1733/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1733/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο.Ε", ομόρρυθμο μέλος της οποίας υπήρξε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, κατάρτισε κατά το από 8-9-1997 μέχρι 15-12-1997 χρονικό διάστημα, τις αναφερόμενες στην αγωγή τρεις συμβάσεις πιστώσεως αλληλοχρέου λογαριασμού με τις κατονομαζόμενες ειδικά Τράπεζες, και ειδικότερα τις με αριθμούς ..... στην Τράπεζα Πίστεως, .....
Full text
Απόφαση 1733 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1733/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκούφο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σταμάτιο Βασιλείου και Χρήστο Φίκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-5-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6125/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3722/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 19-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 22 του ΕΝ ορίζεται ότι οι ομόρρυθμοι συνεταίροι, οι αναφερόμενοι εις το καταστατικόν της εταιρείας έγγραφον, υπόκεινται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εις όλας τας υποχρεώσεις της εταιρείας, αν και υπογεγραμμένας παρ' ενός μόνον των συνεταίρων, υπό την εταιρικήν όμως επωνυμίαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απεριόριστη εις ολόκληρον ευθύνη του ομορρύθμου εταίρου με το νομικό πρόσωπο της ομόρρυθμης εταιρίας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την αποχώρησή του από την εταιρεία για τα προ της αποχωρήσεώς του εταιρικά χρέη.
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ, 874 ΑΚ και 112 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μία διαρκής έννομη σχέση, δεδομένου ότι η λειτουργία της συμβάσεως προϋποθέτει χρονική διάρκεια, η οποία έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή στο παθητικό της περιουσίας των συμβαλλομένων μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή η αντιπαραβολή των κονδυλίων της χρεοπιστώσεως.
Αν, λοιπόν, συμβαλλόμενη στο λογαριασμό είναι ομόρρυθμη εταιρία και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού αποχωρήσει από αυτήν ένας ομόρρυθμος εταίρος, υπάρχει προσωπική εις ολόκληρο ευθύνη του εταίρου αυτού για το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, οποτεδήποτε και αν γίνει, προκύπτον εις βάρος της εταιρείας κατάλοιπο, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός εμφάνιζε παθητικό σε βάρος της εταιρείας κατά το χρόνο της αποχωρήσεως του εταίρου και μέχρι του ύψους του παθητικού αυτού υπολοίπου.
Το γεγονός ότι η αξίωση πληρωμής του καταλοίπου γεννιέται το πρώτο με το κλείσιμό του, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της αποχωρήσεως του εταίρου από την εταιρεία, δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο προς τα ανωτέρω συμπέρασμα, αφού τα δημιουργικά της αξιώσεως αυτής περιστατικά προϋπήρχαν της αποχωρήσεως και ο λογαριασμός αποτελούσε έκτοτε στοιχείο του παθητικού της εταιρικής περιουσίας και συνεπώς περιλαμβανόταν στο πλαίσιο της ευθύνης του αποχωρούντος εταίρου (ΟΛ ΑΠ 31/1997).
Επομένως, ισχυρισμός του ομορρύθμου εταίρου περί αποχωρήσεως αυτού από την ομόρρυθμη εταιρεία και της ως εκ τούτου ελλείψεως ευθύνης του για τα εταιρικά χρέη, θεμελιώνει ένσταση, καταλυτική της αγωγής με την οποία διώκεται η καταβολή εταιρικού αυτής χρέους, προερχόμενου από τη λειτουργία της συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού, το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως της οποίας, φέρει ο προβάλλων αυτήν ομόρρυθμος εταίρος Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους ότι η εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..... -.....
Ο.Ε", ομόρρυθμο μέλος της οποίας υπήρξε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, κατάρτισε κατά το από 8-9-1997 μέχρι 15-12-1997 χρονικό διάστημα, τις αναφερόμενες στην αγωγή τρεις συμβάσεις πιστώσεως αλληλοχρέου λογαριασμού με τις κατονομαζόμενες ειδικά Τράπεζες, και ειδικότερα τις με αριθμούς ..... στην Τράπεζα Πίστεως, .....
στην Ιονική Τράπεζα και ..... στην Εθνική Τράπεζα συμβάσεις, την εξόφληση των οποίων εγγυήθηκαν οι ίδιοι (αναιρεσείοντες), κατόπιν δοθείσης από την εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία εντολής, μετά δε την εξαφάνιση του ομορρύθμου μέλους αυτής Α και την απειλούμενη από τις δανείστριες Τράπεζες αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας τους, των προκυπτόντων από την λειτουργία των συμβάσεων των αλληλοχρέων λογαριασμών οφειλών, κατέβαλαν εξ ιδίων τις προκύπτουσες από την κίνηση των λογαριασμών των ανωτέρω συμβάσεων οφειλές προς τις δανείστριες Τράπεζες, υποκατασταθέντες στα δικαιώματα αυτών.
Ζήτησαν δε την καταψήφιση και την αναγνώριση της υποχρέωσης των εναγομένων ομόρρυθμης εταιρείας και ομορρύθμων μελών αυτής, στην καταβολή των αναφερομένων στην αγωγή ποσών. Ο αναιρεσίβλητος πρόβαλε πρωτοδίκως τον νόμιμο, καταλυτικό ισχυρισμό της αγωγής ισχυρισμό ότι την 11-11-1997 αποχώρησε νομίμως ουσιαστικά από την ομόρρυθμη εταιρεία, έκτοτε δε η συμμετοχή του στην τελευταία με ποσοστό 5% ήταν εικονική, του γεγονότος δε αυτού ετέλουν εν γνώσει οι αναιρεσείοντες όταν παρείχαν τις επίδικες εγγυήσεις προς τις Τράπεζες.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αόριστο τον ισχυρισμό αυτό, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προσδιόριζε αν κατά το χρόνο της αποχωρήσεώς του οι εν λόγω λογαριασμοί εμφάνιζαν παθητικό σε βάρος της εναγόμενης εταιρείας της οποίας ετύγχανε ομόρρυθμο μέλος καθώς και το ύψος αυτού. Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ο τελευταίος επανέφερε ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό αυτό, όπως δε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι ήταν επαρκώς ορισμένος και νόμιμος, ακολούθως δε και μετ' εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, κατ' αποδοχή ως βάσιμης ουσιαστικά της καταλυτικής αυτής ενστάσεως.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 22 και 669 του ΕμπΝ, 874 ΑΚ και 112 ΕισΑΚ με το να δεχθεί ότι η ως άνω ένσταση ήταν ορισμένη, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με αυτήν.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος κατά το μέρος του που αφορά τις συμβάσεις που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή των αναιρεσειόντων καταρτίσθηκαν πριν από την επικαλούμενη αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την ομόρρυθμη εταιρεία, στις 11-11-1997, δηλαδή κατά το μέρος που αφορά την υπ' αριθμ. ..... σύμβαση πιστώσεως ανοικρού λογαριασμού με την Τράπεζα Πίστεως (ήδη ΑLPHA BANK) και την υπ' αριθμ. .....
όμοια με την Ιονική Τράπεζα, και η σχετική ένσταση του αναιρεσιβλήτου ήταν αόριστη, εφόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο ομόρρυθμος εταίρος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας για τα μέχρι το χρόνο της αποχωρήσεώς του χρέη εκ της λειτουργίας αλληλοχρέου λογαριασμού και ως εκ τούτου ήταν αναγκαία για το ορισμένο της σχετικής ενστάσεως ή αναφορά υπάρξεως ή όχι παθητικού των λογαριασμών αυτών κατά τον άνω χρόνο και ο προσδιορισμός του ύψους αυτού.
Κατά το μέρος όμως που ο εν λόγω ισχυρισμός αφορά την υπ' αριθμ. ..... σύμβαση πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού με την Εθνική Τράπεζα, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, καταρτίσθηκε μετά την επικαλούμενη αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την εταιρεία, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά των ανωτέρω προϋποθέσεων.
Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο περί εικονικότητας ισχυρισμός ήταν ορισμένος ως προς όλες τις επικαλούμενες με την αγωγή συμβάσεις, παραβίασε ευθέως, όσον αφορά το άνω μέρος, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς, κατ' αποδοχή εν μέρει ως βάσιμου του λόγου αυτού αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος τούτο και να παραπεμφθεί προς περαιτέρω κρίση στο ίδιο Εφετείο η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Αντιθέτως, δεν παραβίασε με την σχετική κρίση του τις ανωτέρω διατάξεις αναφορικά με την κατάρτιση της υπ' αριθμ. ..... συμβάσεως και κατά το μέρος αυτό ο προκείμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου.
Αντίθετα δεν ενέχουν έλλειψη νόμιμης βάσης κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ελλείψεις, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους καθώς και στην αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με κάποιο ουσιώδες ζήτημα.
Εξάλλου, για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή του Εφετείου περί αποχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου από την ομόρρυθμη εταιρεία της οποίας ήταν ομόρρυθμος μέλος στις 10-11-1997 και εικονικής έκτοτε συμμετοχής αυτού σ' αυτήν.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται καθόλου οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο με βάση τα οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων, αλλά υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, πλήττεται εν τοις πράγμασι, η ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ. 1 εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων.
Τέλος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό την υπ' αριθμ. 3722/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος, την υπόθεση προς περαιτέρω κρίση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείοντων το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ