίσεως της αγωγής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι καθιερώνεται η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με δεκαπενταετή συνεχή νομή, η οποία κατά τα λοιπά, πέραν του απαιτούμενου χρόνου νομής, στοιχεία, δηλαδή ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως διαδρομής και συμπληρώσεως της χρησικτησίας, μετά την εισαγωγή από 30-12-1947 στην Δωδεκάνησο της ελληνικής νομοθεσίας (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 510/1947) διέπεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 974, 976-979, 1045), δεδομένου ότι η παραπομπή με το άρθρο 63 στις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας είναι γνήσια, νοείται δηλαδή ότι γίνεται στις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

Επομένως, μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί, κατά τα άρθρα 974 - 979, 1045 και 1051 ΑΚ, προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου. Παραλλήλως ισχύει η αρχή της δημοσίας πίστεως του κτηματολογικού βιβλίου και συνεπώς κατ' εκείνου που απέκτησε από επαχθή αιτία και καλοπίστως εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου στηριζόμενος στα δεδομένα των κτηματολογικών εγγραφών δεν μπορεί να αντιταχθεί κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, συντελεσθείσα πριν από την απόκτηση, τούτο δε ισχύει και αν οι δικαιοπάροχοι του αποκτήσαντος δεν ασκούσαν νομή επί του ακινήτου.

Η καλή πίστη από την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο κρίνεται κατά το άρθρο 1042 Α.Κ., σύμφωνα με το οποίο ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαρειά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε τη κυριότητα. Η γονική παροχή, όμως, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 ΑΚ, συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και, συνεπώς, η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική.

Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από τον χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησής της ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 63 παρ. 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού η 15ετής παραγραφή, στην οποία αναφέρεται η παρ. 1 του άρθρου αυτού και για την οποία έγινε λόγος προηγουμένως, δεν επιτρέπεται, οσάκις έχει ως συνέπεια την τροποποίηση των συνόρων των καταγεγραμμένων ακινήτων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής α) Η μεταβολή, που έχει ως συνέπεια το μη επιτρεπτό (απαράδεκτο) της κτητικής παραγραφής, πρέπει να συνεπάγεται αναγκαίως τη μεταβολή της διαγραφόμενης στον κτηματολογικό χάρτη μεθοριακής γραμμής και για τα δύο όμορα ακίνητα και β) με τη διάταξη αυτή σκοπείται η αποτροπή της, δια της μεθόδου της χρησικτησίας, λαθραίας μεταβολής των αποτυπωθέντων στον οικείο κτηματολογικό χάρτη συνόρων ομόρων ακινήτων με τις βαθμηδόν και κατ' ολίγον μετατοπίσεις αυτών σε βάρος του ιδιοκτήτη ενός από αυτά, καθόσον τέτοια ενέργεια συνεπάγεται ρευστότητα καταστάσεως δυσδιάκριτη ως εκ της συνεχόμενης γύρω από το όριο νομής.

Δηλαδή, είναι επιτρεπτή η προβολή της 15ετούς κτητικής παραγραφής, όταν μ' αυτή δεν σκοπείται μεταβολή της αναγνωρισμένης μεθοριακής γραμμής, αλλά η νομιμοποίηση της κατοχής του γείτονα συνεπεία χρησικτησίας ενός συγκεκριμένου και σαφώς καθορισμένου τμήματος του γειτονικού ακινήτου. Έτσι, είναι επιτρεπτή η αναγνώριση της κτητικής αυτής παραγραφής, εφόσον αυτή αφορά σε συγκεκριμένο και σαφώς καθοριζόμενο εδαφικό τμήμα γειτονικής μερίδας και όχι σε χρησικτησία λωρίδας περί τα όρια ομόρων ακινήτων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την απαγορευμένη τροποποίηση αυτών (ΑΠ 1645/1990), όταν δηλαδή η χρησικτησία αφορά τμήμα ακινήτου τόσης εκτάσεως, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να υπερβαίνει την απλή περί τα όρια διαφορά.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, καίτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ρόδου, σχετικά αφενός μεν με την ένδικη αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος α) του αναφερόμενου τμήματος ακινήτου με αριθμό κτηματομερίδας γαιών ... ..., επιφάνειας 700 τ.μ.

και β) του αναφερόμενου τμήματος ακινήτου με αριθμό κτηματομερίδας ... επιφάνειας 497 τ.μ., αφετέρου δε με την ένδικη αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της και σε βάρος του εναγομένου ο νόμιμος χρόνος δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί των επίδικων εδαφικών τμημάτων ακινήτου, εκτάσεως κατά την αγωγή αυτή 640 τ.μ.

και 557 τ.μ., αντίστοιχα, δέχτηκε, ως προς το πρώτο από τα πιο πάνω εδαφικά τμήματα, τα εξής: "Δυνάμει της .../78/5-12-1984 απόφασης εκποιήσεως του Νομάρχη Δωδεκανήσου αποσπάσθηκε τμήμα από αγρό εκτάσεως 22.112 τ.μ., που βρίσκεται στην τοποθεσία "..." της κτηματικής περιφέρειας ... Ρόδου, από την κτηματομερίδα ... κυριότητας του Δημοσίου, και περιήλθε στον Α.

Ζ. του Ι.. Το αποσπασθέν αυτό τμήμα μεταγράφηκε στον τόμο γαιών ... 72, φύλλο 60, μερίδα ... και φάκελος ... και συνορεύει ανατολικά και νότια με την κτηματομερίδα 4172, δυτικά και βόρεια με την κτηματομερίδα ... και είναι νομικής φύσης δημόσια γη. Περαιτέρω, τμήμα αγρού εκτάσεως 6.608 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία "..." της κτηματικής περιφέρειας ...

Ρόδου με κτηματολογικά στοιχεία τόμος γαιών ... 71, φύλλο 60, μερίδα ... και φάκελος ... του κτηματολογίου Ρόδου, νομικής φύσης αρζί - μιρί και ήδη μουλκ, που συνορεύει ανατολικά με την κτηματομερίδα ..., νότια με την κτηματομερίδα ... και δυτικά και βόρεια με την κτηματομερίδα ..., αποσπάσθηκε από την κτηματομερίδα ..., λόγω εξωδίκου διανομής των συντιτλούχων της και περιήλθε στον ως άνω Α.

Ζ. του Ι., δυνάμει του .../31-3-1978 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Ρόδου Αντωνίου Κωστόπουλου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα αντίστοιχα κτηματολογικά βιβλία. Στη συνέχεια, δυνάμει του .../18-10-1993 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ρόδου Μιχαήλ Λέργου, νομίμως μεταγραμμένου στα αντίστοιχα κτηματολογικά βιβλία, ο ενάγων Ι.

Ζ. του Α. απέκτησε από τον πατέρα του Α. Ζ. του Ι. την κυριότητα τμημάτων των ως άνω αναφερομένων ακινήτων και ειδικότερα, α) από το ακίνητο με κτηματομερίδα ... απέκτησε τμήμα εκτάσεως 984 τ.μ. υπό στοιχείο Ε1 που περικλείεται στα γράμματα σ-φ-α-β-σ, όπως εμφαίνεται στο από 2-9-1993 σχεδιάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Π.

Α. που επισυνάπτεται στο ανωτέρω .../18-10-1993 συμβόλαιο γονικής παροχής και β) από το ακίνητο με κτηματομερίδα ... απέκτησε τμήμα εκτάσεως 4.663 τ.μ. υπό στοιχείο Ε2, που περικλείεται από τα γράμματα β'-α'-φ-χ-ψ-ω-τα-β', όπως εμφαίνεται στο ως άνω σχεδιάγραμμα. Η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Φ. Π., η οποία είναι κυρία της όμορης προς τα παραπάνω ακίνητα κτηματομερίδας με αριθ. ..., είχε περιλάβει εντός της ιδιοκτησίας της τμήματα των παραπάνω αναφερομένων ομόρων τμημάτων, τα οποία αποτελούν και τα επίδικα και στα οποία ασκούσε πράξεις νομής.

Ειδικότερα συμπεριέλαβε στην ιδιοκτησία της 1) εκ του τμήματος υπό στοιχείο Ε1 της κτηματομερίδας ..., τμήμα εκτάσεως 557 τ.μ., το οποίο περικλείεται από τα στοιχεία 1-2-Α-Ζ-Ε-Δ-1 και 2) εκ του τμήματος υπό στοιχείο Ε2 της κτηματομερίδας ..., τμήμα εκτάσεως 640 τ.μ., το οποίο περικλείεται από τα στοιχεία 2-3-Γ-Β-Α-2, όπως εμφαίνονται στο από Νοέμβριος του έτους 1998 σχεδιάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ε.

Β.. Εντός των παραπάνω επίδικων τμημάτων, τα οποία ξεχωρίζουν από το υπόλοιπο τμήμα των παραπάνω ακινήτων με διαχωριστικό όριο (αβασταγό), η ως άνω Φ. Π. καλλιεργούσε σιτάρι από το έτος 1927, εν γνώσει του Α. Ζ. (δικαιοπαρόχου του ενάγοντος) καθώς και εν γνώσει και των λοιπών συγκυρίων του δευτέρου εκ των ως άνω τμημάτων πριν από τη διανομή, πιστεύοντας ότι αυτά αποτελούν μέρος του όμορου ακινήτου της.

Το έτος 1950 η εν λόγω Φ. Π. μεταβίβασε άτυπα στην κόρη της και ενάγουσα την κτηματομερίδα ..., παραδίδοντάς της συγχρόνως και τη νομή των επίδικων τμημάτων και από τότε μέχρι σήμερα τα καλλιεργεί η ίδια με σιτάρι, συνεχίζοντας τις πράξεις νομής της δικαιοπαρόχου της. Συνεχίζει δε το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο, ότι στα τμήματα αυτά ο ενάγων ή ο δικαιοπάροχός του ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής και διακατοχής, εκτός από το έτος 1997, κατά το οποίο ο ενάγων επιχείρησε να τοποθετήσει πασσάλους στα επίδικα τμήματα, κατόπιν υποδείξεως των ορίων του από τοπογράφο μηχανικό, δέχθηκε όμως τις διαμαρτυρίες της εναγομένης, η οποία θεωρούσε αυτά μέρος της όμορης ιδιοκτησίας της.

Ως προς το τμήμα εκ του ακινήτου εκτάσεως 640 τ.μ. με κτηματομερίδα ..., το οποίο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο του εκκαλούντος με το προαναφερόμενο συμβόλαιο διανομής μεταξύ των αρχικών τιτλούχων, η δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης είχε μεν συμβληθεί στο συμβόλαιο αυτό, πίστευε όμως ότι το εν λόγω τμήμα δεν περιλαμβάνεται στο όλο τμήμα που περιήλθε στον Α.

Ζ. του Ι. (δικαιοπάροχο του ενάγοντος), αλλά στο δικό της όμορο ακίνητο και γι' αυτό συνέχισε να το καλλιεργεί, έχοντας προστρέξει πλέον στο πρόσωπό της από την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου διανομής που έγινε το έτος 1978 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, χρόνος πέρα της δεκαπενταετίας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ως προς το επίδικο εδαφικό τμήμα ακινήτου - εκτάσεως 640 τ.μ.

με αριθμό κτηματομερίδας ...-, ότι ο αναιρεσείων δεν απέκτησε από επαχθή αιτία εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου αυτού, στηριζόμενος στα δεδομένα των κτηματολογικών εγγραφών, αλλά λόγω γονικής παροχής, ήτοι από χαριστική αιτία, ότι το επίδικο αυτό τμήμα ξεχωρίζει από το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου με διαχωριστικό όριο (αβασταγό) και ότι έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπο της ενάγουσας-εναγομένης ο νόμιμος χρόνος δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επ' αυτού.

Ακολούθως, το πιο πάνω δικαστήριο, κατά το μέρος της που αφορούσε το ανωτέρω εδαφικό τμήμα, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχτηκε ως βάσιμη την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και, αφού επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια, απέρριψε την ασκηθείσα έφεση.

Έτσι, που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο ως προς το άνω επίδικο τμήμα, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 1 και 2, 68, 41 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και 974, 1045 και 1051 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ως προς το ανωτέρω ακίνητο οι από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος, κατά τα μέρη του με στοιχεία Β, Γ, Δ, Ε, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, είναι απαράδεκτοι, διότι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Επειδή, περαιτέρω, σχετικά με την ένδικη αγωγή του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ειδικότερα εντός κύριος του αναφερόμενου τμήματος ακινήτου με κτηματομερίδα ..., επιφάνειας 497 τ.μ., καθώς και σχετικά με την ένδικη αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της και σε βάρος του εναγομένου ο νόμιμος χρόνος δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί εδαφικού τμήματος του ιδίου ακινήτου επιφάνειας 557 τ.μ., την ένσταση της τελευταίας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και την άρνησή του ίδιου ως εναγομένου ως προς τη συμπλήρωση στο πρόσωπο της αντιδίκου του για το επίδικο αυτό ακίνητο του απαιτούμενου χρόνου της κτητικής παραγραφής, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δέχτηκε επιπροσθέτως, ως προς αυτό και τα εξής: "Το τμήμα εκτάσεως 557 τ.μ.

από το ακίνητο με κτηματομερίδα ..., το οποίο ανήκε αρχικά στο Δημόσιο, περιήλθε στον δικαιοπάροχο του ενάγοντος Α. Ζ. του Ι. με την .../78/5-12-1984 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου, που μεταγράφηκε στο κτηματολόγιο Ρόδου στις 22-1-1986. Όμως, το εν λόγω τμήμα από το έτος 1927 το καλλιεργούσε η δικαιοπάροχος της εναγόμενης Φ.

Π. και στη συνέχεια από το έτος 1950 η ίδια. Από τη μεταγραφή δε της ως άνω αποφάσεως του Νομάρχη Δωδεκανήσου μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής τον Ιανουάριο του 2000 έχουν περάσει δεκατρία χρόνια, τα οποία όμως αποτελούν ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η μη άσκηση του δικαιώματος από τον ενάγοντα δημιούργησε στην εναγόμενη την εύλογη πεποίθηση ότι αυτό δεν θα ασκηθεί ποτέ και για το λόγο αυτό το δικαίωμα του ενάγοντος έχει αποδυναμωθεί".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι "η ένσταση του εναγομένου περί μη συμπλήρωσης στο πρόσωπο της ενάγουσας-εφεσίβλητης του απαιτούμενου χρόνου της κτητικής παραγραφής όσον αφορά το ανωτέρω τμήμα από την κτηματομερίδα ..., πρέπει να απορριφθεί, καθόσον αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ" και κατόπιν τούτου, αφού έκρινε ότι η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου τμήματος καταλύθηκε από την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη, απέρριψε την αγωγή του, δέχτηκε την αγωγή της αντιδίκου του, και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια.

Με την κρίση του αυτή, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα δεχόμενο κατάλυση κυριότητας με την πάροδο μόνο 13 ετών, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, 974, 976-979, 1045 ΑΚ, διότι αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, δεδομένου ότι προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) απαιτείται η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου και όχι άσκηση νομής επί δέκα τρία έτη.

Επομένως, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το μέρος του με στοιχεία Α1 και πέμπτος αντίστοιχα λόγοι αναίρεσης, που αφορούν το άνω επίδικο τμήμα ακινήτου, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος της το οποίο αναφέρεται στο πιο πάνω επίδικο τμήμα, εκτάσεως 557 τ.μ.

με αριθμό κτηματομερίδας ... και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 105/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που δίκασε ως Εφετείο, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ