Legislator Case Law & Legislation
1733/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding incidental claim for interest on service of process in insurance dispute.

Case Number 1733/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two insurance companies against a final judgment from the Dodecanese Court of Appeal. The insurers argued that the lower court erred in accepting an incidental claim for interest on the service of process, which they had omitted from their initial lawsuit due to oversight. The court held that the appellate court did not commit a procedural error by accepting this claim, as it was a legitimate exercise of the principle of judicial economy to address related financial consequences arising from the service of the original suit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 215, 221, 123, 559 of the Code of Civil Procedure; incidental claims for interest on service of process are admissible before the appellate court to ensure judicial economy and correct omissions in the primary claim without violating procedural rules.

Keywords

AI generated
incidental claim service of process judicial economy insurance dispute appeal dismissal procedural error interest on debt

Cited Legislation

AI generated
Article 215 of the Code of Civil Procedure
Article 221 paragraph 1 item 3 of the Code of Civil Procedure
Article 123 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 and 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. A.P. 20/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1733 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1733/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Απριλίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Colonia Versicherung AG", που εδρεύει στην Κολωνία της Γερμανίας και εκπροσωπείταί νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κόρδα, με την από 5 Απριλίου 2006 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., στην οποία αναφέρει ότι την ως άνω 2η αναιρεσείουσα διαδέχθηκε καθολικά η εταιρεία με την επωνυμία "AXA VERSICHERUNG AG", που εδρεύει ομοίως στην Κολωνία της Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα.

Των αναιρεσιβλήτων: ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Φασούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22 Μαϊου 1997 και 29 Νοεμβρίου 1997 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2004 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 215 του Κ.Πολ.Δ. διαδικαστικές πράξεις που συνιστούν άσκηση ή έγερση της αγωγής αποτελούν : α) η κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και β) επίδοση αυτής στον εναγόμενο. Ειδικώς κατά το άρθρο 221 παρ. 1 εδ. γ΄ του Κ.Πολ.Δ. η επίδοση της αγωγής έχει ως συνέπεια τα αποτελέσματα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχονται με την άσκηση της αγωγής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η διακοπή της παραγραφής.

Για το αποτέλεσμα αυτό προϋποτίθεται εγκυρότητα της επιδόσεως της αγωγής που κρίνεται κατά τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.. Περαιτέρω κατά το άρθρο 123 του Κ.Πολ.Δ. : "η επίδοση γίνεται με επιμέλεια του διαδίκου ύστερα από παραγγελία που δίνεται είτε από τον ίδιο ή τον πληρεξούσιό του είτε με αίτησή τους, από τον αρμόδιο δικαστή, και προκειμένου για πολυμελή δικαστήρια από τον πρόεδρό τους".

Σε δίκες με υποχρεωτική σύμπραξη δικηγόρου (Κ.Πολ.Δ. 94) η παραγγελία προς επίδοση θα πρέπει να δοθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο νομίμως διορισμένο. Τέτοια δίκη είναι και η αφορώσα υπόθεση δικαζόμενη κατά τη διαδικασία του άρθρου 681 Α΄ του Κ.Πολ.Δ., γιατί η Κ.Πολ.Δ. 665 δεν εφαρμόζεται στις άνω διαφορές σύμφωνα με τη διατύπωση της Κ.Πολ.Δ. 681 Α΄.

Εξάλλου ορίζονται από τις παρακάτω διατάξεις τα ακόλουθα : "Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση......." (άρθρο 96 Κ.Πολ.Δ.), "Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της" (άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ.), "Σε περίπτωση θανάτου εκείνου του έδωσε την πληρεξουσιότητα ή μεταβολής της ικανότητας για δικαστική παράσταση του ίδιου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του, η πληρεξουσιότητα δεν παύει αλλά εξακολουθεί και παύει μόνο όταν διακοπεί η δίκη για ένα από τους λόγους αυτούς" (άρθρο 101 Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα : Αν μέσα στο χρόνο της παραγραφής γίνει κατάθεση και επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο κατά παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος παθόντος, ο οποίος όμως είχε αποβιώσει σε χρόνο πριν από την επίδοση της αγωγής, ο δε παραγγείλας την επίδοση δικηγόρος αγνοούσε το θάνατο, παραδεκτώς με πληρεξούσιο δικηγόρο παρίστανται κατά την επακολουθούσα συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο οι κληρονόμοι του ενάγοντος, οι οποίο γνωστοποιούν το θάνατο, δηλώνουν βιαία διακοπή της δίκης και επανάληψη αυτής.

Στην περίπτωση αυτή εγκυροποιείται τυχόν προηγούμενο ελάττωμα συνεπεία της από την αρχή ελλείψεως ρητής πληρεξουσιότητας και δεν πρόκειται περί ενεργείας από πληρεξούσιο υπέρ ανυπάρκτου (λόγω του θανάτου) ενάγοντος, αλλά περίπτωση εσφαλμένου χαρακτηρισμού διαδίκου, η οποία δύναται να διορθωθεί. Επομένως στην άνω περίπτωση η επίδοση της αγωγής επέφερε διακοπή της παραγραφής.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Την 2 Σεπτεμβρίου 1995 και ώρα 15.00 ο αρχικός ενάγων στην από 22-5-1997 αγωγή .... οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...... δίκυκλο μοτοποδήλατο επί της επαρχιακής οδού Ιαλυσού - Ρόδου με κατεύθυνση προς την πόλη της Ρόδου.

Προς την ίδια κατεύθυνση και πίσω από το μοτοποδήλατο ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ..... (τροχόσπιτο με γερμανικές πινακίδες), που είχε συνήθη τόπο στάθμευσης χώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Γερμανία) και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγομένη εταιρία, που εδρεύει στην Κολωνία Γερμανίας και εκπροσωπείται στην Ελλάδα από το τρίτο εναγόμενο Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης.

Κατά τη διαδικασία προσπέρασης του μοτοποδηλάτου, επειδή δεν τηρούσε την ανάλογη απόσταση και λόγω της ανεπιτηδειότητας του περί το οδηγείν ήλθε σε επαφή με τη δεξιά πλευρά του οχήματος με το μοτοποδήλατο με αποτέλεσμα ο οδηγός του να πέσει στο έδαφος και να τραυματισθεί σοβαρά. Μετά πολύμηνη νοσηλεία ο ως άνω οδηγός του μοτοποδηλάτου απεβίωσε στις 7-7-1997.

Ο ως άνω οδηγός του μοτοποδηλάτου (....) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου την από 25-5-1997 αγωγή. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες στις 25-8-1997 (Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως) και στις 28-8-1997 (Colonia Versicherung). Πριν από το χρόνο της επιδόσεως της αγωγής και δη στις 7-7-1997 απεβίωσε ο ενάγων ......, η δε πληρεξούσιος δικηγόρος του Μαριέττα Χατζηγιώργη, η οποία και αγνοούσε το θάνατό του έδωσε εντολή για επίδοση της αγωγής στις ασφαλιστικές εταιρίες.

Η γνωστοποίηση του θανάτου έγινε στη 1.12.1998 κατά τη συνεδρίαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και συνέχισαν τη δίκη οι κληρονόμοι του, σύζυγός του (.....) και τα δύο παιδιά του (......) . Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι οι γενόμενες επιδόσεις στις 25-8-1997 και 28-8-1997 διέκοψαν τη διετή παραγραφή που συμπληρωνόταν στις 2-9-1997, αφού από την άσκηση της αγωγής που ολοκληρώθηκε με την επίδοσή της και μέχρι τη συζήτηση αυτής, οπότε γνωστοποιήθηκε ο θάνατος παράγονται όλες οι συνέπειες που συνεπάγονται οι ενέργειες της πληρεξουσίας μεταξύ των οποίων και οι επιδόσεις οι οποίες είναι υποστατές και έγκυρες.

Στη συνέχεια δέχθηκε ως ουσία βάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί, ότι οι ως άνω επιδόσεις ήταν ανυπόστατες και δεν επέφεραν διακοπή της διετούς παραγραφής και, μετά την παραδοχή σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων είχε απορρίψει ως παραγεγραμμένη την αγωγή του ως άνω ......, στη θέση του οποίου μετά τη δήλωση του θανάτου του είχαν υπεισέλθει οι κληρονόμοι του, ήδη αναιρεσίβλητοι.

Κρίνοντας ως άνω το Εφετείο ορθά δεν κήρυξε ανυπόστατες τις ως άνω επιδόσεις αφού η εντολή προς επίδοση της αγωγής έγινε από δικηγόρο της επιλογής του παθόντος (και μετέπειτα αποβιώσαντος), η πληρεξουσιότητα του οποίου εξακολουθεί να υπάρχει και μετά το θάνατο του εντολέως και η οποία εγκυροποιήθηκε από τους κληρονόμους στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τη δήλωση της βιαίας διακοπής της δίκης και της επαναλήψεως αυτής υπό των ιδίων (κληρονόμων).

Επομένως ο πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτός εκτιμάται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την προβληθείσα από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες ένσταση διετούς παραγραφής από το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 489/1976 επειδή δέχθηκε ότι η κατά τον άνω χρόνο εντός του χρόνου της παραγραφής γενομένη επίδοση των αγωγών επέφερε ως έγκυρη τη διακοπή της παραγραφής, ενώ κατά τους αναιρεσείοντες λόγω του προηγηθέντος θανάτου του ενάγοντος η επίδοση της αγωγής ήταν ανυπόστατη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος (κατά το δεύτερο μέρος του) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος γιατί δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα νομικά σφάλματα του Εφετείου για κάθε μία των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 932 εδ. γ Α.Κ. σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου από αδικοπραξία ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Το δικαστήριο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετά από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς τον βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, την κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων μερών (φυσικών προσώπων) την ηλικία του θύματος και τις από το θάνατο ψυχικές συγκινήσεις, γεγονός το οποίο κρίνεται από το δικαστήριο κατά τους κανόνες της κοινής λογικής.

Στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Εν όψει των συνθηκών που έλαβε χώρα το ως άνω ατύχημα, το βαθμό υπαιτιότητος του πρώτου εναγομένου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του εναγομένου αυτού και των εναγόντων, την ηλικία του αποβιώσαντος (65 ετών) οι ενάγοντες έχουν υποστεί λόγω του θανάτου του πατέρα και συζύγου ψυχική οδύνη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να καταβληθεί χρηματική ικανοποίηση το καθορισθέν και κριθέν εύλογο ποσό.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων που είχε επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη στο ύψος του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως ήτοι ότι ο αποβιώσας δεν διέμενε μετά της οικογενείας του αφού είχε εξωσυζυγική σχέση από 10ετίας και ήταν συνταξιούχος και όχι κτηματομεσίτης.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως έλαβε υπόψη όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία.

ΙΙΙ.. Επειδή ορίζεται από μεν τη διάταξη του άρθρου 283 του Κ.Πολ.Δ. ότι : "1. Η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. 2. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές μπορούν να ασκηθούν σε κάθε στάση της δίκης και κατ΄ έφεση, εκτός αν περιέχουν αυτοτελή αίτηση", από δε τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ.

ότι : Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ΄ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν : 1 .... 2.... 3 συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της μη αυτοτελούς παρεμπίπτουσας αγωγής όπως είναι εκείνη με την οποία διώκονται τόκοι που αποτελούν παρεπόμενη της κυρίας απαίτηση, η επίκληση πραγματικών γεγονότων μεταγενεστέρων της εκκρεμοδικίας, αφού έτσι προάγεται και η αρχή της οικονομίας της δίκης.

Επομένως ο ενάγων με παρεμπίπτουσα αγωγή που ασκεί το πρώτο στο Εφετείο δύναται ν΄ αξιώσει τόκους από την επίδοση της πρώτης καταψηφιστικής αγωγής, τους οποίους τότε από παραδρομή δεν ζήτησε. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκδικάζοντας την από 29-11-1997 αγωγή των αναιρεσιβλήτων με την από 22-5-1997 συναφή αγωγή του δικαιοπαρόχου τους ......

επιδίκασε τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά νομίμως εντόκως από 4 Μαρτίου 1998 οπότε επιδόθηκε σε καθένα από τους αναιρεσείοντες η άνω από 29-11-1997 αγωγή τους κατά παραδοχή της από 17-1-2002 το πρώτο ενώπιον του Εφετείου ασκηθείσας παρεμπίπτουσας αγωγής των αναιρεσιβλήτων με την οποία ζητούσαν επιδίκαση τόκων από την επίδοση της άνω από 29-11-1997 αγωγής γιατί από παραδρομή δεν είχαν περιλάβει στην άνω αγωγή αίτημα για επιδίκαση τόκων από την άνω επίδοσή της.

Με την άνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια, όπως εκτιμάται, του εδαφίου 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή να θεωρήσει παραδεκτή παρά το νόμο την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής με την οποία αξιώνονται τόκοι από την 4-3-1998. Επομένως είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Ένα μέλος της συνθέσεως του Δικαστηρίου (Ελένη Μαραμαθά) έχει τη γνώμη ότι ο διαληφθείς λόγος έπρεπε να γινει δεκτός καθόσον αφορά το χρονικό διάστημα από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι της συζητήσεως αυτής στο Πρωτοβάθμιο δικαστήριο για το λόγο ότι η άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής ενώπιον του Εφετείου προϋποθέτει γεγονότα μεταγενέστερα της συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η δε προϋπόθεση αυτή απορρέει από την αποστολή της παρεμπίπτουσας αγωγής που αποβλέπει στην προσαρμογή του αντικειμένου της δίκης σε μεταγενέστερες εξελίξεις και όχι στην όψιμη διεύρυνσή του για λόγους υφιστάμενους.

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο και τρίτο μέρη του από το άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος όσον αφορά την πλημμέλεια του αριθμού 1, γιατί ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται επί παραβάσεως δικονομικών διατάξεων, όσον αφορά δε την πλημμέλεια του αριθμού 19 γιατί είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντίφαση και από ποια ανεπαρκή ή αντιφατικά μέρη της αιτιολογίας προκύπτει (Ολ.

Α.Π. 20/2005).

Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση της αναιρέσεως και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση του Γραφείου Διεθνούς Ασφαλίσεως Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου κ.λ.π. για αναίρεση της 268/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων το ποσό της οποίας ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ