Legislator Case Law & Legislation
1734/2007 AI generated

1734/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1734/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 128/2000 μη οριστική, 90/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 604/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Μαρτίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 7 Μαΐου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1734/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπερθεματιστής στον πλειστηριασμό αναδείχθηκε ο τέταρτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) ...... Ο καθού η εκτέλεση προμνημονευόμενος X1, ο οποίος διατηρούσε νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως στην Πάτρα, στις 26-2-1997 είχε φονεύσει με πρόθεση τον ηλικίας 21 ετών ...., γιο των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφό της τρίτης (ήδη αναιρεσιβλήτων).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1734 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1734/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων : 1)..... και 2)......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κουλιό, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων : 1)......, 2)..... και 3)....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Αργυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 128/2000 μη οριστική, 90/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 604/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Μαρτίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 7 Μαΐου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης.

Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 397 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη. Μόνον όταν ο οφειλέτης τελεί το υπαλλακτικώς μικτό και αποβλέπον στην προστασία και του ατομικού συμφέροντος έγκλημα του άρθρου 397 ΠΚ, με τους προβλεπόμενους με αυτό άλλους, εκτός από την απαλλοτριωτική πράξη, τρόπους, οπότε δεν ανακύπτει η περίπτωση διαρρήξεως, τίθεται ενδεχομένως ζήτημα αποζημιώσεως (ΑΠ 84/2004, ΑΠ 284/97).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των περί καταδολιεύσεως δανειστών διατάξεων των άρθρων 939, 940 περ. β΄ και 944 του ΑΚ, ενόψει και του σκοπού που επιδιώκεται με αυτές, ο οποίος έγκειται στην προστασία των δανειστών του οφειλέτη από τις απαλλοτριώσεις των μοναδικών του περιουσιακών στοιχείων, στις οποίες αυτός προβαίνει ηθελημένα και με σκοπό μη ικανοποιήσεως των δανειστών του από την περιουσία του, σαφώς προκύπτει ότι σε διάρρηξη, με τους όρους των άρθρων 940-944 του ΑΚ, υπόκεινται μόνο οι απαλλοτριώσεις των μοναδικών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, οι οποίες γίνονται από αυτόν εκουσίως και με σκοπό βλάβη του δανειστή που διώκει τη διάρρηξη.

Συνεπώς, δεν υπόκειται σε διάρρηξη η μεταβίβαση των άνω περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, που έγινε με αναγκαστικό πλειστηριασμό, ύστερα από επίσπευση δανειστή του, για την ικανοποίηση ληξιπρόθεσμης κατ΄ αυτού απαίτησής του (ΑΠ 2002/1984). Ανεξάρτητα από αυτά, η πρόνοια που λαμβάνεται για την επίτευξη μεγαλύτερου πλειστηριάσματος, η ευχέρεια οποιουδήποτε προς πλειοδοσία, η δυνατότητα κάθε δανειστή προς αναγγελία και συμμετοχή κατά την κατάταξη και το γεγονός ότι ο πλειστηριασμός δεν αποτελεί εκποιητική σύμβαση, αλλ΄ αναγκαστική πράξη που αποκλείει τη διενέργεια τούτου προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των δανειστών, εμποδίζουν την προσβολή του πλειστηριασμού λόγω καταδολίευσης δανειστών κατά τα άρθρα 939 επ.

του ΑΚ. Τέλος, ο πλειστηριασμός, ο οποίος διενεργείται από δημόσιο όργανο, κατ΄ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας που του παρέχει ο νόμος και τελειούται με την κατακύρωση, η οποία αποτελεί πράξη του δημόσιου αυτού οργάνου, δεν μπορεί να προσβληθεί για εικονικότητα, διότι δεν είναι νοητή εικονική δήλωση του δημόσιου οργάνου, το οποίο εκδηλώνει βούληση παραγωγική έννομης σχέσης και ενεργεί ως πρόσωπο που δικαιοπρακτεί κατά το νόμο και όχι απλώς για τη βεβαίωση ξένης δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 1113/76, ΑΠ 659/74).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί αγωγής αποζημιώσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, των αναιρεσιβλήτων κατά των δύο αναιρεσειόντων και κατά δύο άλλων προσώπων που αναφέρονται πιο κάτω, δέχτηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα. Ύστερα από επίσπευση του πρώτου εναγομένου .... (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), στις 21-1-1998 εκπληστηριάστηκαν αναγκαστικώς τα δύο αναφερόμενα αγροτεμάχια, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου X1 (ο οποίος επίσης δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη).

Υπερθεματιστής στον πλειστηριασμό αναδείχθηκε ο τέταρτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) ...... Ο καθού η εκτέλεση προμνημονευόμενος X1, ο οποίος διατηρούσε νυκτερινό κέντρο διασκεδάσεως στην Πάτρα, στις 26-2-1997 είχε φονεύσει με πρόθεση τον ηλικίας 21 ετών ...., γιο των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφό της τρίτης (ήδη αναιρεσιβλήτων).

Αυτός, μετά το έγκλημα εξαφανίστηκε και κατέστη άγνωστης διαμονής. Συνελήφθη στο εξωτερικό, μετά δύο και πλέον έτη, βάσει του 3/1997 εντάλματος σύλληψης του Α΄ Ανακριτή Πατρών και, αφού εκδόθηκε στην Ελλάδα, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με τις 71-72-73/2002 αποφάσεις του Μ.Ο Εφετείου Πατρών, για ανθρωποκτονία από πρόθεση.

Στο μεταξύ, ο πρώτος εναγόμενος, με αίτησή του, την οποία κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας στις 5-6-1997, ζήτησε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής εις βάρος του δεύτερου εναγομένου X1, με βάση 64 συναλλαγματικές, ποσού της καθεμιάς 1467,37 ευρώ, που φέρονταν ότι τις είχε εκδώσει ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος) σε διαταγή του στη ....

Ηλείας στις 30-8-1995 και ότι τις είχε αποδεχτεί ο δεύτερος εναγόμενος αυθημερόν στη ...., λήξεως των μεν 29 από αυτές στις 30-10-1995 των δε υπόλοιπων 35 στις 30-12-1995. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 140/5-6-1997 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του πιο πάνω Δικαστηρίου. Αλλά οι προαναφερόμενες συναλλαγματικές είναι όλες προχρονολογημένες, δηλαδή εκδόθηκαν πραγματικά μετά τις 26-2-1997, που έγινε η ανθρωποκτονία και έως τις 28-5-1997 που υποβλήθηκε η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Όμως, η απαίτηση του πρώτου εναγομένου κατά του δεύτερου εναγομένου, συνολικού ποσού 93.910,49 ευρώ, που ενσωμάτωναν οι πιο πάνω συναλλαγματικές, δεν ήταν αληθινή, αλλά εικονική, τη δημιούργησαν δε (την εικονική απαίτηση) αυτοί, με σκοπό να επιτευχθεί η αποξένωση του δεύτερου εναγομένου από τα εμφανή περιουσιακά στοιχεία, με την απαλλοτρίωση τούτων χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και έτσι να ματαιωθεί η ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων, για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, που είχαν κατά του δεύτερου εναγομένου, κατά του οποίου αυτοί άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 8-10-1997 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν το συνολικό ποσό των 234,776,23 ευρώ ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Με βάση το ως άνω ψευδές και ανύπαρκτο χρέος, ο πρώτος εναγόμενος επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση, κατά την οποία εκπλειστηριάστηκαν τα ως άνω εμφανή περιουσιακά στοιχεία του δεύτερου εναγομένου, με εκπλειστηρίασμα πολύ κατώτερο όχι μόνο της πραγματικής αγοραίας αξίας τους, αλλά και της τιμής που θα μπορούσαν να επιτύχουν σε κανονικές συνθήκες πλειστηριασμού.

Όλοι δε οι εναγόμενοι, δέχτηκε το Εφετείο, τελούντες σε συμπαιγνία μεταξύ τους, κατέστρωσαν σχέδιο, που είχε ως στόχο την καταδολίευση των δανειστών-εναγόντων, ως εξής: Ο πρώτος εναγόμενος, μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε αληθινή απαίτηση κατά του δεύτερου εναγομένου από τις πιο πάνω συναλλαγματικές και ότι ο τελευταίος ήταν άγνωστης διαμονής από τις 26-2-1997 που τέλεσε την ανθρωποκτονία, με την από 28-5-1997 αίτησή του για την έκδοση διαταγής πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, παρέστησε ψευδώς στη Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου, ότι είχε αληθινή απαίτηση κατά του δεύτερου εναγομένου, συνολικού ύψους 93.910,49 ευρώ και ότι αυτός ήταν γνωστής διαμονής, δηλαδή, ότι ήταν κάτοικος .....

και έτσι πέτυχε να την παραπλανήσει και να εκδώσει την 140/5-6-1997 διαταγή πληρωμής, με την οποία ο δεύτερος εναγόμενος επιτάσσεται να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο 93.910,49 ευρώ, πλέον τόκων, ποσό το οποίο δεν οφείλεται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος παρέστησε ψευδώς στο δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ...., ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν γνωστής διαμονής, ενώ γνώριζε ότι ήταν άγνωστης διαμονής από 26-2-1997, με συνέπεια να τον παραπλανήσει και να προβεί στην επίδοση αντιγράφου από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο, με επιταγή προς πληρωμή, της ως άνω 140/1997 διαταγής πληρωμής στην πρώην κατοικία του τελευταίου στα ...., την οποία παρέλαβε η σύζυγος αυτού ...., η οποία εμφανίστηκε ως σύνοικος αυτού και να συντάξει την υπό αριθμό 15413/2-7-1997 σχετική έκθεση επιδόσεως.

Ο πρώτος εναγόμενος με τίτλο εκτελεστό την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, για να ικανοποιηθεί η ανύπαρκτη απαίτηση, επέσπευσε αναγκαστικό πλειστηριασμό των προαναφερόμενων δύο (2) ακινήτων του δεύτερου εναγομένου, τα οποία ήταν τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά του στοιχεία. Παρέστησε δε ψευδώς στο δικαστικό επιμελητή, ότι ο καθ΄ ου η εκτέλεση, δεύτερος εναγόμενος, ήταν γνωστής διαμονής, δηλαδή κάτοικος .....

με συνέπεια να παραπλανήσει αυτόν και να προβεί στην επίδοση της υπό αριθμό 2143/26-11-1997 σχετικής εκθέσεως κατασχέσεως των ανωτέρω ακινήτων στην πρώην κατοικία αυτού στα ....., την οποία παρέλαβε η τρίτη εναγομένη ..... σύζυγος ...., (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) η οποία, μολονότι γνώριζε ότι αυτός ήταν άγνωστης διαμονής από 26-2-1997, κατόπιν υποκινήσεως από τους δύο πρώτους εναγομένους, εν γνώσει της παρέστησε ψευδώς στον ως άνω δικαστικό επιμελητή, ότι η ίδια ήταν σύνοικος αυτού.

Περαιτέρω, ο τέταρτος εναγόμενος, ....., (αδελφός του δεύτερου εναγομένου), σε συμπαιγνία με τους υπόλοιπους εναγομένους, υπερθεμάτισε κατά το διενεργηθέντα στις 21-1-1998 αναγκαστικό πλειστηριασμό, ενώπιον της συμβ/φου Σαγέϊκων ....., μολονότι γνώριζε ότι τα ανωτέρω προαναφερθέντα δύο ακίνητα του καθ΄ ου, δεύτερου εναγομένου, ήταν τα μοναδικά εμφανή περιουσιακά στοιχεία αυτού και ότι η οφειλή του τελευταίου προς τον επισπεύδοντα πρώτο εναγόμενο, ήταν ανύπαρκτη, ψευδής και εικονική, με αποτέλεσμα να κατακυρωθούν σ΄ αυτόν τα ανωτέρω ακίνητα στα ευτελή για την πραγματική αξία αυτών, ποσά των 29.347,03 ευρώ και 12.179,02 ευρώ, αντίστοιχα, γνωρίζοντας ότι τα ως άνω ποσά ήταν κατά πολύ μικρότερα από αυτά που θα μπορούσαν να επιτευχθούν υπό κανονικές συνθήκες εκπλειστηριάσεως, δηλ.

από το ποσό των 176.082,19 ευρώ τουλάχιστον και για τα δύο ακίνητα, αφού η πραγματική τους αξία υπερβαίνει τα 234.776,23 ευρώ. Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος, σε συμπαιγνία με το δεύτερο εναγόμενο και στη συνέχεια όλοι οι εναγόμενοι, τελούντες σε συμπαιγνία, με όλες τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις τους (καταδολίευση δανειστών, ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη, απάτη επί δικαστηρίου και απάτες) αποσκοπούσαν και πέτυχαν να αποξενωθεί ο δεύτερος εναγόμενος από τα μοναδικά ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία και έτσι κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση της απαιτήσεως των εναγόντων, για χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από την εκ προθέσεως ανθρωποκτονία του ....., η οποία και τους επιδικάστηκε με την 140/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Η ζημία που υπέστησαν οι ενάγοντες από τις αδικοπραξίες των εναγομένων- ανέρχεται σε 58.694,06 ευρώ για τον καθένα, καθόσον αν ο πλειστηριασμός γινόταν κάτω από κανονικές συνθήκες, χωρίς να παρεμβληθεί η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, σύμφωνα με την κανονική πορεία των πραγμάτων και τις περιστάσεις θα επιτυγχάνονταν πλειστηρίασμα τουλάχιστον 176.082,11 ευρώ.

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, απέρριψε ως αβάσιμη ουσιαστικά (και) την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως και είχε επιδικάσει σε κάθε αναιρεσίβλητο το ποσό των 58.694 ευρώ (176.082,3), ως αποζημίωσή τους, για τη ζημία που υπέστησαν από την αδικοπραξία, την οποία όλοι οι εναγόμενοι, κατά τα προεκτιθέμενα, τέλεσαν εις βάρος τους, κρίνοντας έτσι ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή τους.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι η απαλλοτρίωση από τον δεύτερο εναγόμενο των πιο πάνω μοναδικών περιουσιακών του στοιχείων έγινε ύστερα από επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμό των περιουσιακών του αυτών στοιχείων, έστω και αν είναι εικονική όχι μόνο η απαίτηση του πρώτου εναγομένου, αλλά και η γενόμενη με τον πλειστηριασμό καταδολιευτική απαλλοτρίωση, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να προσβληθεί για εικονικότητα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, ούτε καμμία άλλη από εκείνες των άρθρων 939 επ.

του ίδιου Κώδικα. Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, όπως ορθώς εκτιμάται (και όχι και από τον αριθμό 14 του άρθρου αυτού που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες) λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αυτοί υποστηρίζουν τα αντίθετα, έπρεπε να κριθεί ως αβάσιμος και απορριπτέος. Όμως το ζήτημα, αν υπόκειται ή όχι σε διάρρηξη ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, που έγινε ύστερα από μεθόδευση του καθού η εκτέλεση, του υπερθεματιστή και του φερόμενου ως δανειστή που επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση, προκειμένου ο πρώτος να αποφύγει την ικανοποίηση των δανειστών του και συνακόλουθα το ζήτημα αν η καταδολίευση των δανειστών που γίνεται από τον οφειλέτη, με τη μεταβίβαση των περιουσιακών του στοιχείων, ύστερα από μεθοδευμένο αναγκαστικό πλειστηριασμό, αποτελεί αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, είναι γενικότερου ενδιαφέροντος.

Ενόψει τούτου και του γεγονότος ότι ο Άρειος Πάγος με την πιο πάνω 84/2004 απόφασή του έχει δεχτεί, ότι οι περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914, 926 ΑΚ δεν ευρίσκουν εφαρμογή και στην περίπτωση διάθεσης από τον οφειλέτη της περιουσίας του με αναγκαστικό πλειστηριασμό, που έγινε μεθοδευμένα προς καταστρατήγηση των δανειστών του, το Τμήμα τούτο του Αρείου Πάγου είναι υποχρεωμένο, και για την ενότητα της νομολογίας, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 563 παρ. 2 εδ. 1β΄ και 2 του Κ.Πολ.Δ, να παραπέμψει το ζήτημα τούτο και τον προαναφερόμενο αντίστοιχο λόγο της αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγο της από 14-3-2006 αίτησης των ...... κλπ, για αναίρεση της 604/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ