Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis and failure to cite specific contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding a contract dispute. The appellants argued that the lower court distorted a specific contractual clause by failing to consider it, claiming this caused the court to incorrectly find the contract ambiguous. The court rejected this claim because the First Instance Court had explicitly examined and evaluated the disputed clause, including significant excerpts, and reached its own independent assessment of its relevance to the ambiguity finding.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the challenged decision has a legal basis and the appellant fails to specify the exact content of the document allegedly distorted and the specific factual conclusion drawn by the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1733 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1733/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.X1, 2.... και 3. X2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των Λάμπρο Σινανιώτη, Στέφανο Δεληκωστόπουλο και Γεώργιο Κοπακάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ - ΒΗΤΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Χριστίνα Φαϊτάκη και Γεώργιο Ορφανίδη .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαρτίου 2005 αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 9420/2005 του ιδίου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16 Μαΐου 2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 661/1984). Εξάλλου, η κατά τις διατάξεις των άρθρων 867 επ. ΚΠολΔ διαιτητική επίλυση της διαφοράς είναι επιτρεπτή μόνον όταν υπάρχει ρητή και σαφής δήλωση των μερών να αποκλείσουν από τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων συγκεκριμένη και ατομικώς καθοριζόμενη έννομη σχέση και συνεπώς η δήλωση αυτή των μερών είναι στενώς ερμηνευτέα, δηλαδή η διαιτητική ρήτρα, για να είναι έγκυρη πρέπει να ορίζει ρητώς τις διαφορές που θα επιλυθούν με διαιτησία.
Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την έκταση της εξουσίας των διαιτητών είναι κρίση περί πραγμάτων, εφόσον συνέχεται με την εκτίμηση του εγγράφου που ενσωματώνεται η διαιτητική συμφωνία και ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, όταν το δικαστήριο παραβίασε, κατά την εκτίμησή του, κανόνες δικαίου ή παραμόρφωσε το έγγραφο της συμφωνίας ή όταν, ενώ διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ ή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους κανόνες αυτούς.
Η προσφυγή στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός εάν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοσθούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Περαιτέρω κατα το άρθρο 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, υπέρβαση εξουσίας των διαιτητών υφίσταται, όταν οι διαιτητές αποφαίνονται επί θέματος που δεν υποβλήθηκε στην διαιτησία ή κείται πέραν αυτού, όχι δε όταν υποπίπτουν σε διαδικαστικά νομικά σφάλματα (Ολ. ΑΠ 13/1995). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (όλων ανεξαιρέτως) των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι), δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δια του άρθρου 7.1 του από 16.10.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού "συμβάσεως πωλήσεως μετοχών" οι διάδικοι συνεφώνησαν περί αντικειμένου επιτρεπομένου κατ' άρθρο 867 ΚΠολΔ (και δη περί διαφορών εκ πωλήσεως μετοχών) συγκεκριμένως ότι: "Οι πωλητές αναλαμβάνουν δια της παρούσας την από κοινού και εις ολόκληρον υποχρέωση να αποζημιώσουν τον αγοραστή ή την εταιρεία εξ αιτίας τυχόν ανακρίβειας ή παράβασης οιασδήποτε από τις δηλώσεις ή εγγυήσεις καθώς και τυχόν αθέτηση οποιασδήποτε υποχρέωσης έχουν αναλάβει δια της παρούσης μέχρι συνολικού ποσού, ύψους έξι δισεκατομμυρίων (6.000.000.000) δραχμών.
Με το ίδιο συνολικό ποσό θα καλυφθούν, και οποιεσδήποτε απαιτήσεις, χρέη ή άλλες υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσεως που τυχόν θα προκύψουν για την εταιρία στο μέλλον και αφορούν την περίοδο μέχρι την ημερομηνία μεταβίβασης. α) Το ύψος της τυχόν αποζημιώσεως θα προσδιορίζεται με τη σύμφωνη γνώμη των οικονομικών συμβούλων αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών.
Σε περίπτωση διαφωνίας των οικονομικών συμβούλων, η διαφορά θα παραπέμπεται σε τριμελή διαιτησία. Η παραπομπή θεωρείται αναγκαία όταν το ένα μέρος (το "επισπεύδον μέρος") το γνωστοποιήσει εγγράφως στο άλλο. Κάθε μέρος θα διορίζει έναν διαιτητή και ο τρίτος επιδιαιτητής θα διορίζεται από τους διαιτητές που διορίστηκαν από τα μέρη.
Σε περίπτωση αδυναμίας ή άρνησης διορισμού ενός διαιτητού από οιοδήποτε μέρος ή του τρίτου επιδιαιτητού εντός μηνός από την υποβολή της αίτησης για διαιτησία, τα μη διορισθέντα μέλη της διαιτησίας θα διορίζονται με κλήρωση που θα γίνεται μετά από πρόσκληση του επισπεύδοντος μέρους ενώπιον Συμβολαιογράφου Αθηνών μεταξύ εκπροσώπων των κάτωθι πέντε αναγνωρισμένων Εταιριών Ορκωτών Λογιστών-Ελεγκτών που λειτουργούν τόσο στην Αθήνα όσο και στις Βρυξέλλες: ..., ..., ..., ...
και ... . Τα μέρη υπεύθυνα δηλώνουν ότι καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες Εταιρίες δεν προσέφεραν υπηρεσίες σε ένα από αυτά κατά την τελευταία πενταετία. Η απόφαση της διαιτησίας θα είναι οριστική και χωρίς άλλη διαδικασία εκτελεστή από τα μέρη. β) Η τυχόν κατά τα ανωτέρω καθοριζόμενη αποζημίωση θα καταβληθεί στον αγοραστή ή την εταιρία κατ' αρχήν από το πιστούμενο τίμημα έξι δισεκατομμυρίων (6.000.000.000) δραχμών.
Οι πωλητές πάντως παραμένουν υπόχρεοι έναντι του αγοραστή ή της εταιρίας, πάντοτε μέχρι του συνολικού ποσού των έξι δισεκατομμυρίων για κάθε αποζημίωση που τυχόν ήθελε πιστοποιηθεί κατά τα ως άνω μετά την εξόφληση του πιστουμένου τιμήματος και αφορά υποχρεώσεις της εταιρείας μέχρι την ημέρα μεταβίβασης.
γ) Σε περίπτωση που κατά τον χρόνο καταβολής μέρους του πιστουμένου τιμήματος υπάρχει αξίωση του αγοραστή για αποζημίωση που αμφισβητείται από τους πωλητές, το αντίστοιχο ποσό θα κατατίθεται σε ειδικό έντοκο λογαριασμό σε τραπεζικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα της επιλογής του Αγοραστή υπέρ του μέρους που θα δικαιωθεί από την κατά το εδάφιο 7.01 διαιτησία.
Τα έξοδα της διαιτησίας θα βαρύνουν το μέρος που δεν δικαιώθηκε". Εις το άρθρον 11 της αυτής συμβάσεως συνεφωνήθη ότι "Η σύμβαση αυτή και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν ερμηνεύονται σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο. Οι διαφορές που προκύπτουν από την σύμβαση αυτή υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων των Αθηνών".
Η έννοια της τελευταίας αυτής ρήτρας είναι σαφής. Δι' αυτής εσκοπήθη να θεμελιωθή η αρμοδιότης των Δικαστηρίων της πόλεως των Αθηνών όπου δεν θα ίσχυε η διαιτητική ρήτρα (ως επί της μη αποζημιωτικής και μη συμβατικής (εκ της "εγγυήσεως") αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία δεν υπήχθη εις διαιτησίαν) ή εάν δεν ήθελεν προβληθή η ένστασις της υπαγωγής εις την διαιτησίαν και δεν μεταβάλλει την έκτασιν εφαρμογής της διαιτητικής ρήτρας.
Απεδείχθη από δικαστικήν ομολογίαν των διαδίκων, συνεπεία μη ρητής αμφισβητήσεως (άρθρο 261 ΚΠολΔ), ότι προηγήθη της διαιτησίας η διαδικασία των "δύο σταδίων" του άνω άρθρου 7 και προηγήθη εκατέρωθεν διορισμός οικονομικών συμβούλων δια τον προσδιορισμόν του ύψους της αξιουμένης παρά της ήδη εναγομένης αποζημιώσεως, πλην οι οικονομικοί σύμβουλοι των μερών δεν κατέληξαν εις συμφωνίαν, μεθ' ό η ήδη εναγομένη εγνωστοποίησεν εις τους ήδη ενάγοντας την πρόθεσίν της να παραπέμψη την διαφοράν εις την διαιτησίαν, δια κοινοποιήσεως της από 18.6.2001 αιτήσεως διαιτησίας.
Οι ήδη ενάγοντες συνεφώνησαν εις την παραπομπήν της διαφοράς εις την τριμελή διαιτησίαν και διώρισαν ένα διαιτητήν τον Αγησίλαον Μπακόπουλον, επίτιμον Αντιπρόεδρον του Αρείου Πάγου, ο οποίος, ομού μετά του διαιτητού Βασιλείου Κόκκινου, επιτίμου Προέδρου του Αρείου Πάγου, ο οποίος διωρίσθη από την ήδη εναγομένην, κατά την συμφωνίαν περί διαιτησίας καθ' ην ο επιδιαιτητής ορίζεται υπό των διαιτητών, διώρισαν ως επιδιαιτητήν τον Ακαδημαϊκόν Γεώργιον Μητσόπουλον, ομότιμον καθηγητήν της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Οι ενάγοντες, δια της ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου αγωγής, ισχυρίσθησαν ότι η συνολική διαφορά μεταξύ της παραστάσεως των πωλητών περί της καθαράς θέσεως της εταιρείας (συνεπεία της δια πωλήσεως του συνόλου των μετοχών της εταιρείας υπό την επωνυμίαν ΤΡΟΦΟ ΑΕ αγορασθείσης επιχειρήσεως της τελευταίας, περιλαμβανομένης και της θυγατρικής της υπό την επωνυμίαν "ΕΝΑ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ") και της πραγματικής αξίας αυτής ανήλθεν εις 13.687.475.227 δρχ., ποσόν το οποίον παριστά και την ζημίαν της.
Το άνω Διαιτητικόν Δικαστήριον απέρριψεν και δη κατ' ουσίαν την ερειδομένην επί της αδικοπραξίας κυρίαν βάσιν της αγωγής δια 13.687.475.227 δρχ. ως και την πρώτην επικουρικήν βάσιν της αγωγής, την ερειδομένην εις τις διατάξεις των άρθρων 543, 538 ΑΚ (προ της καταργήσεως του τελευταίου δι' άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ. 3 Ν 3043/2002), ήτοι της ευθύνης λόγω ελλειπουσών ιδιοτήτων των πωληθεισών μετοχών εκ δόλου των εναγομένων δια 13.687.475.227 δρχ., εδέχθη δε μόνον την δευτέραν επικουρικήν βάσιν εκ της αυτοτελούς συμβατικής εγγυητικής των ευθύνης και υπεχρέωσεν τους εκεί εναγομένους και ήδη ενάγοντας να καταβάλουν εις την ενάγουσαν και ήδη εναγομένην μόνον το ποσόν των 6.000.000.000 δρχ.
μέχρι του οποίου εδέχθη ότι εξικνείτο η υποχρέωσις των εναγομένων εκ της άνω συμβάσεως. Εις την άνω σύμβασιν σαφώς προβλέπεται η δυνατότης να εκδοθή παρά των διαιτητών καταψηφιστική απόφασις και δη άνευ ανάγκης προσφυγής εις ερμηνείαν διότι, ως εσημειώθη, γίνεται μνεία εις την άνω σύμβασιν περί του ότι η απόφασις του άνω διαιτητικού Δικαστηρίου θα είναι "χωρίς άλλη διαδικασία εκτελεστή από τα μέρη", πρόβλεψις η οποία αναγκαίως ισχύει μόνον επί καταψηφιστικών αποφάσεων.
Εις την σύμβαση, εν σχέσει με την έκτασιν της εξουσίας του διαιτητικού Δικαστηρίου, ωρίσθησαν και τα εξής: "Το ύψος της τυχόν αποζημιώσεως θα προσδιορίζεται με τη σύμφωνη γνώμη των οικονομικών συμβούλων αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών. Σε περίπτωση διαφωνίας των οικονομικών συμβούλων, η διαφορά θα παραπέμπεται σε τριμελή διαιτησία.
Η παραπομπή θεωρείται αναγκαία όταν το ένα μέρος (το "επισπεύδον μέρος") το γνωστοποιήσει εγγράφως στο άλλο. Κάθε μέρος θα διορίζει έναν διαιτητή και ο τρίτος επιδιαιτητής θα διορίζεται από τους διαιτητές που διορίστηκαν από τα μέρη. Σε περίπτωση αδυναμίας ή άρνησης διορισμού ενός διαιτητού από οιοδήποτε μέρος ή του τρίτου επιδιαιτητού εντός μηνός από την υποβολή της αίτησης για διαιτησία, τα μη διορισθέντα μέλη της διαιτησίας θα διορίζονται με κλήρωση...".
Υφίσταται εν όψει της άνω διατυπώσεως όντως ασάφεια εν σχέσει προς την έκτασιν της εξουσίας της τριμελούς διαιτησίας, αν δηλαδή αυτοί θα επιληφθούν του προσδιορισμού μόνον του ύψους της ζημίας ως και οι αποτυχόντες να συμφωνήσουν ως προς τούτο οικονομικοί σύμβουλοι των διαδίκων, ή της όλης διαφοράς.
Υφίσταται δηλαδή ασάφεια ως προς την έννοιαν της λέξεως "διαφορά" εις την αμέσως προπαρατεθείσαν διαιτητικην ρήτραν, αν υπό τον όρον "διαφορά" νοείται μόνον η ανατεθείσα εις τους οικονομικούς συμβούλους τοιαύτη ή πάσα διαφορά εκ της λειτουργίας της συμβάσεως. Δια την άρσιν της ασάφειας αυτής ανακύπτει κατ' ανάγκην ζήτημα ερμηνείας, με προσφυγήν εις τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ούτως από τις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, ερμηνευομένας με την αναζήτησιν της αληθούς βουλήσεώς των, χωρίς προσήλωσιν εις τις λέξεις, ως απαιτεί η καλή πίστις, αφού ληφθούν υπ' όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, το Δικαστήριον άγεται εις την κρίσιν ότι η αληθής βούλησις των συμβαλλομένων ήτο ότι εις την τριμελή διαιτησίαν ανετέθη γνησία διαιτησία και ουχί διαιτητική πραγματογνωμοσύνη.
Δεν συνεφωνήθη διαιτητική πραγματογνωμοσύνη περί του λογιστικού καθορισμού του ύψους της εγγυηθείσης και της ανευρεθείσης καθαράς αξίας της δια της πωλήσεως του συνόλου των μετοχών κτηθείσης επιχειρήσεως της εταιρείας υπό την επωνυμίαν ΤΡΟΦΟ ΑΕ, ως οι ενάγοντες αβασίμως ισχυρίζονται, αλλά διαιτησία η οποία θα τάμη την μεταξύ των διαφοράν, μετά την αποτυχίαν των οικονομικών συμβούλων των διαδίκων δι' εξώδικον επίλυσιν του προσδιορισμού του ύψους της τυχόν οφειλομένης αποζημιώσεως.
Τα μέρη διετύπωσαν την βούλησίν των όπως καθορισθούν δύο στάδια, εν αδιάφορον δια την προκειμένην δίκην στάδιον ενώπιον των οικονομικών συμβούλων των μερών, όπου προεβλέφθη ότι κατ' εκείνο έδει να επέλθη συμφωνία τούτων και εν δεύτερον αυτοτελές στάδιον γνήσιας διαιτησίας, εν μη επιτεύξει συμφωνίας τούτων περί του ανατεθέντος εις αυτούς αντικειμένου, κατά το οποίον η τριμελής διαιτησία συνεφωνήθη να επιληφθή της διαφοράς των διαδίκων και να εκδώση εκτελεστόν τίτλον, λόγος δια τον οποίον και προέβλεψαν δια της προπαρατεθείσης ρητής συμβατικής προβλέψεως (ότι "η απόφαση της διαιτησίας θα είναι οριστική και χωρίς άλλη διαδικασία εκτελεστή από τα μέρη"), την εκτελεστότητα της αποφάσεως των διαιτητών και όχι διαιτητικήν πραγματογνωμοσύνην, η περί της οποίας κρίσις των διαιτητών πραγματογνωμόνων δεν νοείται ως τίτλος εκτελεστός, κατά τα προδιαληφθέντα.
Άλλωστε, την ερμηνείαν αυτήν εδέχθησαν εκ του πράγματος και οι εναγόμενοι, οι οποίοι προδήλως δεν διώρισαν τον επίτιμον αντιπρόεδρον του Αρείου Πάγου δια να εκτέλεση έργα λογιστού, αλλά τον εκ της άνω ιδιότητος έμπειρον νομικόν δια να επιληφθή της διαφοράς. Τέλος και εις τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από 25.1.2001 δύο συμβάσεις μεταβιβάσεως μετοχών εις τον όρον 3.02 του άρθρου 3 οι εκ των πωλητών:
X1 και X2 και η ήδη εναγομένη συνεφώνησαν ότι "η διαιτησία που προβλέπεται στο άρθρο 7 της σύμβασης πώλησης μετοχών θα διεξαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Η πρόβλεψις αυτή ερμηνεύει την έννοιαν της εις το άνω άρθρον 7 "διαφοράς", διότι αποκαλύπτει την κατ' εκείνον τον χρόνον, ήτοι προ της εκδηλώσεως της διαφοράς, γνώσιν των ανωτέρω περί του περιεχομένου της κατά την σύναψιν της συμβάσεως περί διαιτησίας βουλήσεώς των ως προς την έννοιαν του άνω άρθρου 7.
Η παραπομπή εις τις περί διαιτησίας διατάξεις του ΚΠολΔ σημαίνει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη την 25.1.2001 εγνώριζον ότι εις το άρθρον 7 της συμβάσεως του από 16.10.2000 ιδιωτικού συμφωνητικού "συμβάσεως πωλήσεως μετοχών" περιέχεται σύμβασις διεξαγωγής της κατεστρωμένης εις τον ΚΠολΔ διαιτησίας, καθ' όσον ο ΚΠολΔ δεν προβλέπει τι περί διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης και μόνον εις το άρθρον 678 παρ. 3 ΚΠολΔ την αναφέρει μόνον ως προς την αρμοδιότητα αμοιβής των διαιτητών - πραγματογνωμόνων, αλλά δεν την ρυθμίζει.
Συνεπώς, κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου, εν προκειμένω πρόκειται περί γνήσιας διαιτησίας. Ως αντικείμενον δε της διαφοράς εν προκειμένω νοείται κατά την προεκτεθείσαν ανάλυσιν πάσα αγωγή αποζημιώσεως (είτε εκ της αδικοπραξίας είτε εκ της συμβάσεως πωλήσεως των μετοχών) ως και η εκ της συμβάσεως αγωγή, ήτοι η γενομένη δεκτή, περιωρισμένη μέχρι του ανωτέρω ποσού, λόγω εγγυητικής ευθύνης τοιαύτη.
Δια της άνω συμβάσεως τα συμβαλλόμενα μέρη υπήγαγον εις την αρμοδιότητα του άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου τις τυχόν διαφορές τους από τις εγγυήσεις και δηλώσεις των πωλητών, εφ' όσον προηγουμένως οι άνω οικονομικοί σύμβουλοί τους είχον αποτύχει να συμφωνήσουν περί την έκτασιν της τυχόν οφειλομένης αποζημιώσεως, ήτοι μετά την διαπίστωσιν της αποτυχίας φιλικής διευθετήσεως της διαφοράς.
Κατά την έννοιαν των άνω διατάξεων, τα συμβαλλόμενα μέρη συνεφώνησαν ότι το άνω Διαιτητικόν Δικαστήριον είχεν την δικαιοδοσίαν να εκδικάση και να τάμη τελεσιδίκως πάσαν διαφοράν α) εν σχέσει με την ζημίαν η οποία θα επήρχετο εις συμβαλλόμενον μέρος εκ της συμβάσεως πωλήσεως των μετοχών και δη αδιαστίκτως εάν η αποζημίωσις προέρχεται από ζημίαν εξ αδικοπραξίας ή τοιαύτην εκ της παραβάσεως της συμβάσεως και β) εκ της συμβατικής προβλέψεως περί "εγγυήσεως" των πωλητών, ήτοι της αποζημιώσεως της αγοραστρίας άνευ ανάγκης επικλήσεως υπαιτιότητος των πωλητών, εκ μόνης της αποδείξεως της ζημίας, μέχρι ποσού 6.000.000.000 δρχ.".
Στην συνέχεια, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως (για υπέρβαση εξουσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου) ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως και τον εδραζόμενο στην ίδια διάταξη (του άρθρου 897 παρ. 4 ΚΠολΔ), δεύτερο λόγο ακυρώσεως, της εσφαλμένης μη απορρίψεως της δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής (από το Δ.Δ.), μετά την απόρριψη για έλλειψη δικαιοδοσίας της κύριας και της πρώτης επικουρικής βάσης, με την αιτιολογία ότι "η ενδοδιαδικαστική αίρεσις υφ' ην ετέλει η κατ' ουσίαν δεκτή γενομένη δευτέρα επικουρική βάσις, ήτοι της απορρίψεως των δύο πρώτων βάσεων πληρούται δια της απορρίψεως των δύο πρώτων βάσεων της αγωγής έτι και δι' έλλειψιν δικαιοδοσίας, εφ' όσον κατά τα εκτιθέμενα επρόκειτο περί δικονομικής επικουρικότητος και ουχί ουσιαστικής τοιαύτης, η δε άσκησις αγωγής με κυρίαν βάσιν μη υπαγομένην εις τους διαιτητάς και επικουρική βάσιν υπαγομένην εις τούτους επί απλής δικονομικής επικουρικότητος δεν απαγορεύεται, διότι οι διαιτηταί οφείλουν να απορρίψουν την μη υπαγομένην εις αυτούς κυρίαν βάσιν και να ερευνήσουν την υπαγομένην εις την επικουρικήν, υποκειμένης άλλως της αποφάσεως εις την ακυρωτικήν αγωγήν, πληρουμένης ούτω της ενδοδιαδικαστικής αιρέσεως".
Με αυτές τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός της, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για την εξακρίβωση της αληθινής έννοιας του ασαφούς όρου "διαφορά" στο συνυποσχετικό διαιτησίας των διαδίκων (άρθρο 7 της συμβάσεως πωλήσεως μετοχών των αναιρεσειόντων προς την αναιρεσίβλητη) σχετικά με το εύρος της εξουσίας των διαιτητών να δικάσουν μόνον το ύψος της ζημίας της αναιρεσίβλητης (λόγω υπέρβασης του εγγυημένου από τους αναιρεσείοντες μεγέθους απόκλισης της υπαξίας των μετοχών τους), μετά την αποτυχία του προβλεπόμενου με την ίδια συμβατική ρύθμιση προσδιορισμού αυτής της ζημίας από τους οικονομικούς συμβούλους των διαδίκων, χωρίς περιορισμό ως προς τη νομική βάση προβολής και ενάσκησης της αξίωσης αυτής από αδικοπρακτική, ενδοσυμβατική και αυτοτελή (με ρήτρα της συμβάσεως) εγγυητική ευθύνη των αναιρεσειόντων, όπως οι βάσεις αυτές (με την ίδια σειρά) είχαν περιληφθεί στην αγωγή της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας (αγωγής) εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση.
Διότι αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου, ότι με βάση όχι μόνον το όλο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά και στοιχεία έξω από αυτή (όπως οι σιωπηρές ομολογίες των διαδίκων), αποδείχθηκε ότι: α) η προσφυγή στη διαιτησία προϋπέθετε αποτυχία των οικονομικών συμβούλων για τον προσδιορισμό του μεγέθους της προσγενόμενης ζημίας της αναιρεσίβλητης εάν υπολειπόταν η πραγματική αξία του αντικειμένου της μεταξύ των διαδίκων δικαιοπραξίας από το εγγυημένο από τους αναιρεσείοντες μέγεθος αυτής και αφέθηκε στην πρωτοβουλία και του ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη, όταν το άλλο θα αδρανούσε, β) δεν προκαθορίσθηκαν συγκεκριμένου είδους γνώσεις (οικονομικές) των διαιτητών και του επιδιαιτητή, παρά μόνον σε περίπτωση αδυναμίας ή αρνήσεως ενός συμβαλλομένου μέρους να συμπράξει (περίπτωση που δεν συνέτρεξε) και γ) ο δικαιοδοτικός χαρακτήρας (με δυνατότητα εκδόσεως εκτελεστής διαιτητικής αποφάσεως) του διαιτητικού οργάνου, χωρίς περιορισμό ως προς το υπαγόμενο στην διαιτησία αντικείμενο της διαφοράς.
Επομένως, ο υπό στοιχείο 17-24 λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ κατά την ερμηνεία του ως άνω ασαφούς όρου της συμβάσεως, με το να δεχθεί ότι πέραν από την αυτοτελή εγγυητική ευθύνη των αναιρεσειόντων κάλυπτε η ρήτρα διαιτησίας και αδικοπρακτική με ενδοσυμβατική (από την πώληση) ευθύνη τους, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με τον υπό στοιχεία 25-30, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, ότι εσφαλμένως το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη από το Διαιτητικό Δικαστήριο η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής (την οποία έκανε δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη), μετά την απόρριψη για έλλειψη δικαιοδοσίας της κύριας βάσης από αδικοπραξία και της πρώτης επικουρικής βάσης από ενδοσυμβατική ευθύνη, διότι η δικονομική επικουρικότητα του άρθρου 219 ΚΠολΔ, δεν επέτρεπε την εξέταση της επικουρικής βάσης πριν από την εξέταση και απόρριψη στην ουσία της αμέσως προηγουμένης κυρίας ή επικουρικής βάσης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών -όπως η διάταξη του άρθρου 219 ΚΠολΔ-, κανόνων, είναι απαράδεκτος. Κατά το μέρος επίσης που αποδίδεται στην απόφαση η κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, προβάλλεται ο λόγος αυτός χωρίς έννομο συμφέρον, αφού δυνατότητα βλάβης από την απόρριψη της κύριας και της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής θα υπήρχε μόνον για την αναιρεσίβλητη, (της οποίας το δικαίωμα άλλωστε ικανοποιήθηκε στην ίδια έκταση που θα είχε ικανοποιηθεί και με την παραδοχή της κύριας ή της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής), αλλά είναι και αβάσιμος, διότι η ενδοδιαδικαστική προϋπόθεση της απορρίψεως της κύριας και της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, υπό την οποία τελούσε, κατά το άρθρο 219 ΚΠολΔ, η εξέταση της δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής, δεν είχε την έννοια η απόρριψη να είχε συντελεσθεί μόνον για ουσιαστικούς λόγους, αλλά αρκούσαν και δικονομικοί λόγοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής : 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον 'Αρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, 3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι τα κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Αν ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
Εν προκειμένω με τον υπό στοιχεία 14-17 από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη κρίσιμη περικοπή της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, σύμφωνα με την οποία "η τυχόν μη ικανοποίηση του παρόντος όρου (για συμφωνία των οικονομικών συμβούλων των διαδίκων ως προς το ύψος της ζημίας της αναιρεσίβλητης) θα δημιουργήσει ισόποση απαίτηση -αγωγή του Αγοραστή, η οποία θα ακολουθήσει την κατά το άρθρο 7 περί αποζημιώσεως διαδικασία, η δε παραμόρφωση αυτή συνέβαλε τα μέγιστα στην κρίση του Εφετείου περί ασάφειας της σύμβασης ως προς τον καθορισμό της διαφοράς που υπήχθη στη διαιτησία και στην προσφυγή στα άρθρα ΑΚ 173 και 200". Με το περιεχόμενο αυτό ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ο επικαλούμενος συμβατικός όρος λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, το οποίο περιέλαβε στην απόφασή του και σημαντικές περικοπές του άρθρου 7 της συμβάσεως (στο οποίο αναφέρεται ο επίμαχος όρος) προβαίνοντας σε διαφορετική από τους αναιρεσείοντες αξιολόγησή του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-5-2006 αίτηση για αναίρεση της 9420/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ