Legislator Case Law & Legislation
1734/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment in contract dispute over loan funding breach damages.

Case Number 1734/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by I. Ziros A.E. against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The lower court had rejected the plaintiff's claims for damages regarding a failed loan funding contract, citing lack of legal interest and insufficient factual basis for tort claims. The appellate court upheld this decision, finding no violation of substantive law or failure to consider relevant facts in the original trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 C.Pol.D.; Art. 806 A.C.; The Supreme Court may not overturn a second-instance judgment merely because the lower court rejected the plaintiff's claims, as the appellate court's review is limited to verifying if the lower court violated substantive law or failed to consider relevant facts presented in the original action.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation contract damages loan funding breach tort liability legal interest court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 C.Pol.D.
Art. 806 A.C.
ac
Art. 559 para. 8 C.Pol.D.
Art. 561 para. 2 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1734 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1734/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Πλεκτών, Υφασμάτων, Ενδυμάτων και Επεξεργασίας αυτών Τροφίμων, Ναυτιλιακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων" και τον διακριτικό τίτλο "Ι. ΖΗΡΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πουλάκο

Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "HSBC BANK PLC" (ΕΪΤΣ ΕΣ ΜΠΙ ΣΙ ΜΠΑΝΚ ΠΙ ΕΛ ΣΙ) που εδρεύει στο Λονδίνο Αγγλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, νόμιμα εγκατεστημένης στην Ελλάδα, στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρας Μονοχάρτζη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαΐου 2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5263/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5102/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 9 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωκε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφτηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 28/1998).

Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (Α.Π. 231/2004), ενώ αν δεν έλαβε υπόψη τα στηρίζοντα το δικαίωμα και εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (Α.Π. 38/2006).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι για τη σύναψη της σύμβασης του δανείου απαιτείται να υπάρχει καταρτισμένη σύμβαση, κατά τους όρους των άρθρων 185-195 ΑΚ και μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζομένου πράγματος από το δανειστή στον οφειλέτη (βλ.

ΑΠ 1484/2004, ΑΠ 1598/2003). Η σύμβαση ανοίγματος πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό είναι σύμβαση δανείου, η οποία υφίσταται, όταν ο ένας από τους συμβαλλομένους υποχρεούται να θέσει στη διάθεση του άλλου ορισμένη πίστωση (δάνειο) και ο άλλος, δηλαδή ο πιστούχος, μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, έχει δε υποχρέωση να επιστρέψει το δανεισθέν ποσό κατά τους όρους που συμφωνήθηκαν ως προς τον χρόνο και τρόπο εξόφλησης, ύψος επιτοκίου κλπ.

Η άνω σύμβαση διέπεται από τους όρους, τους οποίους τα μέρη συμφώνησαν, τις διατάξεις περί δανείου (άρθρα 806 επ. ΑΚ), οι οποίες έχουν ευθεία εφαρμογή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 35 εδ. α', 47, 48 εδ. δ', 64, 65 και 66 του ΝΔ 17.7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" και 112 του ΕΙΣΝΑΚ. Κατ' άλλη άποψη, η παραπάνω σύμβαση καταρτίζεται μόνο με συμφωνία των μερών, χωρίς να απαιτείται παράδοση.

Αλλά και στην περίπτωση αυτή, για να θεωρηθεί καταρτισμένη η σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, ειδικότερα αν πρόκειται για σύμβαση μεταξύ τράπεζας και φυσικού ή νομικού προσώπου, πρέπει, εκτός από το ύψος του δανειζόμενου ποσού, να συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την τράπεζα, ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής, το ύψ ος του οφειλομένου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων.

Εν συνεχεία, από τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 ΑΚ, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 919 του ίδιου κώδικα, συνάγονται τα εξής: Η καθιερούμενη με τις διατάξεις αυτές ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ματαίωσης της συμβάσεως, έστω και σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν ολοκληρωθεί και δεν υπολείπεται παρά η τυπική υπογραφή της συμβάσεως, περί της οποίας έχουν δοθεί σαφείς βεβαιώσεις, ότι πρέπει να θεωρείται βέβαιη.

Εκείνος, που, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ματαίωσε τη σύναψη της συμβάσεως, είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει το άλλο μέρος, για τη ζημία που προέρχεται από το γεγονός, ότι αυτός πίστευε ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν. Ως ζημία, δηλαδή, νοείται το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον, ήτοι κάθε ζημία, θετική ή και διαφυγόν κέρδος, που συναρτάται προς το ότι το έτερο μέρος υποβλήθηκε σε δαπάνες ή ματαίωσε άλλη ευκαιρία εξαιτίας της πεποίθησης του ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν, όχι δε το διαφέρον από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης, δηλαδή ζημία θετική ή αποθετική που οφείλεται στο ότι δεν εκπληρώθηκε η σύμβαση, αφού τέτοιο διαφέρον προϋποθέτει ότι η σύμβαση έχει συναφθεί (βλ.

ΑΠ 1678/2001, ΑΠ 752/2000, ΑΠ 1346/2000, ΑΠ 309/1996, ΑΠ 764/1996). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με αυτές των άρθρων 147 εδ. α', 149 εδ. α', 178, 298, 361, 806 και 807, 932 εδ. α' ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή χρηστά ήθη αποτελούν αόριστη νομική έννοια, για τη συγκεκριμενοποίηση της οποίας κριτήρια είναι οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, για την κρίση δε της υπάρξεως ή μη υπάρξεως αντιθέσεως της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη εκτιμάται όχι μεμονωμένο στοιχείο, όπως το αίτιο ή ο σκοπός του δράστη, αλλά το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά.

Βάσει τούτων, η εκ μέρους τραπεζικού οργανισμού υπόσχεση προς οφειλέτη του περί συμβατικής χρηματοδότησης του και η εκ της υποσχέσεως αυτής παραπλάνηση αυτού, αν η υπόσχεση έχει ορισμένο περιεχόμενο, όπως αναφορά του χρονικού διαστήματος μέσα στο οποίο θα δίνονταν τα δάνεια, των ποσών που θα δανείζονταν, του χρόνου δόσεως και αποδόσεως των δανείων και των επιτοκίων, στοιχειοθετεί κατ' αρχήν συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, η οποία ιδρύει ευθύνη του τραπεζικού οργανισμού προς περιουσιακή αποζημίωση, καθώς και προς χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που του προξένησε η συμπεριφορά εκείνου.

Σημειωτέον δε, ότι υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται κάποια σύμβαση, μπορεί, πέραν από την αξίωση από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ, (Ολ. ΑΠ. 967/1973). Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή νομίμων βάσεων, μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο (Α.Π. 555/1999).

Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια, είτε σε παράλειψη. Το τελευταίο συμβαίνει. όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενεργεία, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1346/2000, σχετ.

ΑΠ 821/2004, ΑΠ 1515/2001, ΑΠ 1045/2000). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αγωγή πρέπει, για να είναι ορισμένη, να περιέχει, πλην άλλων, ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, το εν λόγω αίτημα (βλ, ΑΠ 1346/2000). Στη περίπτωση, που ερευνάται, με την από 31-5-2005 (αρ.

εκ. κατ. 4996/2005) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου, οι ενάγοντες εκθέτουν, ότι το Νοέμβριο 2004 η πρώτη από αυτούς ΑΕ με την επωνυμία "ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΗΡΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΛΕΚΤΩΝ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΥΤΩΝ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ, ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", με το διακριτικό τίτλο "Ι.

ΖΗΡΟΣ Α.Ε.", συμφώνησε με την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΗSBC ΒΑΝΚ PLC", να χορηγήσει στην τελευταία δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, ποσού 4.000.000 ευρώ, επί του εργοστασίου της στην ... προς εξασφάλιση αφενός απαιτήσεών της ύψους 2.008.804,99 ευρώ και αφετέρου πρόσθετης χρηματοδότησης -δανειοδότησής της, ύψους 1.991.195,10 ευρώ, υποδεικνύοντάς της, μάλιστα, να αποσύρει το φάκελο που είχε υποβάλλει για χρηματοδότηση στην Εμπορική Leasing, έτσι ώστε να απομακρυνθεί ο κίνδυνος επιβάρυνσης του ακινήτου της από άλλη τράπεζα.

Ότι η εναγομένη, μετά την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης για το ποσό των 4.000.000 ευρώ, δεν της χορήγησε το συμφωνηθέν ποσό του 1.991.195,10 ευρώ, παρότι γνώριζε ότι τούτο της ήταν απολύτως αναγκαίο για την άσκηση της προγραμματισμένης επαγγελματικής δραστηριότητάς της. Ότι αποτέλεσμα της άνω συμπεριφοράς της εναγομένης, που ήταν αντίθετη στην καλή πίστη, στα συναλλακτικά και χρηστά ήθη, που της στέρησε το συμφωνηθέν ποσό χρηματοδότησης, ήταν να υποστεί, τις ακόλουθες ζημίες, όπως ειδικότερα αναλύονται τα αιτούμενα ποσά: 1) προμηθεύτηκε περιορισμένες ποσότητες πρώτων υλών, λόγω δυσχερειών ρευστότητας, συνεπεία δε τούτου για τη χρήση 2004 υπέστη θετική ζημία ύψους 213.853,32 ευρώ και αποθετική ζημία 916.748 ευρώ, 2) λόγω καθυστερημένων παραδόσεων των εμπορευμάτων στους πελάτες της, που οφειλόταν επίσης στην έλλειψη ρευστότητας, είχε πολλές επιστροφές και διέθεσε εμπορεύματα σε χαμηλές τιμές, ως είδη εκτός εποχής, με συνέπεια από 1-11-2004 έως 30-4-2005 να υποστεί ζημία 290.102,28 ευρώ, 3) η μη δανειοδότησή της από την εναγομένη σταμάτησε την προγραμματισμένη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό παραγωγή εμπορευμάτων, τα οποία, αν διέθετε, θα κέρδιζε κατά τη συνηθισμένη πορεία ίων πραγμάτων για το έτος 2005 το ποσό του 1.751.034 ευρώ και για τα έτη 2006 έως 2010 το ποσό των 25.878.016 ευρώ, 4) η μη δανειοδότηση της σταμάτησε την προγραμματισμένη συνεργασία της με οίκους του εξωτερικού και τη διάθεση ίων εμπορευμάτων της στην Κίνα και Ινδίες, από την οποία θα κέρδιζε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από 2005-2010, το ποσό των 25.907.700 ευρώ, 5) λόγω της μη δανειοδότησης καταστράφηκε ολοσχερώς η επιχείρησή της, αξίας 28.648.893,31 ευρώ, 6) λόγω του κλεισίματος της επιχείρησης αδυνατεί να αποπληρώσει τις δόσεις δανείων που έχει λάβει και έτσι α) θα βεβαιωθεί σε βάρος της το ύψος της ενίσχυσης για την επένδυση στην ..., ύψους 3.000.000 ευρώ και β) θα βεβαιωθεί σε βάρος της το ποσό των 9.731.156,93 ευρώ, που έλαβε ως δάνειο από διάφορες τράπεζες με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, που θα αποπλήρωνε κανονικά το 2013, 7) λόγω της πεποίθησής της, ότι θα τη χρηματοδοτούσε η εναγομένη, αυτή (ενάγουσα) συναίνεσε σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για ποσό 4.000.000 ευρώ, ενώ αρκούσε για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της εναγομένης εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για ποσό 2.400.000 και έτσι για το επιπλέον ποσό του 1.600.000 ευρώ επιβαρύνθηκε με τα έξοδα, που ανέρχονται σε 11.500 ευρώ.

Ότι, εξαιτίας της άνω παράνομης και αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της εναγομένης, προσβλήθηκε η φήμη της στην αγορά και το εμπορικό της μέλλον και συνεπώς δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000.000 ευρώ, ήτοι ότι οι συνολικές αξιώσεις της κατά της εναγομένης ανέρχονται σε 106.349.003,84 ευρώ.

Περαιτέρω, οι πρώτος και δεύτερος ενάγοντες, ως εγγυητές των ανωτέρω υπό στ. 6α και 6β υποχρεώσεων της ενάγουσας, ισχυρίζονται, ότι, λόγω της παραπάνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς, θα υποστούν συνολική ζημία ύψους 12.731.156,93 ευρώ, ήτοι 3.000.000 ευρώ από την κατάπτωση των εγγυήσεων του αναπτυξιακού νόμου και 9.731,156,93 ευρώ από τη βεβαίωση των δανείων με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, καθώς και ότι υπέστησαν ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας καθένας από αυτούς δικαιούται το ποσό των 10.000.000 ευρώ.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζητούν, μετά από παραδεκτό 154 περιορισμό του αιτήματος, Ι) να αναγνωριστεί, ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει α) στην πρώτη από αυτούς το ποσό των 106.337.503,84 ευρώ, β) στους δεύτερο και τρίτο από αυτούς το ποσό των 12.731.156,93 ευρώ διαιρετώς και το ποσό των 10.000.000 ευρώ στον καθένα από αυτούς, με το νόμιμο τόκο (όλα τα ποσά) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, II) να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα.

Με το, ως άνω, περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει σωρευτικά βάσεις περί ευθύνης από διαπραγματεύσεις και περί ευθύνης από αδικοπραξία. Ειδικότερα: 1) Ως προς τη βάση της ευθύνης από διαπραγματεύσεις: Η αναφερόμενη στην ένδικη αγωγή ως συμφωνηθείσα χρηματοδότηση της ενάγουσας από την εναγομένη μόνο ως σύμβαση δανείου με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό μπορεί να εκτιμηθεί, αφού δε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στην ενάγουσα από την εναγομένη το ποσό των του 1.991.195,10 ευρώ, που είχε συμφωνηθεί να τη δανείσει, δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταρτισμένη σύμβαση δανείου, παρά μόνο περί διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση δανείου, συμφωνά με όσα αναφέρονται στο πρώτο μέρος της μείζονος σκέψης.

Ακόμη, όμως, και αν γίνει δεκτή η άποψη, ότι η άνω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό καταρτίζεται μόνο με συμφωνία, χωρίς να απαιτείται μεταβίβαση του ποσού και πάλι δεν μπορεί να γίνει λόγος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, για καταρτισμένη σύμβαση δανείου, αφού μόνο το ύψος του ποσού είχε συμφωνηθεί, ενώ δεν είχε συμφωνηθεί ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής του ποσού από την εναγομένη τράπεζα, ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής από τον ενάγοντα, το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου και τα επιμέρους δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, στοιχεία απαραίτητα, σύμφωνα με όσα επίσης αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, για να καταρτιστεί η άνω σύμβαση μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη.

Αφού, λοιπόν, η ευθύνη της εναγομένης στηρίζεται στις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις από τα αιτούμενα κονδύλια α) το υπ' αρ. 7 κονδύλιο, συνιστά αρνητικό διαφέρον και είναι νόμιμο, β) τα με αρ. 1-6α κονδύλια, ακόμη και αν γίνει δεκτό, ότι συνδέονται αιτιωδώς με την προαναφερόμενη επιλήψιμη συμπεριφορά της εναγομένης κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, είναι μη νόμιμα και απορριπτέα, καθόσον η επιδιωκόμενη με αυτά αποζημίωση, δεν συνιστά αρνητικό διαφέρον, το οποίο και μόνο δικαιούται να αξιώσει η ενάγουσα, αλλά διαφέρον από τη μη εκπλήρωση της περί χρηματοδοτήσεως συμβάσεως, που τελικά ματαιώθηκε και την οποία αφορούσαν οι διαπραγματεύσεις, το εν λόγω διαφέρον (της μη εκπληρώσεως) δεν δικαιούται σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, γ) το υπό στ 6β κονδύλιο είναι μη νόμιμο, λόγω έλλειψης αιτιώδους συνάφειας, αφού το ποσό αυτό η ενάγουσα όφειλε να αποπληρώσει όχι εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγομένης, αλλά εξαιτίας των δανειακών συμβάσεων, που είχε υπογράψει. 2) Ως προς τη βάση της αδικοπραξίας:

Κατά την άνω βάση, με την οποία ζητούνται από την ενάγουσα τα ίδια ανωτέρω ποσά, επί πλέον δε και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η ένδικη αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο τελευταίο μέρος της μείζονος σκέψης, αφού η χρηματοδότηση, σύμφωνα με όσα εκτίθενται, δεν είχε προσλάβει συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεδομένου ότι, εκτός από το ύψος του ποσού, δεν αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο ο χρόνος και ο τρόπος δανειοδότησης, ο τρόπος και ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου, το ύψος του οφειλομένου επιτοκίου.

Κατά την ίδια βάση (αδικοπραξίας) ζητείται από τους δεύτερο και τρίτο από τους ενάγοντες αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά το μέρος αυτό η ένδικη αγωγή, ανεξαρτήτως της αοριστίας της λόγω μη αναφοράς των αμέσως ανωτέρω στοιχείων, που θεμελιώνουν την αντικείμενη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης και του ότι το ίδιο ποσό αποζημίωσης ζητείται και από την ενάγουσα, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, δεδομένου ότι οι άνω ενάγοντες δεν είναι αμέσως ζημιωθέντες από τη συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οι δυσμενείς επιπτώσεις που επικαλούνται στην περιουσία τους είναι αντανακλαστικές και δεν τους παρέχουν δικαίωμα αποζημίωσης.

Επομένως, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που κατέληξε σε όμοια κρίση, ορθά έκρινε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες με τους μοναδικούς δύο και κατά το πρώτο μέρος τους λόγους της υπό κρίση αναιρέσεώς τους κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Αλλά και κατά το δεύτερο μέρος τους οι ίδιοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσπαθούν να θεμελιώσουν πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, και πάλιν είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι, διότι το Εφετείο, που δίκασε τα έλαβε υπόψη κα τα εκτίμησε ως ανωτέρω.

Συνεπώς, και ενόψει των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολό της, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, όπως στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-12-2007 αίτηση της ΖΗΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΕΒΕ για αναίρεση της 5102/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαϊου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ