Legislator Case Law & Legislation
1733/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor union's claim to church property based on good faith and abuse of right.

Case Number 1733/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the labor union's appeal against the Second Instance Court's rejection of its claim for church property. The union argued that decades of inaction by the church and the union's substantial contributions to the site's development constituted an abuse of right. The court held that the union's claim did not exceed the limits of good faith and social purpose, and the Second Instance Court correctly applied Article 281 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 A.K.; Art. 559(1) C.P.D.: The court's decision on whether a claim constitutes an abuse of right is not subject to appeal if it is based on the substantive law's assessment of good faith and social purpose.

Keywords

AI generated
abuse of right good faith principle church property labor union claim appeal admissibility substantive law economic purpose

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 A.K.
Art. 559(1) C.P.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 18/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1733 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1733/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΣΕΑΤΕ", ως καθολικού διαδόχου του σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Της ΕΛΛΑΔΑΣ-ΣΥΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πήτα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, που εδρεύει στην Π. Πεντέλη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λιούμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9714/1998 μη οριστική, 4667/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9436/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 28-1-2008 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της ένδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επιδίκου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Παρέπεται ότι η εσφαλμένη κρίση του επιλαμβανόμενου αγωγής δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 18/2005). Εξάλλου, με το ν. 1700/1987 "Ρύθμιση θεμάτων εκκλησιαστικής περιουσίας", ορίσθηκε, στο άρθρο 1 παρ.1 ότι "από την έναρξη της ισχύος αυτού (6.5.1987) περιέρχεται αυτοδικαίως στον Οργανισμό Διοίκησης της Εκκλησιαστικής Περιουσίας (ΟΔΕΠ), η αποκλειστική διοίκηση, διαχείριση και εκπροσφπηση, ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας των Ιερών Μονών, ως προς την οποία νομιμοποιείται πλέον ενεργητικώς και παθητικώς, είτε αυτή ανήκει σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στη "διατηρητέα" ή "διατηρούμενη" είτε στην "εκποιητέα" ή "ρευστοποιητέα" περιουσία", στο άρθρο 2 παρ.2 εδ.α';

ότι "μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, ο ΟΔΕΠ και οι ΟΔΜΠ μπορούν να μεταβιβάσουν προς το Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση... .την κυριότητα της κατά την ανωτέρω έννοια ακίνητης μοναστηριακής περιουσίας, καθώς και όσων ακινήτων των ιερών μονών έχουν ενταχθεί σε σχέδια πόλης, εφόσον η ένταξη αυτή πραγματοποιήθηκε μετά το έτος 1952" και στο άρθρο 3 παρ.1 περ.Α' ότι " Μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας της παραγράφου 2 του άρθρου 2, ....θεωρούνται ότι ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο τα ακίνητα που βρίσκονται κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού στη νομή ή στην κατοχή των ιερών μονών, ανεξάρτητα από τη μορφή διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης τους, εκτός αν το δικαίωμα κυριότητας της μονής προκύπτει από νόμιμο τίτλο κυριότητας προγενέστερο της ημέρας κατάθεσης του σχεδίου νόμου, που έχει ήδη μεταγραφεί ή θα μεταγραφεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ή έχει αναγνωρισθεί με διάταξη νόμου ή με αμετάκλητη δικαστική απόφαση έναντι του Δημοσίου.

Το ίδιο ισχύει και για ακίνητα που ήταν στη νομή ή κατοχή μονής και έχουν καταληφθεί από τρίτους". Επακολούθησε ο ν. 1811/1988 με τον οποίο κυρώθηκε "η Σύμβαση παραχώρησης στο Δημόσιο της δασικής και αγροτολιβαδικής περιουσίας των Ιερών Μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος που συμβάλλονται στη σύμβαση αυτή", η οποία καταρτίσθηκε στην Αθήνα, στις 11.5.1988, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και της οποίας το κείμενο παρατίθεται ολόκληρο στο άρθρο πρώτο του κυρωτικού τούτου νόμου.

Με τα άρθρα 2 παρ.1και2, 3 και 6 παρ.2 της Σύμβασης αυτής προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : " Οι αναφερόμενες στον προσαρτημένο, κατά το άρθρο 1, πίνακα Ιερές Μονές της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, παραχωρούν συμβατικά στο Δημόσιο την αγροτολιβαδική και δασική περιουσία τους, όση είναι, εκτός από α) έκταση του περιβάλλοντος κάθε Μονή χώρου σε ακτίνα διακοσίων (200) μέτρων από κάθε πλευρά του κτιριακού συγκροτήματος της Μονής, η οποία θα παραμείνει για την περιβαλλοντική προστασία της Ιεράς Μονής, β) ποσοστό δέκα στα εκατό (10%) και έως 200 στρέμματα των καλλιεργήσιμων γαιών, το οποίο κάθε Ιερά Μονή έχει δικαίωμα να παρακρατήσει για αυτοκαλλιέργεια, καθώς και ποσοστό δέκα στα εκατό (10%) και έως 500 στρέμματα των δασολιβαδικών εκτάσεων της, το οποίο κάθε Μονή επίσης έχει δικαίωμα να παρακρατήσει γ) έκταση έως 4 στρέμματα γύρω από τα Μετόχια και τους Μοναστηριακούς Ναούς, την οποία και διατηρούν αυτοί δ) ποσοστό 20% των τουριστικά αξιοποιήσιμων εκτάσεων, που παραμένει ξεχωριστά στην ιδιοκτησία κάθε Μονής ε) ποσοστό 40% των μοναστηριακών ακινήτων που έχουν ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως μετά το έτος 1952, το οποίο θα παρακρατήσει η Εκκλησία στ) αγροτολιβαδικές και δασικές εκτάσεις που κατέχουν και νέμονται οι Μονές με νόμιμους τίτλους, καθώς και με τίτλους δωρεάς, διαθήκης, κληροδοσίας ή κληρονομιάς, οι οποίες παραμένουν στην ιδιοκτησία των Ιερών Μονών πέραν από τις οριζόμενες στο άρθρο 2β και ζ) Πηγές που χρησιμεύουν για την ύδρευση των Μονών.

Ο διαχωρισμός των τμημάτων της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας των Μονών και του ΟΔΕΠ, τα οποία, κατά τα συμφωνούμενα, παραχωρούνται στο Δημόσιο ή παρακρατούνται από τις Μονές και τον ΟΔΕΠ ενεργείται κατά περίπτωση από επιτροπή, η οποία συγκροτείται κατά νομούς με απόφαση του Νομάρχη. Η επιτροπή, ύστερα από γνώμη των Μονών και των αρμοδίων της Γεωργικής και Δασικής Υπηρεσίας, καθορίζει με πρακτικό τις θέσεις, την έκταση και τα όρια των παραχωρουμένων και των παρακρατουμένων εκτάσεων.

Μετά την παραχώρηση αυτή στο Δημόσιο της αγροτολιβαδικής και δασικής μοναστηριακής περιουσίας των Μονών που συμβάλλονται, ο Ο.Δ.Ε.Π. καταργείται και η ανήκουσα στον καταργούμενο Ο.Δ.Ε.Π. ακίνητη και κινητή περιουσία περιέρχεται αυτοδικαίως στην κυριότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το Δημόσιο αναλαμβάνει τις δίκες που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο μεταξύ Ιερών Μονών - ΟΔΕΠ και τρίτων γενικά, οι οποίες έχουν αντικείμενο εμπράγματα δικαιώματα πάνω στην παραχωρούμενη στο Δημόσιο αγροτολιβαδική και δασική περιουσία".

Περαιτέρω με το άρθρο δεύτερο, παραγρ. 1, του ίδιου κυρωτικού της Σύμβασης ν.1811/1988 ορίσθηκε ότι "οι διατάξεις του ν. 1700/1987, κατά το μέρος που αφορούν αντικείμενα ρυθμιζόμενα με τη Σύμβαση του άρθρου 1 του παρόντος, δεν ισχύουν για τις Ιερές Μονές, οι οποίες αναφέρονται στον προσαρτημένο στο συμβολαιογραφικό έγγραφο της Σύμβασης πίνακα".

Από τις προδιαληφθείσες ρυθμίσεις της Σύμβασης αυτής, που κυρώθηκε με τον ανωτέρω ν.1811/1988, προκύπτει, ότι η περιέλευση στο Δημόσιο της αγροτολιβαδικής και δασικής περιουσίας των Ιερών Μονών που συμβλήθηκαν στη Σύμβαση συντελείται με το διαχωρισμό και την οριοθέτηση από την προβλεπόμενη σ' αυτήν αρμόδια κατά Νομό Επιτροπή των κτημάτων που παραχωρούνται στο Δημόσιο ή εκείνων που παρακρατούνται από τις Μονές και ότι έναντι των Μονών τούτων, (που συμβλήθηκαν στη Σύμβαση), δεν ισχύουν οι ρυθμίσεις των διατάξεων των άρθρων 2παρ.2 και 3 παρ.1 του ν. 1700/1987, οι οποίες προβλέπουν εξάμηνη προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του για τη μεταβίβαση στο Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας της ακίνητης περιουσίας των Ιερών Μονών, καθώς και ότι μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας αυτής η περιουσία αυτή θεωρείται ότι ανήκει κατά κυριότητα στο Δημόσιο.

Συνεπώς, μέχρι τον κατά τα ανωτέρω διαχωρισμό των κτημάτων που παραχωρούνται στο Δημόσιο ή εκείνων που παρακρατούνται από τις Ιερές Μονές, αυτές διατηρούν την κυριότητα τους επί των αγροτολιβαδικών και δασικών εκτάσεων της περιουσίας τους και ως εκ τούτου νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά έναντι των τρίτων για την προστασία αυτής της περιουσίας τους.

Αντίθετο συμπέρασμα δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 55 του επακολουθήσαντος ν.2413/1996, αφού αυτή ρυθμίζει αποκλειστικά την ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση σε δίκες που αφορούν δικαιώματα τους σχετικά με την περιουσία τους των Ιερών εκείνων Μονών που δεν συμβλήθηκαν στην παραπάνω αναφερόμενη από 11-5-1988 Σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος και όχι των Ιερών Μονών που συμβλήθηκαν στη Σύμβαση αυτή, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναιρεσίβλητη ενάγουσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη "Ιερά Κοινοβιακή Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης" με την ένδικη από 4-4-1997 διεκδικητική ακινήτου αγωγή της κατά του εναγόμενου σωματείου "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΣΥΑΤΕ", στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος αυτού, το ήδη αναιρεσείον σωματείο, αφού επικαλέσθηκε ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, πλην άλλων, και με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τούτο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη από αμνημονεύτων ετών και μέχρι το έτος 1993, οπότε το εναγόμενο σωματείο αντιποιήθηκε για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητας της, κατέχοντας έκτοτε το επίδικο αυθαίρετα, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητα της επί του επιδίκου, το οποίο ανήκει στη διατηρητέα περιουσία της, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της το αποδώσει.

Με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά, εφόσον η κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ.2 της από 11.5.1988 Σύμβασης επιτροπή δεν είχε προβεί μέχρι την άσκηση της αγωγής σε διαχωρισμό και οριοθέτηση των κτημάτων της αναιρεσίβλητη ς Ιεράς Μονής, τα οποία, βάσει της Σύμβασης αυτής, παραχωρούνται στο Δημόσιο ή εκείνων που παρακρατούνται από την ίδια, αυτή διατηρεί την κυριότητα της επί των αγροτολιβαδικών και δασικών εκτάσεων της περιουσίας της, στις οποίες, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, και συνεπώς, ως δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, νομιμοποιείτο ενεργητικώς να ασκήσει την ένδικη αγωγή περί διεκδικήσεως του ακινήτου αυτού.

Επομένως, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της αγωγής, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 1811/1988, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 και 3 παρ.1 του ν. 1700/1987 και 55 του ν. 2413/1996, οι οποίες δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, αλλ' ούτε και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της μη κηρύξεως απαραδέκτου.

Γι' αυτό ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει τις αιτιάσεις.ότι το Εφετείο, με το να μην απορρίψει την αγωγή, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, αφενός παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις και αφετέρου παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, ενώ κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα(κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ'αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει, όπως είναι η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η εποπτεία, η φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου.

Περαιτέρω, από το άρθρο 1094 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου και εκείνες του άρθρου 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, στην οποία η κυριότητα του ενάγοντος θεμελιώνεται στην έκτακτη χρησικτησία, η οποία έχει συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του ΑΚ ( 23-2-1946), πρέπει ο ενάγων να αναφέρει στην αγωγή του, πλην άλλων, τις υλικές πράξεις νομής πάνω στο ακίνητο, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση αυτού να το έχει σαν δικό του για μία συνεχή τριακονταετία και ακόμη να περιέχει το δικόγραφο αυτής ακριβή περιγραφή του ακινήτου, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα του, ήτοι να προσδιορίζονται η θέση, η ιδιότητα και τα όρια αυτού, ώστε να μπορεί αυτό να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά ακίνητα, τέτοια δε περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με αποτύπωση του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα που ενσωματώνεται στην αγωγή.

Δεν είναι όμως αόριστο το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο δεν ενσωματώνεται τέτοιο τοπογραφικό διάγραμμα ή δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, εφόσον και χωρίς τα στοιχεία αυτά δε/δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης περί διεκδικήσεως ακινήτου αγωγής, η αναιρεσίβλητη ενάγουσα εξέθεσε σ' αυτήν, ότι τυγχάνει αποκλειστική κυρία και νομέας ενός κτήματος εκτάσεως πολλών χιλιάδων στρεμμάτων, γνωστού με το τοπωνύμιο "Χεροτσακούλι" ή "Γεροτσακούλι", που εκτείνεται στο όρος Πεντελικό και έχει τα αναφερόμενα στην αγωγή όρια, το οποίο νέμεται αυτή από αμνημονεύτων ετών με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη.

Ότι, ειδικότερα, αυτή καλλιεργούσε τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις του ακινήτου αυτού, ξύλευε τις δασώδεις εκτάσεις και ενεργούσε συλλογή ρητίνης, εκμίσθωνε άλλες εκτάσεις για βόσκηση ποιμνίων, ρητίνευση, λατόμευση, ξύλευση και αγροτική καλλιέργεια, οριοθετούσε αυτό με τη σύνταξη σχετικών τοπογραφικών διαγραμμάτων, ενεργούσε διανοίξεις δρόμων, προέβαινε σε εκποιήσεις τμημάτων του, φύλασσε αυτό με φυλακές της και γενικώς ενεργούσε σ' αυτό όλες τις σύμφυτες με την έννοια της κυριότητας πράξεις νομής και κατοχής.

Ότι εντός των ορίων του πιο πάνω μείζονος κτήματος και στη θέση "Βρυσούλα" Παλαιάς Πεντέλης βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ήτοι έκταση εμβαδού 15.577,38 τ.μ., η οποία εικονίζεται στο από μηνός Φεβρουαρίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... με περιμετρικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΑ και συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΖΕ με ιδιοκτησία της (κατασκηνώσεις Υπ.

Παιδείας), ανατολικά σε πλευρές ΕΔ και ΔΓ με ιδιοκτησία της, νότια σε πλευρά ΑΒ με οδό Τρύφωνος και σε πλευρά ΒΓ με ιδιοκτησία της και δυτικά-βορειοδυτικά σε πλευρές ΑΗ και ΗΖ με ιδιοκτησία της (κατασκηνώσεις Υπ. Παιδείας). Ότι του επιδίκου τούτου ακινήτου έγινε κυρία με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμήθηκε αυτό, μαζί με το ανωτέρω μείζον κτήμα της, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από αμνημονεύτων ετών και μέχρι το έτος 1993, οπότε το εναγόμενο σωματείο, στο οποίο αυτή το είχε εκμισθώσει από του έτους 1951, αντιποιήθηκε για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητας της, κατέχοντας έκτοτε αυτό αυθαίρετα.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και ορισμένη, αφού περιέχονται σ' αυτή όλα τα αναγκαία κατά νόμο (άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ), για την πληρότητα της, στοιχεία. Ειδικότερα, η αγωγή περιέχει, πλην άλλων, ακριβή περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, ώστε να μη δημιουργείται καμιά αμφιβολία για την ταυτότητα του, ενώ αναφέρονται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις της ενάγουσας επί του επιδίκου, που συνιστούν την άσκηση απ' αυτήν νομής, με διάνοια κυρίου, και με καλή πίστη για μία συνεχή τριακονταετία μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ στις 23-2-1946.

Συνεπώς, το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας του δικογράφου αυτής ισχυρισμό του εναγομένου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση;

στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.

Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του πραγματικών γεγονότων, αναφορικά με την ένδικη περί διεκδικήσεως ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, τα ακόλουθα ουσιώδη: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "Βρυσούλα" της Παλαιάς Πεντέλης Αττικής, έχει επιφάνεια 15.577,38 τ.μ.

και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία της ενάγουσας (κατασκηνώσεις Υπουργείου Παιδείας), νότια με την οδό Τρύφωνος κατά ένα μέρος και με ιδιοκτησία της ενάγουσας κατά το άλλο μέρος, ανατολικά με ιδιοκτησία της ενάγουσας και δυτικά-βορειοδυτικά με ιδιοκτησία της ενάγουσας (κατασκηνώσεις Υπουργείου Παιδείας).

Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, η οποία αποτελεί το κτήμα που είναι γνωστό με το τοπωνύμιο "Χεροτσακούλι" ή "Γεροτσακούλι". Το επίδικο μαζί με τη μεγαλύτερη έκταση του προαναφερόμενου κτήματος είχε η ενάγουσα στη νομή της για περισσότερα από τριάντα χρόνια πριν από τις 23-2-1946 που άρχισε να ισχύει ο Αστικός Κώδικας.

Ειδικότερα, ασκούσε στην έκταση αυτή (και στο επίδικο) φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, με τη θέληση δηλαδή να την εξουσιάζει, όπως αρμόζει σε κύριο, και με καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Την ανωτέρω καλόπιστη νομή ασκούσε η ενάγουσα μέσω των μοναχών της, αλλά και τρίτων προσώπων, όπως φυλάκων της, μισθωτών ορισμένων τμημάτων της έκτασης αυτής και άλλων προσώπων που προσλάμβανε για εκτέλεση εργασιών στο ακίνητο.

Την ίδια φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου συνέχισε να ασκεί η ενάγουσα και επί του επίδικου ακινήτου και μετά τις 23-12-1946 συνεχώς και αδιαταράκτως μέχρι το έτος 1993, οπότε το εναγόμενο την απέβαλε από τη νομή της. Συγκεκριμένα η ενάγουσα ενεργούσε στο ακίνητο τις ακόλουθες φανερές υλικές πράξεις, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες πραγματωνόταν η φυσική της εξουσία και εκδηλωνόταν η διάνοια κυρίου αυτής, ήτοι:

Προέβαινε μέσω τρίτων προσώπων στην καλλιέργεια των καλλιεργήσιμων εκτάσεων του ανωτέρω μείζονος ακινήτου, στην ξύλευση δασωδών εκτάσεων του και στη συλλογή της ρητίνης, στην εκμίσθωση άλλων εκτάσεων αυτού για τη βόσκηση ποιμνίων, ρητίνευση, λατόμευση, ξύλευση και γενικά αγροτική καλλιέργεια, στην οριοθέτηση του, με τη σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων για την όλη έκταση, αλλά και τμημάτων αυτής, στη διάνοιξη οδών, στην εκποίηση τμημάτων του ακινήτου και στην εποπτεία και τη φύλαξη τούτου με φύλακες που προσλάμβανε για το σκοπό αυτό (βλ.

ενδεικτικά από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, την καταχώρηση του κτήματος "Γεροτσακούλι" στον Κώδικα (κατάλογο) της κτηματικής περιουσίας της ενάγουσας που συντάχθηκε κατά το έτος 1837, την έκθεση για προσωρινή διαχείριση του δάσους της Αγίας Τριάδας-Γεροτσακούλι-Μελίσσια και Νταού Πεντέλης που συνέταξε στις 6-6-1938 ο δασολόγος Κωνσταντίνος Δαμιανός για την πενταετία 1937/1938 έως 1941/1942, ο οποίος και αποφαίνεται για την κυριότητα της ενάγουσας στο κτήμα "Γεροτσακούλι", το από μηνός Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου αρχιτέκτονα μηχανικού ...

που συντάχθηκε με πρωτοβουλία της ενάγουσας, στο οποίο απεικονίζεται το επίδικο ακίνητο, το με αριθμό .../31-12-1938 συμβόλαιο μίσθωσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Τζανή Σκούταρη, με το οποίο η ενάγουσα εκμίσθωσε στους Δ. Κ. και Γ. Α. το δικαίωμα υλοτομίας του δάσους, δηλαδή τη διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών και την κοπή απορητινευόμενων πευκόδενδρων και του πευκοφλοιού από το κτήμα "Γεροτσακούλι", το με αριθμό .../31-12-1938 συμβόλαιο μίσθωσης του ίδιου συμβολαιογράφου Αθηνών, με το οποίο η ενάγουσα εκμίσθωσε στους Δ.

Κ. και Χ. Μ. το δικαίωμα ανθρακοποιίας του κτήματος αυτού, το με αριθμό .../2-6-1942 συμβόλαιο μίσθωσης του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Στυλιανού Σιαμπάνη, με το οποίο η ενάγουσα εκμίσθωσε στο Γ. Π. το δικαίωμα ρητινοσυλλογής του κτήματος, το με αριθμό .../24-3-1943 συμβόλαιο μίσθωσης του ίδιου συμβολαιογράφου Αθηνών, με το οποίο η ενάγουσα εκμίσθωσε στο Μ.

Λ. το δικαίωμα υλοτομίας του κτήματος αυτού και το με αριθμό πρωτοκόλλου 137693/30-12-1941 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας, με το οποίο αναγνωρίζεται ότι το δάσος "Γεροτσακούλι" ανήκει στην κυριότητα της ενάγουσας). Στις 29-12-1951 η ενάγουσα εκμίσθωσε το επίδικο ακίνητο, το οποίο, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί τμήμα της παραπάνω μεγαλύτερης έκτασης, στο εναγόμενο σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος-ΣΥΑΤΕ", προκειμένου το τελευταίο να το χρησιμοποιήσει για τη στέγαση και λειτουργία των παιδικών κατασκηνώσεων, στις οποίες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες φιλοξενούνται τα τέκνα των υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής, για το χρονικό διάστημα από 1-11-1951 μέχρι και τις 31-5-1952.

Η καταρτισθείσα σχετική σύμβαση μίσθωσης ανανεώθηκε άλλες πέντε φορές και συγκεκριμένα κατά το έτος 1952 για το χρονικό διάστημα από 1-5-1952 μέχρι 31-10-1952 (ιδιωτικό συμφωνητικό της 10-7-1952), κατά το έτος 1953 για το χρονικό διάστημα από 1-11-1952 μέχρι 30-4-1953

(ιδιωτικό συμφωνητικό της 14-1-1953), ομοίως κατά το έτος 1953 για το χρονικό διάστημα από 1-5-1953 μέχρι και 31-10-1953 (ιδιωτικό συμφωνητικό της 17-8-1953), κατά το έτος 1954 για το χρονικό διάστημα από 1-5-1954 μέχρι και 31-10-1954 (ιδιωτικό συμφωνητικό της 20-7-1954), στη συνέχεια δε η σύμβαση αυτή μετατράπηκε σε μίσθωση αόριστης διάρκειας και, τέλος, ανανεώθηκε κατά το έτος 1970 (ιδιωτικό συμφωνητικό της 9-7-1970), οπότε το εναγόμενο εκπροσώπησαν οι Σ.

Σ. και Κ. Ψ., Τμηματάρχης και Αρχιλογιστής της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και Πρόεδρος και Γενικός Γραμματέας, αντίστοιχα, του εναγομένου, κατά το διάστημα από 9-7-1970 μέχρι 31-12-1970, πάντοτε, δε, για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή για τη λειτουργία των παιδικών κατασκηνώσεων. Έκτοτε, παρά το γεγονός ότι το εναγόμενο σωματείο εξακολούθησε να κατέχει το επίδικο ακίνητο χωρίς να το συνδέει καμία έννομη σχέση με την ενάγουσα, η τελευταία αδράνησε και παρέλειψε να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα της σε βάρος του εναγομένου για την απόδοση της κατοχής του επίδικου ακινήτου ή, σε διαφορετική περίπτωση, να προέλθει με το εναγόμενο σε διαπραγματεύσεις για τη σύναψη νέας σύμβασης μίσθωσης.

Πάντως δεν αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο υποστήριξε οποτεδήποτε κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του έτους 1970 μέχρι και τα τέλη του έτους 1992, ότι έχει αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο ακίνητο. Το έτος 1992, όταν η ενάγουσα, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 249/9-12-1992 έγγραφο της, ζήτησε από το εναγόμενο να της αποδώσει τη κατοχή και χρήση του επιδίκου ακινήτου, το εναγόμενο, με το από 26-1-1993 έγγραφο του, ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι ασκεί νομή στο επίδικο ακίνητο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Με τον τρόπο αυτό το εναγόμενο αντιποιείται έκτοτε τη νομή της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, την οποία αυτή μέχρι τότε ασκούσε μέσω του εναγομένου (άρθρο 980 παρ.2 ΑΚ), αφού από τότε το τελευταίο αρνείται να της αποδώσει το επίδικο και με τον τρόπο αυτό εκδήλωσε τη θέληση του να το έχει εφεξής (από τις 26-1-1993) για τον εαυτό του και όχι για την ενάγουσα νομέα.

Έτσι η νομή του επιδίκου απωλέσθηκε για την ενάγουσα από τις 26-1-1993 (άρθρο 982 ΑΚ). Το εναγόμενο ισχυρίστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι η επίδικη έκταση αποτελεί ιδιωτικό χώρο που ανήκει στην κυριότητα άγνωστων ιδιοκτητών, ή δημόσιο δασικό χώρο. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος ορθώς αξιολογήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως άρνηση της ιστορικής βάση της αγωγής, δεδομένου ότι διατυπώνεται κατά τρόπο αόριστο, ενδοιαστικό και αντιφατικό, αφού από το όλο περιεχόμενο των προτάσεων του εναγομένου, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν προκύπτει ποιο είναι αυτό που τελικά προβάλλει ως προς το φορέα του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου, δηλαδή αν αυτό ανήκει κατά κυριότητα σε ιδιώτες και, σε καταφατική περίπτωση, σε ποιους ανήκει και με ποιόν τρόπο περιήλθε σ' αυτούς η κυριότητα ή αν αυτό ανήκει κατά κυριότητα στο Δημόσιο.

Σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται. Ο ισχυρισμός αυτός, άλλωστε, προβάλλεται όψιμα και αβάσιμα από το εναγόμενο, αφού βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση, με την προγενέστερη συμπεριφορά του. Ειδικότερα, πέρα από την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης και των συμβάσεων ανανέωσης της, που αναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι στο από 3.4.1969 έγγραφο της ενάγουσας, με το οποίο αυτή απηύθυνε προς το εναγόμενο το ερώτημα, άν σκοπεύει να προβεί στην ανανέωση της σύμβασης μίσθωσης, ενόψει της πρόθεσης της να εκποιήσει το επίδικο ακίνητο, το εναγόμενο με τη, με αριθμό 50/9.5.1969, επιστολή του απάντησε καταφατικά και ταυτόχρονα εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για την αγορά του επιδίκου ακινήτου.

Μετά δε από ένα έτος περίπου, ο Διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας ανέφερε στο υπ' αριθμ. πρωτ. 121/16.10.1970 έγγραφο του προς την ενάγουσα, ότι από το έτος 1951 το εναγόμενο έχει μισθώσει από αυτήν το επίδικο ακίνητο για τη λειτουργία των παιδικών κατασκηνώσεων του και ότι υπέβαλε την παράκληση να εγκριθεί από την Τράπεζα η αγορά του ακινήτου χωρίς δημοπρασία, πράγμα που σημαίνει ότι τουλάχιστον μέχρι τότε το εναγόμενο και η Αγροτική Τράπεζα αναγνώριζαν ότι η κυριότητα του επιδίκου ανήκε στην ενάγουσα".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της άσκησης επί του επιδίκου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη νομής, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, επί μία τουλάχιστον συνεχή τριακονταετία πριν από τις 23-2-1946, που άρχισε να ισχύει ο Αστικός Κώδικας, και της απόκτησης απ' αυτήν της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία αποτελούσε και τη βάση της αγωγής της, διέλαβε στην απόφαση, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινοβωμαϊκού δικαίου και του άρθρου 1045 Α.Κ, που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, ο τέταρτος, μέρος τρίτο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως αβάσιμο και αντιφατικό τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης, που αποτελούσε ιδιωτικό χώρο, ανήκοντα σε άγνωστους ιδιοκτήτες, ή δημόσιο δασικό χώρο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

-ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, μέρος δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β' Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος α) περί του ότι κατά το έτος 1952 κύριο της επίδικης έκτασης και της περιβάλλουσας αυτήν περιοχής τύγχανε το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο παραχώρησε μέρος της έκτασης αυτής σε κτηνοτρόφους και σε ακτήμονες καλλιεργητές και β) περί απόκτησης από το ίδιο (αναιρεσείον) της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με τη διενέργεια επ' αυτού πράξεων νομής από το έτος 1950 και μέχρι την έγερση της ένδικης αγωγής.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο μέρος του, ως απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και δη του θεμελιούντος τη βάση αυτής τη στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ότι αυτή νεμόταν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, συνεχώς και αδιαλείπτως από αμνημονεύτων ετών και μέχρι το έτος 1993, οπότε το εναγόμενο σωματείο αντιποιήθηκε για πρώτη φορά το δικαίωμα κυριότητάς της, κατέχοντας έκτοτε αυτό αυθαίρετα, και δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ.β'ΚΠολΔ., ως προς δε το δεύτερο μέρος του ως αβάσιμος, διότι από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "η αναιρεσίβλητη ενάγουσα συνέχισε να ασκεί με διάνοια κυρίου την ίδια φυσική εξουσία επί του επίδικου ακινήτου και μετά τις 23-12-1946, συνεχώς και αδιαταράκτως μέχρι το έτος 1993, οπότε το εναγόμενο την απέβαλε από τη νομή της", προκύπτει ότι ο παραπάνω υπό στοιχ.β' ισχυρισμός του αναιρεσείοντος λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε εκ του πράγματος.

ΕΠΕΙΔΗ, Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφαση του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος, μέρος πρώτο και τέταρτο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη ( Ολ.

ΑΠ 7/2002, 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα : Το αναιρεσείον εναγόμενο με τις από 3-3-1998 προτάσεις του, που υπέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, πρόβαλε επικουρικώς, προς απόκρουση της αγωγής, την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίσθηκε ότι "εδώ και πολλές δεκαετίες κατέχει και νέμεται την επίδικη έκταση, έχει δαπανήσει τεράστια ποσά για τη διαμόρφωση, βελτίωση, λειτουργία και συντήρηση των παιδικών κατασκηνώσεων, συμβάλλοντας στην αναβάθμιση και προστασία του περιβάλλοντος, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί στην άσκηση των πράξεων κυριότητας, ενώ τα περιστατικά αυτά ήταν σε γνώση της ενάγουσας και των οργάνων της, και ότι η μη άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας επί σειρά δεκαετιών έχει οδηγήσει σε πλήρη αποδυνάμωση του και είναι καταχρηστική η προβολή του, αφού τούτο (εναγόμενο), με συνείδηση κυρίου της έκτασης, έχει δαπανήσει όλα αυτά τα έτη μεγάλα χρηματικά ποσά για τη διαμόρφωση, βελτίωση, λειτουργία και συντήρηση του χώρου και των εγκαταστάσεων του, προσφέροντας μέσα από τις κατασκηνώσεις ευκαιρίες και δυνατότητα αναψυχής στα μέλη του, αλλά και φιλανθρωπικό έργο, ευνοούμενο και από την εκκλησία, αφού μάλιστα κατά καιρούς έχει φιλοξενήσει πρόσφυγες και άλλους έχοντες ανάγκη περίθαλψης και βοήθειας σε συνεργασία με τους φορείς της πολιτείας".

Υπό τα ανωτέρω όμως αορίστως εκτιθέμενα περιστατικά, τα οποία επικαλέσθηκε το αναιρεσείον για τη θεμελίωση της εν λόγω επικουρικής ένστασης του, τα οποία δεν συνδέονται καθοιονδήποτε τρόπο με προηγηθείσα συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, από την οποία θα μπορούσε να δημιουργηθεί σ' αυτό η εύλογη πεποίθηση ότι εκείνη δεν θα διεκδικούσε το επίδικο ακίνητο, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να διεκδικήσει το επίδικο δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού και συνεπώς η ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος δεν ήταν νόμιμη.

Επομένως, το Εφετείο που, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε απορριπτέα ως μη νόμιμης την παραπάνω ένσταση του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αντιδίκου του, την οποία αυτό επανέφερε με λόγο της έφεσης του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ο δε περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, η αιτίαση της ανεπάρκειας κλπ. αιτιολογίας προϋποθέτει κρίση στηριζόμενη σε πραγματικές παραδοχές. Με τον ίδιο πιο πάνω τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έχει νόμιμη βάση, διότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απόρριψης της παραπάνω ένστασης του αναιρεσειοντος εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο έκρινε απορριπτέα την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη, όχι δε κατ' ουσίαν, άρα η απόρριψη της δεν στηρίζεται σε πραγματικές παραδοχές και ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-5-2006 αίτηση του σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΣΕΑΤΕ για αναίρεση της υπ' αριθμ.9436/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ