Supreme Court dismisses appeal on inadmissible grounds, ruling it concerns evidence evaluation rather than diagnostic error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a divorce annulment. The appellant argued the court misinterpreted a medical certificate, claiming it should have revealed the defendant's absence from a hospital on a specific date. The court rejected this, stating the complaint concerned the court's discretionary assessment of evidence rather than a diagnostic error, and the certificate was not the sole basis for the finding.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 573 of the Code of Civil Procedure; Articles 1846, 1847 of the Civil Code: An appeal alleging distortion of a document is inadmissible if it merely challenges the court's evaluation of evidence rather than pointing to a diagnostic error in the document itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1733 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1733/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Κ. (Ν.) Κ. - Σ. του Α., κατοίκου ... α) για τον εαυτό της ατομικά και β) υπό την ιδιότητά της ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου του αποβιώσαντος Π. Σ. του Ν. Παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Λάζαρο Αντωνάκο και Παναγιώτη Καραντζόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: Ε. Σ. του Π., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στυλιανό Σταματόπουλο και Χρήστο Μήλιο. Στο σημείο αυτό οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξαν. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβαν και οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι δε συναίνεσαν. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 95/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2020 αίτησή της και τον από 26-1-2024 πρόσθετο αυτής λόγο. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 17-5-2022 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περίπτ. α, 287, 291 παρ. 1 και 2 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος [κληρονόμος του]. Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή [ΑΠ 903/2024, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 1251/2021, ΑΠ 102/2020].
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παρακάτω επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, ο δεύτερος αναιρεσείων Π. Σ. του Ν. απεβίωσε στις ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε πλησιέστερους συγγενείς του και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την πρώτη αναιρεσείουσα σύζυγό του και την αναιρεσίβλητη θυγατέρα του από τον πρώτο του γάμο [βλ. την από ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δ. Ε. ..., το υπ' αριθ. ...-2021 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δήμου ..., το υπ' αριθ. 859/16-5-2022 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του γραμματέως του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, το υπ' αριθ. 52577/17-5-2022 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και το υπ' αριθ. 172/13-5-2022 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας των διαδίκων του γραμματέως του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου].
Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, η πρώτη αναιρεσείουσα κληρονόμος του με την από 17-5-2022 αίτηση - κλήση επανάληψης βιαίως διακοπείσας δίκης, που στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης κληρονόμου του αποβιώσαντος, η οποία δεν υπεισέρχεται στη θέση του ως αναιρεσείουσα, καθώς δεν μπορεί να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, επαναλαμβάνει την βιαίως διακοπείσα δίκη. Κατόπιν τούτου, και αφού δεν αμφισβητείται η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως μοναδικών κληρονόμων του αποβιώσαντος δεύτερου αναιρεσείοντος, η διακοπείσα δίκη παραδεκτώς και νομίμως συνεχίζεται από την πρώτη αναιρεσείουσα.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 95/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών και απέρριψε την έφεση των εναγομένων κατά της υπ' αριθ. 36/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρωθεί ο γάμος των εναγομένων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Επομένως, είναι παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α και β ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, το οποίο κατά τη διάταξη της παρ. 2β του άρθρου 11 του ίδιου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσή του πριν από αυτήν σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως [ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 154/2022].
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικόγραφο των από 26-1-2024 πρόσθετων λόγων αναίρεσης της αναιρεσείουσας Κ. Κ. - Σ. επί της από 22-6-2020 αίτησης αναίρεσης, κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 26-1-2024, δηλαδή τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία της κλήσης για επανάληψη της συζήτησης της βιαίως διακοπείσας δίκης [28-2-2024] και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 26-1-2024, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία μαζί με την αίτηση αναίρεσης.
Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατά αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι κατά αρχήν υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεστεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνο ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν δικαιολογούν έναν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί έλλειψης νομιμοποίησης χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρέωσης.
Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής [ΑΠ 266/2021, ΑΠ 921/2007]. Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [ολΑΠ 25/2008, ΑΠ 266/2021], διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου [ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 56/2019].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 131 εδ. α ΑΚ, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πραττομένων του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική ταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, δεν είχε έλλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχείρησε και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν.
Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του κατά τα παραπάνω ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να την προβάλει [ΑΠ 531/2018]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1372 εδ.α ΑΚ "Άκυρος είναι γάμος που έγινε κατά παράβαση των άρθρων 1350 έως 1352, 1354, 1356, 1357 και 1360 ΑΚ", ενώ κατά το άρθρο 1350 εδ.
α ΑΚ "Για την σύναψη του γάμου απαιτείται συμφωνία των μελλονύμφων" [ΑΠ 1412/2011]. Ακόμη, κατά το άρθρο 1351 ΑΚ "δεν μπορούν να συνάψουν γάμο όσοι εμπίπτουν σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 128 και της πρώτης παραγράφου του άρθρου 131, καθώς και εκείνοι στους οποίους έχει απαγορευθεί ειδικά η τέλεση γάμου, σύμφωνα με το άρθρο 129 αριθ. 2".
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1350, 1372 και 1378 ΑΚ, προκύπτει ότι την αγωγή για ακύρωση γάμου, επειδή αυτός τελέστηκε παρά την έλλειψη συνείδησης της πράξης αυτής από τον τελούντα αυτόν, λόγω άνοιας, μπορεί να ασκήσει ο σύζυγος και οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Η ιδιαίτερη αναφορά του νομοθέτη στη συνδρομή εννόμου συμφέροντος του τρίτου, για ακύρωση του γάμου, μολονότι τούτο ορίζεται και στη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, έχει διπλή σημασία.
Και δη αφενός μεν υποδηλώνει ότι για τον τρίτο, σε αντίθεση σε ότι συμβαίνει με το σύζυγο, δεν είναι αυτονόητο ότι δικαιολογείται να ζητεί την ακύρωση του γάμου, αφετέρου δε υποδεικνύει πως το έννομο συμφέρον του τρίτου θα πρέπει να ερμηνεύεται με ειδικό και στενότερο τρόπο, ενόψει του γενικότερου σκοπού του νομοθέτη να προστατεύσει το γάμο.
Το έννομο συμφέρον του τρίτου, πρέπει να είναι άμεσο και οικογενειακής φύσεως, είτε αυτό έχει μόνο ηθικό, είτε μόνο περιουσιακό, είτε μικτό χαρακτήρα, και συνεπώς οι τρίτοι που επιδιώκουν την ακύρωση του γάμου δεν μπορεί να είναι πρόσωπα εντελώς ξένα προς την οικογένεια του ενός ή του άλλου συζύγου. Όπως προαναφέρθηκε, αρκεί και μόνο ηθικό οικογενειακής όμως φύσεως έννομο συμφέρον των τρίτων για την ακύρωση του γάμου.
Πρέπει όμως αυτό να είναι άμεσο, με την έννοια ότι με την επιδιωκόμενη ακύρωση του γάμου, αποκαθίσταται η διαταραχθείσα συνεπεία του ακύρου γάμου οικογενειακή τάξη από τη διατάραξη της οποίας οι τρίτοι θίγονται αμέσως.
Συνεπώς, τέτοιο ηθικό έννομο συμφέρον έχουν οι στενότεροι με τα πρόσωπα των συζύγων συγγενείς αυτών [γονείς, αδελφοί, τέκνα από προηγούμενο γάμο των συζύγων και οι πρώτοι εξάδελφοι], όχι όμως και οι απώτεροι συγγενείς αυτών [τέκνα και σύζυγοι εξαδέλφων], μολονότι και αυτοί έχουν περιουσιακό έννομο συμφέρον, αν με την ακύρωση του γάμου καλούνται στην εξ αδιαθέτου διαδοχή του ενός ή του άλλου των συζύγων του ακύρου γάμου [ΑΠ 1877/2014].
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα [αναιρεσίβλητη], επικαλούμενη την ιδιότητά της ως τέκνου του δεύτερου εναγομένου από τον πρώτο του γάμο, ζήτησε να ακυρωθεί ο γάμος του δεύτερου εναγομένου [ήδη αποβιώσαντος δεύτερου αναιρεσείοντος] και της πρώτης εναγομένης δεύτερης συζύγου του [αναιρεσείουσας], για το λόγο ότι κατά τον χρόνο τέλεσής του [21-6-2014], ο πατέρας της δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, λόγω άνοιας.
Οι εναγόμενοι, αμυνόμενοι κατά της αγωγής αυτής προέβαλαν πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, επανέφεραν δε αυτόν με λόγο έφεσης και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι τα τέκνα του συζύγου από τον πρώτο γάμο του δεν έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την ακύρωση του δεύτερου γάμου του γονέα τους.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], απέρριψε τον παραπάνω αρνητικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων με την αιτιολογία ότι "... η ενάγουσα, ως μοναδικό γνήσιο τέκνο του Π. Σ. [δεύτερου αναιρεσείοντος], δικαιολογεί άμεσο και σπουδαίο οικογενειακής φύσεως έννομο συμφέρον, προς έγερση της αγωγής, έχοντος μικτό χαρακτήρα [περιουσιακό και ηθικό]".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 ΚΠολΔ και 1350, 1372, 1378 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, γιατί συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, η ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον της ενάγουσας, για την άσκηση της ένδικης αγωγής ακύρωσης γάμου, προκύπτει από την ιδιότητά της ως μοναδικού γνήσιου τέκνου του αναιρεσείοντος Π.
Σ., που της παρέχει το ηθικό δικαίωμα για την ακύρωση του γάμου του, το οποίο αρκεί και μόνο να θεμελιώσει το αγωγικό δικαίωμα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ισχυρισμός τους περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, διότι αυτή άσκησε την ένδικη αγωγή, ωθούμενη αποκλειστικά από οικονομικά συμφέροντα αποδοκιμαζόμενα από την έννομη τάξη και με σκοπό να μην ελεγχθεί για το ότι κατά τα έτη 2014 και 2015 προέβη σε μεταβιβάσεις ακινήτων ιδιοκτησίας του πατέρα της, σε κάποια από τα οποία στεγάζονταν οι επιχειρήσεις του στην Αθήνα, δυνάμει σχετικών πληρεξουσίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Κ., εισπράττοντας το τίμημα για λογαριασμό του, δεν στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον αποτελεί αρνητικό ισχυρισμό των εναγομένων περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας και δεν συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης. Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας] ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της [ανεπαρκής αιτιολογία] ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία].
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε [ολΑΠ 2/2019, ολΑΠ 8/2018, ΑΠ 956/2021]. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα, Ε.
Σ. (αναιρεσίβλητη), είναι το μοναδικό τέκνο του δευτέρου εναγομένου (δεύτερου αρχικού αναιρεσείοντος), Π. Σ. Ο τελευταίος, ο οποίος γεννήθηκε το έτος ... στη ..., τέλεσε νόμιμο γάμο με την Α. Σ., μητέρα της ενάγουσας, το έτος ..., ο οποίος λύθηκε αμετάκλητα με την 3258/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ο ανωτέρω κατοικεί την τελευταία τουλάχιστον 25ετία μόνιμα στην πόλη του ..., όπου ασχολήθηκε με την τοπική αυτοδιοίκηση, διετέλεσε μάλιστα Δήμαρχος για τρεις τετραετίες. Πρότερον δραστηριοποιείτο επαγγελματικά στην Αθήνα, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή του ..., από δε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες απέκτησε ικανά περιουσιακά στοιχεία, αποτελούμενα από ακίνητα, μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις κλπ.
Ο ανωτέρω, την 21-6-2014, τέλεσε πολιτικό γάμο, στο Δημαρχείο ..., με την πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσείουσα), Κ. Κ. - Σ., με την οποία από 25ετίας και πλέον είχε συνάψει σχέση και συζούσε στην περιοχή του ..., παρουσιάζοντας αυτήν και πριν την τέλεση του γάμου τους ως νόμιμη σύζυγό του, έχοντας κοινά ενδιαφέροντα και κοινωνικές εκδηλώσεις, μάλιστα δε την προώθησε και ως διάδοχό του στα αυτοδιοικητικά πράγματα της περιοχής του.
Αποδείχθηκε όμως, ότι ο ανωτέρω δεύτερος εναγόμενος, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του με την πρώτη εναγομένη, δηλαδή κατά το χρόνο που έγινε η δήλωση των ανωτέρω προς τον Αντιδήμαρχο του Δήμου ... ότι συμφωνούν για την τέλεση του γάμου τους, δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ευρισκόμενος σε σοβαρή ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, καθόσον έπασχε ήδη από τη νόσο Alzheimer, συνεπεία της οποίας μάλιστα τέθηκε σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης με την υπ' αριθμ. 72/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.
Περί τούτου δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ο ισχυρισμός δε της δεύτερης εναγομένης ότι ο Π. Σ. εμφάνισε συμπτώματα της νόσου Alzheimer το πρώτον το έτος 2016 δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω, πέντε ημέρες μετά το γάμο του και συγκεκριμένα στις ...-2014 μετέβη, συνοδευόμενος από την πρώτη εναγομένη, στην Αθήνα, στο Νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ", για προγραμματισμένο ιατρικό έλεγχο.
Εκεί εξετάσθηκε από τον ιατρό, Σ. Π., επίκουρο καθηγητή Νευρολογίας της Β' Νευρολογικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών του παραπάνω νοσοκομείου, αλλά και από τους ιατρούς, Ν. Α., νευρολόγο, επιστημονικό συνεργάτη του ειδικού ιατρείου νευρολογίας της συμπεριφοράς και νευροψυχολογίας του παραπάνω νοσοκομείου και Σ. - Π.
Φ., νευροψυχολόγο, με την αιτιολογία "δχ μνήμης". Υπεβλήθη σε σειρά ιατρικών εξετάσεων, καθώς και σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, η οποία έγινε στο ιδιωτικό θεραπευτήριο ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ την ίδια ημέρα και περιλαμβάνεται στον σχηματισθέντα στο νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" ιατρικό του φάκελο. Από τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου του προκύπτει ότι στις ...-2014 ο δεύτερος εναγόμενος, παρουσίαζε άνοια κλιμακούμενη και όχι προερχόμενη από αγγειακή αιτιολογία (δηλαδή από πρόσφατο περιστατικό εγκεφαλικό - ισχαιμικό επεισόδιο), της οποίας ο βαθμός ωρίμανσης ανάγεται σε αρκετούς μήνες πριν.
Επίσης από τα ίδια στοιχεία προκύπτει ότι ο δεύτερος εναγόμενος επανεξετάσθηκε από τον ίδιο ως άνω ιατρό, Σ. Π., στο ιατρείο του τελευταίου στην Αθήνα, στις ...-2014 με την αιτιολογία "νόσος Alzheimer". Αυτά αποτυπώνονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2014 ιατρική βεβαίωση -γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού, Σ. Π., στην οποία βεβαιώνεται ότι κατά τις ...-2014 όσο και κατά τις ...-2014 ο Π.
Σ., εξετάσθηκε από αυτόν και διαγνώσθηκε ότι πάσχει από ανοϊκή συνδρομή με διαταραχές μνήμης, λόγου, απραξία, εκτελεστική δυσλειτουργία και ήπιες διαταραχές συμπεριφοράς (ευερεθιστότητα, άγχος, απάθεια) στο πλαίσιο της νόσου Alzheimer, ασθένεια συνεπεία της οποίας δε δύναται να φροντίζει μόνος του τις υποθέσεις του.
Σημειωτέον, ότι στα πλαίσια των ανωτέρω εξετάσεων στις οποίες υποβλήθηκε ο δεύτερος εναγόμενος στις ...- 2014 στο νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" διενεργήθηκε σε αυτόν "βραχεία εξέταση ψυχικής κατάστασης" (mini mental state examination) (MMSE), το οποίο αποτελεί διαγνωστικό εργαλείο ανίχνευσης του γνωστικού επιπέδου του ασθενούς. Η βαθμολόγησή του, ήταν, κατά το χρόνο που διενεργήθηκε το τέστ, 10/30, το οποίο σηματοδοτεί σοβαρή ανοϊκή διαταραχή.
Εξάλλου, πρέπει να αναφερθεί ότι η άνοια είναι μια εξελικτική εκφυλιστική επί τα χείρω οργανική (ψυχική και διανοητική) βλάβη, με σταδιακή εγκατάσταση και επιδείνωση των κλινικών συμπτωμάτων και σύμφωνα με την από 27-6-2016 ψυχιατρική γνωμοδότηση του Ψυχιάτρου Α. Δ., Αν. Καθηγητή Ψυχιατρικής-Ψυχιατροδικαστικής Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο δεύτερος εναγόμενος βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση για ικανό χρονικό διάστημα, τουλάχιστον δύο (2) μήνες πριν την κλινική εξέτασή του στις ...-2014 και ...-2014.
Δηλαδή ο δεύτερος εναγόμενος, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου έπασχε από σοβαρή νοητική έκπτωση της συνολικής λειτουργικότητας του ατόμου, τέτοια που δεν του επέτρεπε να έχει συνείδηση των πραττομένων, ακόμη και λόγω σύγχυσης σε μεγάλο βαθμό. Τα ανωτέρω επιρρώνονται και από το με αριθμ. πρωτ. ...-2017 δημόσιο έγγραφο του Ε.Ο.Π.Π.Υ.
με θέμα "ΠΑΡΟΧΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΣΥΝΤΑΓΟΓΡΑΦΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟ Σ. Π. (ΑΜΚΑ:...), σύμφωνα με το οποίο πιστοποιείται ότι ο δεύτερος εναγόμενος λάμβανε συνταγογραφούμενα ειδικά φάρμακα (aricept, seropram) για τη νόσο Alzheimer, ήδη από τον Ιούλιο του έτους 2014 από το φαρμακείο του Σ. Μ. στον ..., ενώ και από τη βεβαίωση του φαρμακείου "Μ.
Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε" που εδρεύει στην Κηφισιά προκύπτει ότι κατά το έτος 2014 στα πλαίσια της συνταγογράφησης του ανωτέρω θεράποντος ιατρού, Σ. Π. σε συνδυασμό με την από 3-10-2016 βεβαίωση του προαναφερόμενου ιατρού, χορηγήθηκαν φάρμακα για την θεραπεία της νόσου Alzheimer, κατά τις 27-6-2014, ήτοι 6 ημέρες μετά την τέλεση του γάμου.
Εξάλλου, αναφορικά με τη χρήση του φαρμάκου seropram πρέπει να επισημανθεί ότι η κλινική δοκιμή του εν λόγω αντικαταθλιπτικού φαρμάκου βοηθά σημαντικά στην βελτίωση των νευροψυχιατρικών συμπτωμάτων που εμφανίζουν οι ασθενείς με τη νόσο Alzheimer. Για την κατάσταση της υγείας του ανωτέρω δεύτερου εναγομένου, η οποία τον καθιστούσε ανίκανο να τελέσει γάμο, προσκομίσθηκαν από την ενάγουσα τα ανωτέρω αναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η προαναφερόμενη ασθένεια του δεύτερου εναγομένου είχε ως συνέπεια την ανικανότητα αυτού εξαιτίας των επικαλουμένων αιτιών να τελέσει τον ανωτέρω πολιτικό γάμο.
Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν προσήλθε και δεν εξετάσθηκε ποτέ από τους θεράποντες ιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ" κατά τις ανωτέρω ημεροχρονολογίες και προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού προσκομίζουν την με αριθμ. πρωτ. ...-2017 βεβαίωση του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ", με υπογράφουσα την Φ.
Θ. (Διευθύντρια Διοικητικής και Οικονομικής Υπηρεσίας), με την οποία βεβαιώνονται τα εξής: "Βεβαιώνουμε ότι, όπως φαίνεται από το ηλεκτρονικό αρχείο που τηρεί η υπηρεσία μας, δεν έχει καταγραφεί ασθενής Σ. Π. του Ν., με ΑΜΚΑ ... στις ...-2014 και ...-2014. Σημειώνουμε όμως ότι η μη καταγραφή στο μηχανογραφικό μας σύστημα δεν συνεπάγεται και μη προσέλευση του ασθενή....".
Ο παραπάνω ισχυρισμός των εναγομένων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αφενός μεν στην ίδια ως άνω βεβαίωση αναφέρεται ρητά ότι "... η μη καταγραφή στο μηχανογραφικό μας σύστημα δεν συνεπάγεται και μη προσέλευση του ασθενή...." αφετέρου δε δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αντιθέτως αποκρούεται από τα ανωτέρω προαναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά και βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από την ενάγουσα, καθώς και από το από 8-12-2016 χειρόγραφο ιατρικό σημείωμα του θεράποντος ιατρού Σ.
Π., ο οποίος αναφέρει ότι "ο ασθενής εξετάσθηκε στο Νοσοκομείο Αττικόν από εμένα και τους συνεργάτες μου στις ...-2014. Εκ παραδρομής δεν ενεγράφη στα βιβλία ασθενών", αλλά και από τις από 10 και 11-7-2019 ένορκες καταθέσεις των εμπλεκομένων ιατρών που προαναφέρθηκαν, οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια σχηματισθείσας σε βάρος της ενάγουσας, κατόπιν μήνυσης της πρώτης εναγομένης, ποινικής δικογραφίας.
Όλοι δε οι ιατροί και όχι μόνο ο Σ. Π., βεβαιώνουν την προσέλευση του Π. Σ. στις ...-2014 στο νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" και την υποβολή αυτού σε σειρά εξετάσεων ανοϊκών ασθενών. Η κρίση εξάλλου του Δικαστηρίου ότι ο Π. Σ. κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου έπασχε ήδη από τη νόσο Alzheimer, συνεπεία της οποίας βρισκόταν σε σοβαρή ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, δεν αναιρείται από τα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους έγγραφα και δη: 1) από το υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-2016 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Αιτωλοακαρνανίας Νοσηλευτική Μονάδα Αγρίνιου, από το οποίο προκύπτει ότι ο δεύτερος εναγόμενος νοσηλεύτηκε στο ανωτέρω νοσοκομείο από τις 19-8-2014 έως τις 23-8-2014 για παθολογικά αίτια και δη για οξεία παγκρεατίτιδα, γεγονός όμως που δεν αποκλείει, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ότι ο ανωτέρω έπασχε και από τη νόσο Alzheimer. 2) από την από 11-5-2018 γνωμοδότηση του ομότιμου καθηγητή νευρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ε.
Σ., ο οποίος, χωρίς να προβεί σε κλινική εξέταση του Π. Σ. και στηριζόμενος αποκλειστικά στις από ...-2014, ...-2015 και ...-2016 αξονικές τομογραφίες εγκεφάλου αυτού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: "οι γνωσιακές λειτουργίες του Π. Σ. τον Ιούνιο του 2014 ήταν φυσιολογικές, κατάσταση δηλαδή κατά την οποία ήταν ικανός να λαμβάνει προσωπικές αποφάσεις όπως και η σύναψη γάμου" και 3) και από την υπ' αριθμ.
πρωτ. ...-2018 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Β. Μ., Διευθυντή του τομέα ψυχικής υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Μεσολογγίου "ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ", στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι "από τον έλεγχο των αξονικών τομογραφιών του Π. Σ. της ...-2012, ...-2013, ...-2014 και ...-2015 δεν προκύπτει κανένα αξιόλογο εύρημα που να συνηγορεί υπέρ άνοιας.
Στην αξονική τομογραφία της ...-2016 παρουσιάζεται για πρώτη φορά κροταφική ατροφία, η οποία παραπέμπει σε αρχικά στάδια άνοιας". Οι δυο τελευταίες αυτές γνωματεύσεις - γνωμοδοτήσεις, στηρίζονται αποκλειστικά στην αξιολόγηση αξονικών τομογραφιών, οι οποίες όμως δεν αποτελούν αποκλειστική μέθοδο διάγνωσης της νόσου Alzheimer, η χρησιμότητα δε αυτών έγκειται κυρίως στο να αποκλειστεί ως αιτία της άνοιας τυχόν δομική βλάβη του εγκεφάλου από όγκο ή αιμάτωμα ή σοβαρή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
Η κρίση εξάλλου του Δικαστηρίου για την κατάσταση της υγείας του Π. Σ. κατά την τέλεση του γάμου ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτός δεν παρίστατο στις συνεδριάσεις των δημοτικών συμβουλίων του Δήμου ..., όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ...-2014 απόσπασμα του πρακτικού της τακτικής δημόσιας συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ..., ενώ δεν παρευρέθη σε καμία συνεδρίαση του ανωτέρω δημοτικού συμβουλίου από τη 1-5-2014 έως την 31-8-2014.
Επίσης, το γεγονός ότι ο Π. Σ., μετά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης του γάμου, προέβη σε υπογραφή συμβολαιογραφικών πράξεων, δεν αποδεικνύει την ψυχοαδιανοητική υγεία του ανωτέρω, καθόσον αποδεικνυομένου του γεγονότος ότι αυτός κατά τη σύναψη των συμβολαίων δεν λειτουργούσε με πλήρη διαύγεια και δεν είχε συνείδηση των πραττομένων θα είχε ταις αποτέλεσμα την ακυρότητα των καταρτισθεισών με τα συμβόλαια δικαιοπραξιών.
Τέλος η ενάγουσα, ως μοναδικό γνήσιο τέκνο του Π. Σ., δικαιολογεί άμεσο και σπουδαίο οικογενειακής φύσης έννομο συμφέρον, προς έγερση της αγωγής, έχοντας μικτό χαρακτήρα (περιουσιακό και ηθικό). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη. Όμοια λοιπόν αφού έκρινε και η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε.
Επομένως, οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 36/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που είχε δεχθεί την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και ακύρωσε τον τελεσθέντα, στις 21-6-2014 στο Δημαρχείο ..., πολιτικό γάμο των εναγομένων.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 131, 1350, 1351, 1372, 1378 ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις ως άνω παραδοχές της, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκειες στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με τον χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Τα παραπάνω στηρίζονται στις ακόλουθες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης: α] ο δεύτερος αναιρεσείων Π. Σ., την 21-6-2014, τέλεσε νόμιμο πολιτικό γάμο με την πρώτη αναιρεσείουσα, με την οποία συζούσε επί 25 έτη, παρουσιάζοντάς την ως νόμιμη σύζυγό του, β] κατά την τέλεση του γάμου τους, ο δεύτερος αναιρεσείων δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ευρισκόμενος σε σοβαρή ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, καθόσον έπασχε ήδη από τη νόσο Alzheimer, συνεπεία της οποίας τέθηκε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης με την υπ' αριθ. 72/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, γ] η έλλειψη συνείδησης των πράξεών του διαπιστώθηκε ήδη από την ...-2014, όταν πέντε μόλις ημέρες μετά τον γάμο του, επισκέφθηκε το δημόσιο νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ", συνοδευόμενος από άτομο που δηλώθηκε ως σύζυγός του, για προγραμματισμένο ιατρικό έλεγχο από τον ιατρό Σ.
Π., επίκουρο καθηγητή Νευρολογίας της Β' Νευρολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά και τους ιατρούς Ν. Α., νευρολόγο της συμπεριφοράς και της νευροψυχολογίας του παραπάνω νοσοκομείου και Σ. - Π. Φ., νευροψυχολόγο, δ] από τον ιατρικό φάκελο προέκυψε ότι στις ...-2014 παρουσίαζε άνοια κλιμακούμενη και όχι προερχόμενη από αγγειακή αιτιολογία [δηλαδή από πρόσφατο εγκεφαλικό - ισχαιμικό επεισόδιο], της οποίας ο βαθμός ωρίμανσης ανάγεται σε μερικούς μήνες πριν, ενώ στις ...-2014 επανεξετάστηκε στο ιδιωτικό ιατρείο του παραπάνω ιατρού με αιτιολογία "νόσος Alzheimer", ε] η εγκατάσταση της άνοιας του άνω ασθενούς, που έγινε σταδιακά και ήταν προχωρημένη, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι δύο τουλάχιστον μήνες πριν την τέλεση του γάμου ο ασθενής έπασχε από σοβαρή νοητική έκπτωση της συνολικής λειτουργικότητας, που δεν του επέτρεπε να έχει συνείδηση των πραττομένων.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου [ολΑΠ 11/1996, ΑΠ 1291/2022]. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό [ολΑΠ 25/2003], αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε [ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 786/2021, ΑΠ 281/2021].
Εξάλλου, για να προχωρήσει το Εφετείο στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής ή της ένστασης, προϋποτίθεται κατ' ανάγκη ότι ερεύνησε και διαπίστωσε το ορισμένο και τη νομική βασιμότητα αυτής, αφού διαφορετικά ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσης, αλλά με αυτήν διατυπώνονταν παράπονα μόνο για το κατ' ουσία βάσιμο της αγωγής ή της ένστασης, ήταν υποχρεωμένο αυτεπαγγέλτως, λόγω του κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ν' απορρίψει την αγωγή ή την ένσταση, εάν την έκρινε αόριστη ή νομικά αβάσιμη [σχετ.
ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016]. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και νομίμως επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση πλαστότητας της υπ' αριθ.3560/1-10-2014 ιατρικής βεβαίωσης του δημοσίου νοσοκομείου "ΑΤΤΙΚΟΝ", υπογεγραμμένης από τον ιατρό Σ.
Π. και του από 8-12-2016 ιδιόγραφου σημειώματος του ίδιου ιατρού που αφορούσαν το κρίσιμο ζήτημα της διάγνωσης της άνοιας του δεύτερου αναιρεσείοντος. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως από τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα περιστατικά αντίθετα από αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί πλαστότητας κατά ορισμένου προσώπου και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον σχετικό ισχυρισμό, ότι δηλαδή η βεβαίωση με αυτά της εξέτασης του ασθενούς δεν πραγματοποιήθηκε, αφού αυτός ουδέποτε προσήλθε για εξέταση από τον ως άνω ιατρό στο ως άνω νοσοκομείο, με το αιτιολογικό ότι η μη καταγραφή στο μηχανογραφικό σύστημα του νοσοκομείου της εισαγωγής σε αυτό το δεύτερου αναιρεσείοντος ασθενούς, δεν συνεπάγεται και την μη προσέλευσή του σ' αυτό, ότι ο ισχυρισμός της μη προσέλευσης δεν ενισχύεται από κανένα άλλο στοιχείο [πλην της μη καταγραφής του ασθενούς στο μηχανογραφικό σύστημα του νοσοκομείου] και ότι, αντιθέτως, αποκρούεται, μεταξύ άλλων, από τις 10 και 11-7-2019 ένορκες καταθέσεις των εμπλεκομένων ιατρών, που λήφθηκαν στο πλαίσιο σχηματισθείσας σε βάρος της ενάγουσας, κατόπιν μήνυσης της πρώτης εναγομένης, ποινικής δικογραφίας. [Σημειώνεται ότι ήδη το υπ' αριθ. 14/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος της ενάγουσας για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου, αφού κρίθηκε ότι τα φερόμενα ως πλαστά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και η παραπάνω ιατρική βεβαίωση, δεν είναι πλαστά].
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθ. 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη έγγραφο το οποίο προσβλήθηκε ως πλαστό, χωρίς να ερευνήσει την πλαστότητα αυτού.
Επομένως, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία προσβλήθηκαν ως πλαστά είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, εφόσον κατά τα ανωτέρω ερεύνησε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί πλαστότητας των εγγράφων αυτών, δεχόμενο ότι τα έγγραφα αυτά δεν ήταν πλαστά, αφού ο δεύτερος αναιρεσείων ασθενής εξετάστηκε πράγματι από τον παραπάνω ιατρό, παραδεκτώς έλαβε αυτά υπόψη, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και κατέληξε στη δικανική κρίση του.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται [ΑΠ885/2021]. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, κατέληξε σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη [ΑΠ 677/2015] και, επίσης, δεν ιδρύεται από παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ειδικότερων περιστατικών, που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν δεν συμπίπτουν απολύτως, χωρίς όμως να διαφέρουν ουσιωδώς, από τα περιστατικά της αγωγής [ΑΠ 885/2021, ΑΠ 663/2018].
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα χωρίς απόδειξη ως αληθινά και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι στον ιατρικό φάκελο του δεύτερου αναιρεσείοντος, που σχηματίσθηκε στο νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ", περιλαμβανόταν και η αξονική τομογραφία του ασθενούς, που έγινε στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ", γεγονός που στήριξε τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι πράγματι ο ασθενής προσήλθε και εξετάστηκε στο νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" στις ...-2014, την ίδια ημέρα κατά την οποία λήφθηκε η ως άνω αξονική τομογραφία και οδήγησε στην βεβαίωση της άνοιας του δεύτερου αναιρεσείοντος και στην ακυρότητα του γάμου του με την πρώτη αναιρεσείουσα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι τα παραπάνω επικαλούμενα προς θεμελίώσή του περιστατικά δεν συνιστούν "πράγμα" ή "ζήτημα", αλλά επιχείρημα του Εφετείου, που έχει συναχθεί από τις αποδείξεις και άρα δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προτεινόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα της παραδοχής της προσκόμισης της αξονικής τομογραφίας στο νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ", καθώς και της παραδοχής της προσέλευσης του δεύτερου αναιρεσείοντος ασθενούς στο ως άνω νοσοκομείο και, συνεπώς, και της βεβαίωσης της άνοιας του με τις προαναφερόμενες ιατρικές βεβαιώσεις, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση [ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 26/2020, ΑΠ 1055/2019].
Για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα [στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα], να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού [ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 83/2020].
Επίσης, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα [λ.χ. έγγραφα] του αναιρεσείοντος και όχι αυτά που προσκόμισε ο αντίδικός του. Κατ' εξαίρεση, αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, το οποίο είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως ο αντίδικός του και έτσι αυτό κατέστη κοινό μέσο αποδείξεως, δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης [ΑΠ 194/2020, ΑΠ 516/2017].
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να σχηματίσει την προαναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του α] την από 12-7-2019 ένορκη εξέταση μάρτυρος της φαρμακοποιού Μ.
Μ. και β] την από 10-7-2019 ένορκη εξέταση μάρτυρος του ιατρού Σ. Π., ενώπιον του πταισματοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν στο πλαίσιο διενεργηθείσας προανάκρισης, κατόπιν της από 3-1-2017 μηνυτήριας αναφοράς των αναιρεσειόντων. Πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη "...
όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις τους, για κάποια από τα οποία θα γίνει ειδική μνεία κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς ... καθώς και τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν για πρώτη φορά στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, οι διάδικοι, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ ...".
Επιπλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή μνεία [σελ. 8] στις από 10 και 11- 7- 2019 καταθέσεις των εμπλεκομένων ιατρών, οι οποίες ελήφθησαν στο πλαίσιο σχηματισθείσας σε βάρος της ενάγουσας ποινικής δικογραφίας. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στο δημόσιο έγγραφο την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος [ΑΠ 445/2019, ΑΠ 573/2018]. Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς από το άρθρο 561 παρ. 1 αναιρετικά ανέλεγκτη [ΑΠ 445/2019, ΑΠ 430/2016].
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ιατρικές βεβαιώσεις, αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από τον συντάκτη τους ή όσα έγιναν ενώπιόν του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους. Ως προς τις περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης [ΑΠ 1843/2013, ΑΠ 1660/2009].
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρο 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι απέδωσε εσφαλμένα στην υπ' αριθ. ...-2014 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Γ. Π.Ν. "ΑΤΤΙΚΟΝ" [ και στην ...-2016 ιατρική βεβαίωση γνωμάτευση του ίδιου νοσοκομείου, υπογεγραμμένη από τον ίδιο ιατρό Σ.
Π., η οποία αποτελεί αναπαραγωγή της πρώτης ως άνω βεβαίωσης] αποδεικτική ισχύ δημοσίου εγγράφου. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η προαναφερόμενη ιατρική βεβαίωση, που υπογράφεται από τον παραπάνω ιατρό, δεν είναι πλαστή και ότι πράγματι ο ανωτέρω ασθενής δεύτερος αναιρεσείων προσήλθε στο νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" για την προαναφερόμενη εξέταση, το γεγονός δε ότι η εισαγωγή του δεν αναγράφεται στα βιβλία σθενών, οφείλεται σε παραδρομή.
Έτσι, όσον αφορά την εισαγωγή του ασθενούς και την εξέτασή του στο νοσοκομείο αυτό από τον παραπάνω ιατρό και την ομάδα του, για την οποία η παραπάνω ιατρική βεβαίωση, ως προς την οποία απορρίφθηκε η ένσταση πλαστότητας, αποτελεί δημόσιο έγγραφο με πλήρη απόδειξη, όσον δε αφορά την βεβαίωση της ασθένειας του δεύτερου αναιρεσείοντος, για την οποία η ιατρική βεβαίωση δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού εκτιμώντας ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις τις επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη της ανωτέρω βεβαίωσης, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Επομένως, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι προσέδωσε στο επικαλούμενο τέστ νοητική κατάστασης [MMSE], το οποίο είναι πρόχειρα διατυπωμένο τεστ, χωρίς τα βασικά στοιχεία που θα το χαρακτήριζαν ως δημόσιο έγγραφο την αυξημένη αποδεικτική ισχύ του δημοσίου εγγράφου.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική ισχύ δημοσίου εγγράφου στο ανωτέρω τεστ, ούτε στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ' αυτό, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως ιατρικές βεβαιώσεις και πιστοποιητικά, έγγραφα συνταγογράφησης κ.λπ.
Επομένως, και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του, κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά εντελώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιώνεται δηλαδή ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του. Δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε, απλώς, με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξάλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 885/2021].
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθ. ...-2017 βεβαίωσης του Τμήματος Γραμματείας Εξωτερικών Ιατρείων και Επειγόντων Περιστατικών του Γ.
Π. Ν. "ΑΤΤΙΚΟΝ", την οποία αν είχε αναγνώσει ολόκληρη, θα είχε οδηγηθεί στην κρίση ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν επισκέφθηκε το παραπάνω νοσοκομείο την αναφερόμενη ημερομηνία και συνακόλουθα θα είχε απορρίψει την αγωγή, η παραδοχή της οποίας στηρίχθηκε αποκλειστικά στις εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν στο νοσοκομείο αυτό.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, γιατί οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί παραμόρφωσης του ανωτέρω εγγράφου δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" αυτού, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρεται σε, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Δηλαδή, οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου. Επιπλέον, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης ότι το επίδικο έγγραφο δεν αποδεικνύει την μη προσέλευση του δεύτερου εναγομένου ασθενούς στο παραπάνω νοσοκομείο, κατά την αναφερόμενη ημερομηνία, κατά την οποία φέρεται να εξετάστηκε από τον ιατρό Σ.
Π. και διαπιστώθηκε η άνοιά του, που οδήγησε στην ακύρωση του γάμου των εναγομένων, στηρίχθηκε στα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία [έγγραφα κ.λπ.] και το έγγραφο αυτό συνεκτιμήθηκε με τα στοιχεία αυτά και δεν κρίθηκε ικανό να οδηγήσει στην κρίση περί μη προσέλευσης του εναγομένου ασθενούς στο παραπάνω νοσοκομείο, κατά την αναφερόμενη ημερομηνία.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με τον πρόσθετο λόγο αυτής, να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντου παραβόλου στην πρώτη αναιρεσείουσα, ως αχρεωστήτου καταβληθέντος (άρθρο 495 παρ.3 σε συνδυασμό με άρθρο 592 παρ.1 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος της πρώτης αναιρείουσας, που συνεχίζει τη δίκη και ως καθολική διάδοχος του αποβιώσαντος δεύτερου αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2020 αίτηση και τον πρόσθετο λόγο αυτής της Κ. Κ. - Σ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 95/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην πρώτη αναιρεσείουσα.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ