1733/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1733/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
Full text
Απόφαση 1733 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1733/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσας στην Αθήνα Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Νταραντάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Φεβρουαρίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 968/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5049/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5049/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί έφεσης της αναιρεσείουσας με αριθμό κατάθεσης 4976/2010 κατά της υπ' αριθμ. 968/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 2-2-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Κατά το άρθρο 3 § 1 εδ. α' Ν. 2496/1997, κατά τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης ο λήπτης αυτής υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 6 εδ. α' της ίδιας διάταξης, σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 2075/2007).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα μεταξύ άλλων πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Δυνάμει του με αριθμό 824663/2003 ασφαλιστήριου συμβολαίου καταρτίσθηκε στις 31-7-2003 μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, σύμβαση ασφάλισης ζωής, αντί του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου.
Με τα παραρτήματα Β' και Ζ' του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, συμφωνήθηκε ακόμη ότι ο ασφαλισμένος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρων σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας ή σοβαρών ασθενειών πριν συμπληρώσει τα 65 έτη της ηλικίας του. Κατά τους ειδικούς όρους της σύμβασης, ως διαρκής ολική ανικανότητα ορίζεται η ολοκληρωτική για ένα τουλάχιστον χρόνο, αφότου τούτο θα γνωστοποιηθεί εγγράφως στον ασφαλιστή, ανικανότητα του ασφαλισμένου, είτε από ασθένεια είτε από ατύχημα, να εκτελέσει την εργασία για την οποία έχει την απαιτούμενη μόρφωση, εκπαίδευση και πείρα.
Ασθένεια δε που επάγεται διαρκή ολική ανικανότητα θεωρείται και η χειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης με την οποία διορθώνεται η στένωση ή η απόφραξη στεφανιαίων αρτηριών (by-pass). Σύμφωνα επίσης με τον 8° όρο του γενικού ασφαλιστηρίου ζωής, η εναγομένη δικαιούται να καταγγείλει την σύμβαση σε περίπτωση παράβασης από δόλο των υποχρεώσεων του ασφαλισμένου, κατά την σύναψη της συμβάσεως, κατά την διάρκεια αυτής ή κατά την επέλευση του κινδύνου, εντός μηνός αφότου έλαβε γνώση της παράβασης, όρος που απηχεί όσα διαλαμβάνει ο Νόμος 2496/1997 στο άρθρο 3.
Τον Απρίλιο 2004 ο ενάγων άρχισε να υποβάλλεται σε φαρμακευτική αγωγή αρτηριακής υπέρτασης με την λήψη του φαρμάκου Lasistens. Περί τα τέλη Μαΐου 2004, λόγω ενοχλήσεων που αισθάνθηκε υποβλήθηκε από τον θεράποντα ιατρό - καρδιολόγο και μάρτυρα αυτού που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Α.
Κ., σε δοκιμασία κοπώσεως η οποία απέβη θετική. Στις 1-6-2004 υποβλήθηκε σε στεφανιογραφία με την οποία διαπιστώθηκε ότι έπασχε από σοβαρή στεφανιαία νόσο και συγκεκριμένα στένωση στελέχους κατά 80%, πλήρη απόφραξη στην έκφυση ίου πρόσθιου κατιόντα, στένωση 60% στο 1° τριτημόριο και 60% στη μεσότητα της περισπωμένης αρτηρίας και στένωση 60% στο πρώτο τριτημόριο του εμφανιζόμενου διάμεσου κλάδου.
Την επομένη, στις 2-6- 2004, υποβλήθηκε στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης, σε χειρουργική επέμβαση τριπλής αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (by-pass). Με την γνωμάτευση 1298/14-12-2004 της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Νομού Ημαθίας, κρίθηκε ανίκανος για εργασία για τρία χρόνια με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%. Ο ενάγων ανήγγειλε στην εναγομένη ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση για την καταβολή των 60.000 ευρώ, αφού σε ηλικία 48 ετών, δηλαδή κάτω των 65 ετών, υπέστη τη συγκεκριμένη σοβαρή ασθένεια που προβλέπεται στη σύμβαση ασφαλίσεως για την καταβολή του ποσού αυτού, από την οποία κατέστη, για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους, ολικά ανίκανος για την εργασία του αστυνομικού που μέχρι τότε ασκούσε.
Συγχρόνως της παρέδωσε τα ιατρικά πιστοποιητικά από τα οποία προέκυπτε η πάθηση και η επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε, καθώς και τα ασφαλιστικά του βιβλιάρια. Στις 2-7-2004 η εναγομένη του κοινοποίησε έγγραφο περί καταγγελίας-ακύρωσης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, επικαλούμενη ότι κατά την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου υγείας της αίτησης, δεν δήλωσε το ιατρικό του ιστορικό το οποίο ήδη του ήταν γνωστό.
Με την έφεση η εναγομένη-εκκαλούσα, προβάλλοντας τους ισχυρισμούς της κατά της αγωγής, ισχυρίζεται ότι εγκύρως κατήγγειλε την σύμβαση επειδή ο ενάγων απάντησε αρνητικά σε ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσε σχετικά με την κατάσταση υγείας του, όταν υπέβαλε την αίτηση ασφάλισης στις 12-6- 2003. Πράγματι με την υποβολή της αίτησης προς ασφάλιση, ο ενάγων απάντησε αρνητικά στις ακόλουθες ερωτήσεις που περιλαμβάνονταν σε ερωτηματολόγιο της εναγομένης:
α) στο αν υποβλήθηκε την τελευταία διετία (2001-2002) σε εργαστηριακές ή διαγνωστικές εξετάσεις ή έστω check-up, σε ποίες και ποία τα αποτελέσματά τους, β) αν υποβλήθηκε κατά την τελευταία διετία ή αν βρίσκεται σήμερα υπό φαρμακευτική αγωγή ή αν υποβάλλεται περιοδικά σε φαρμακευτική αγωγή και ποία και γ) αν έπαθε ποτέ ή πάσχει από υπέρταση.
Όπως προκύπτει από το ασφαλιστικό βιβλιάριο υγείας του ενάγοντος που του έχει χορηγήσει ο φορέας ασφάλισής του, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο, κατά την διετία 2001-2002 στην οποία αφορά το ερωτηματολόγιο της εναγομένης, ο ενάγων υποβλήθηκε σε γενικές εξετάσεις αίματος (και χοληστερίνης κλπ) και σε δοκιμασία κόπωσης στις 21-11-2001 (αρ.
εντολής βιβλιαρίου 42-45), η επόμενη δε ανάλογη εξέταση και εξέταση καρδιολογική έγινε στις 16-1-2003 (αρ. εντολής 66-68). Ως νόσημα που δικαιολογεί την διενέργεια των εξετάσεων αυτών αναγράφεται από τον προαναφερόμενο θεράποντα ιατρό του και μάρτυρα στη δίκη "υποτροπιάζον προκάρδιο άλγος-υπερτασική κρίση" στην πρώτη περίπτωση και "υπερτασική κρίση" στη δεύτερη.
Επίσης κατά την ίδια διετία, στις 30-11-2001 (αρ. εντολής 46) εγγράφηκε η λήψη μιας συσκευασίας του φαρμάκου Accupron, με ημερήσια δοσολογία 1/4 της ταμπλέτας και νόσημα "Α. Υ.", δηλαδή αρτηριακή υπέρταση. Η λήψη του ίδιου φαρμάκου εγγράφηκε δυο ακόμη φορές, στις 15-1-2002 (αρ. εντολής 48), με νόσημα RAOB, δηλαδή βλάβη στην αορτική βαλβίδα και στις 19-2-2002 (αρ.
εντολής 52), με νόσημα επίσης την Α.Υ. και όνομα ασφαλισμένου "Γ. Μ.". Το ίδιο αυτό όνομα αναγράφηκε στην εντολή του ιατρού που αφορά και την επίσκεψη του ασφαλισμένου στις 15-1-2002, όπου χορηγήθηκε το ίδιο φάρμακο. Η χορήγηση όμως του φαρμάκου αυτού, που γίνεται πράγματι για την αντιμετώπιση της αρτηριακής πίεσης, έγινε στον ενάγοντα προληπτικά και περιστασιακά, μία φορά και σε μικρή δόση στις 30-11-2001, για να αντιμετωπίσει αύξηση της πίεσης λόγω έντονης ταραχής που υπέστη όταν πληροφορήθηκε τον αιφνίδιο θάνατο στενού συνεργάτη και φίλου του.
Οι λοιπές δύο εγγραφές αναγράφηκαν στο βιβλιάριο του ενάγοντος από παραδρομή του θεράποντος ιατρού του, αντί να εγγραφούν σε εκείνο της μητέρας του Μ. Γ. η οποία είχε τον ίδιο ιατρό και λάμβανε το φάρμακο αυτό, έχοντας υποβληθεί σε εγχείριση ανοικτής καρδιάς. Περί αυτού καταθέτει ο ίδιος ο θεράπων ιατρός και μάρτυρας του ενάγοντος, επιβεβαιώνεται δε η κατάθεσή του, ειδικότερα ως προς τις δύο από παραδρομή εγγραφές, από το γεγονός της αναγραφής στη συνταγή-εντολή ως νοσήματος της βλάβης της αορτικής βαλβίδας στη μία, νόσο από την οποία έπασχε η μητέρα του ενάγοντος και του ονόματος της μητέρας του στην άλλη, το όνομα της οποίας αναφέρεται και στην εντολή-επίσκεψη στο ιατρείο, κατά τα ανωτέρω.
Σε καμία δε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί λήψη φαρμακευτικής αγωγής για την αντιμετώπιση της υπέρτασης, η λήψη σχετικού προς αυτή φαρμάκου για μία φορά, (ακόμη δε και για τρείς φορές εντός μίας διετίας), επειδή μία τέτοια αγωγή προϋποθέτει χρονική διάρκεια και διαρκή λήψη του φαρμάκου, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, οπότε θα φαινόταν η σχετική συνταγογράφηση, ούτε πολύ περισσότερο μπορεί να συναχθεί ότι ο ενάγων έπασχε από υπέρταση ή από στεφανιαία νόσο, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη.
Ο ενάγων, μέχρις εκδηλώσεως της πιο πάνω σοβαρής ασθένειας για την οποία υποβλήθηκε σε εγχείριση ήταν υγιής και εκτός της πιο πάνω εργασίας του απασχολείτο και με την καλλιέργεια μεγάλης αγροτικής εκτάσεως. Το να υποβληθεί σε διάστημα τριών και πλέον ετών, από το Νοέμβριο 2001 μέχρι τον Απρίλιο 2004 που εμφάνισε την αρτηριακή υπέρταση αλλά και την καρδιακή νόσο, σε προληπτικές, γενικές και συνήθεις για την ηλικία του εξετάσεις, δεν υποδεικνύει την ύπαρξη προβλήματος υπέρτασης ή καρδιάς, αλλά αποτελεί στοιχειώδες μέτρο πρόνοιας, επιβαλλόταν δε σ' αυτόν ιδιαιτέρως λόγω του οικογενειακού ιστορικού, αφού ο πατέρας του απεβίωσε από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 71 ετών, η δε μητέρα του υποβλήθηκε στην πιο πάνω επέμβαση καρδιάς σε ηλικία 69 ετών.
Το γεγονός δε ότι για την διενέργεια των δύο προαναφερομένων εξετάσεων, που έλαβαν χώρα πριν την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, εγγράφηκε από τον θεράποντα ιατρό ως νόσημα η αρτηριακή υπέρταση ή το προκάρδιο άλγος, αποτελεί σύμφωνα με την κατάθεση του ιδίου ιατρού, ιατρική πρακτική προκειμένου να εγκρίνονται οι εξετάσεις από τον ασφαλιστικό φορέα του ασφαλισμένου, αφού αυτός προβλέπει την μεσολάβηση μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ των εξετάσεων αυτών για να τις εγκρίνει όταν ενεργούνται προληπτικά και όχι για την θεραπεία συγκεκριμένης νόσου.
Άλλωστε κανένα πρόβλημα δεν διαπιστώθηκε ότι έχει κατά την ιατρική εξέταση στην οποία υποβλήθηκε και στις εξετάσεις που του υποδείχθηκαν να κάνει, κατόπιν αιτήματος της εναγομένης πριν την κατάρτιση της σύμβασης από τον ιατρό, ειδικό παθολόγο που τον εξέτασε για λογαριασμό της εναγομένης. Μάλιστα δεν θεωρήθηκε ότι αυτός έπρεπε να υποβληθεί σε πλέον εξειδικευμένες εξετάσεις, όταν στην ερώτηση που περιλαμβάνεται στο ερωτηματολόγιο που του έδωσε ο ιατρός αυτός να συμπληρώσει, για το αν κάποιος από τους γονείς του πέθανε από καρδιά, απάντησε καταφατικά ότι ο πατέρας του πέθανε από ανακοπή.
Επομένως ο ενάγων απαντώντας στις πιο πάνω ερωτήσεις ότι δεν πάσχει από υπέρταση και δεν υποβλήθηκε κατά την τελευταία (πριν την ασφάλιση) διετία σε φαρμακευτική αγωγή ή δεν υποβάλλεται περιοδικά σ' αυτή, δεν απέκρυψε την αλήθεια. Ως αληθής δε εκλαμβάνεται και η αρνητική του απάντηση στην ερώτηση περί του δεν υποβλήθηκε σε εργαστηριακές ή διαγνωστικές εξετάσεις κατά την ίδια διετία, παρότι δύο φορές έκανε στο διάστημα αυτό τις προαναφερόμενες γενικές εξετάσεις και συνήθεις εξετάσεις καρδιολογικού ελέγχου, δεδομένου ότι η ερώτηση δεν διευκρινίζει ποίες είναι οι διαγνωστικές ή εργαστηριακές εξετάσεις ή τι περιλαμβάνει το check-up, ώστε να μπορεί ο μη ειδήμων ασφαλισμένος να απαντήσει, ο οποίος δεν μπορεί να γνωρίζει ότι και οι γενικές αυτές προληπτικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων, υπάγονται στην έννοια των διαγνωστικών ή εργαστηριακών εξετάσεων ή του check-up.
Σε κάθε δε περίπτωση, καμία πρόθεση δεν είχε ο ενάγων να αποκρύψει την διενέργεια των εξετάσεων αυτών, τα αποτελέσματα των οποίων ήταν φυσιολογικά για την ηλικία του, ο ίδιος δε παρέδωσε τα ασφαλιστικά του βιβλιάρια στην εναγομένη και μάλιστα όχι μόνο εκείνα που αφορούσαν την προηγούμενη της ασφάλισης διετία, αλλά και προγενέστερα αυτής διαστήματα.
Η ίδια επίσης η εναγομένη θεώρησε επαρκείς, για την ηλικία του και για την δήλωση που αφορούσε το οικογενειακό ιατρικό ιστορικό, τις εξετάσεις στις οποίες τον υπέβαλε. Επομένως ο ενάγων δεν παρέβη από δόλο τις υποχρεώσεις ανακοίνωσης στοιχείων ή περιστατικών που αφορούν την υγεία του και ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την κατάρτιση της σύμβασης, αποκρύπτοντας με πρόθεση τα στοιχεία αυτά.
Συνακόλουθα η καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη εφόσον δεν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί προς τούτο ο νόμος και η σύμβαση". Ακολούθως, το Εφετείο με τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, η οποία, σημειωτέον, είχε δικαστεί ερήμην στον πρώτο βαθμό και διακράτησε την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με τις συγκεκριμένες παραδοχές του, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι α) δεν νοείται ως ιατρική πρακτική κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η πρακτική συνταγογράφησης, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι η εκ μέρους του ιατρού παράκαμψη των σχετικών διοικητικών διατάξεων, ώστε να καλύπτονται από τον ασφαλιστικό φορέα εξετάσεις, που αν γίνονταν, όπως ορίζει ο νόμος, δεν θα καλύπτονταν από τον ασφαλιστικό φορέα, β) η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με την παραδοχή της ότι "η ερώτηση δεν διευκρινίζει ποίες είναι οι διαγνωστικές ή εργαστηριακές εξετάσεις ή τι περιλαμβάνει το check-up, ώστε να μπορεί ο μη ειδήμων ασφαλισμένος να απαντήσει, ο οποίος δεν μπορεί να γνωρίζει ότι και οι γενικές αυτές προληπτικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων, υπάγονται στην έννοια των διαγνωστικών ή εργαστηριακών εξετάσεων ή του check-up" και γ) η απόφαση κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δέχθηκε ότι οι γενικές και προληπτικές εξετάσεις και το check-up δεν ανήκουν στις εργαστηριακές και διαγνωστικές εξετάσεις, καθώς και ότι το υποτροπιάζον προκάρδιο άλγος και η υπερτασική κρίση δεν ανήκουν στην υπέρταση, για την οποία ρωτήθηκε ειδικά ο αναιρεσίβλητος.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Κατόπιν πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την28 Αυγούστου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ