Supreme Court dismisses appeal against local authority's liability for damages to bank's property rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the local authority's appeal against a lower court ruling that ordered it to pay damages to a bank. The bank successfully claimed property rights were violated by the authority's actions on the disputed land. The court found the appeal inadmissible because the third ground lacked necessary connection to the appealed decision and did not meet the threshold for revision under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577, 176, 183, 191, 281 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal if the additional grounds lack necessary connection to the appealed decision or fail to substantiate a revision request under Article 559.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1732 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1732/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' βαθμού με την επωνυμία "Δ. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αικατερίνη Ευκλείδου και Αικατερίνη Παππά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/12/2021 αίτησή του και τους από 21/12/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιες του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 18/12/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό ... απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την από 14/6/2015 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Α. (…κατά της με αριθμό ... απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που είχε κάνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 29/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ".."), με την οποία ο εναγόμενος ΟΤΑ υποχρεώθηκε να καταβάλει ως αποζημίωση στην ενάγουσα το ποσό των 329.757,23 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 21/12/2022 προσθέτους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 569 ΚΠολΔ), οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως και πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 1023/2022, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017, ΑΠ 478/1981) και, επομένως, πρέπει επίσης να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 267/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 693/2020).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και, επομένως, και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 561/2023, ΑΠ 267/2022, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 741/2020).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 του Συντάγματος, όπως αυτό ίσχυε πριν αναθεωρηθεί με το Α' ψήφισμα της 6ης Μαρτίου 1986 της ΣΤ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ 22 της 12.3.1986), που δημοσιεύτηκε ολόκληρο στις 14 Μαρτίου 1986 (ΦΕΚ 23) και εν συνεχεία μεταφέρθηκε στη Δημοτική γλώσσα με το Β' ψήφισμα της 6ης Μαρτίου 1986, που δημοσιεύτηκε στις 14 Μαρτίου 1986 (ΦΕΚ 24), όπως και, πολύ περισσότερο, πριν αναθεωρηθεί με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, "1.
Η εκδίκασις των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει εις τα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Εκ των ως άνω διαφορών αι μη υπαχθείσαι εισέτι εις τα δικαστήρια ταύτα, δέον να υπαχθούν υποχρεωτικώς εις την δικαιοδοσίαν αυτών, εντός πέντε ετών από της ισχύος του παρόντος, της προθεσμίας ταύτης δυναμένης να παρατείνεται δια νόμου. 2.
Μέχρι της υπαγωγής εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και των λοιπών ουσιαστικών διοικητικών διαφορών, είτε εν τω συνόλω είτε κατά κατηγορίας, αύται εξακολουθούν να υπάγωνται εις τα πολιτικά δικαστήρια, πλην εκείνων δια τας οποίας ειδικοί νόμοι συνέστησαν ειδικά διοικητικά δικαστήρια, εις τα οποία τηρούνται αι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 93. 3.
Εις τα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται πάσαι αι ιδιωτικαί διαφοραί, ως και αι δια νόμου ανατιθέμενοι εις ταύτα υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας. 4. Εις τα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια δύναται να ανατεθή και πάσα άλλη υπό του νόμου οριζομένη διοικητικής φύσεως αρμοδιότης". Αντίστοιχα, ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 1 ότι "στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν:
α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων" και στο άρθρο 2 ότι "τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, επιτρέπεται όμως η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως", εφόσον βέβαια τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 1152/2024, ΑΠ 1271/2019, ΑΠ 599/2013).
Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 1406/1983 "Ολοκλήρωση της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κ.λ.π.", ο οποίος στα άρθρα 1, 9, 10 και 31 όρισε και τα ακόλουθα: "1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή. 2.
Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α)... η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 ί και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, θ)..." (άρθρο 1), "1.
Η εκδίκαση των διαφορών του άρθρου 1 από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρχίζει: α) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων α, β, και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, β) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων δ, ε, στ και ζ από 11 Ιουνίου 1984 και γ) για τις λοιπές διοικητικές διαφορές από 11 Ιουνίου 1985. 2.
Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. 3. Η προθεσμία του άρθρου 94 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που παρατάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 1366/1983 (ΦΕΚ 81) μέχρι την 31.12.83 παρατείνεται από την παραπάνω λήξη της έως την 11η Ιουνίου 1985" (άρθρο 9), "Διοικητικές πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται ή αξιώσεις που γεννιούνται και είναι δικαστικώς επιδιώξιμες μέχρι τις χρονολογίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του προηγουμένου άρθρου, εξακολουθούν να υπόκεινται στα ένδικα ή ενδικοφανή μέσα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες, κατά το χρόνο της έκδοσης, συντέλεσης ή γέννησής τους, διατάξεις και εκδικάζονται από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές αρμόδια δικαστήρια ή διοικητικά όργανα" (άρθρο 10) και "Καταργούνται οι διατάξεις:
α) ...καθώς και κάθε άλλη διάταξη που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή που αναφέρεται σε θέματα τα οποία ρυθμίζονται από αυτές" (άρθρο 31). Εξάλλου, στα άρθρα 104, 105 εδ. α' και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα" (άρθρο 104), "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος..." (άρθρο 105) και "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους"(άρθρο 106).
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ, προκύπτει ότι μπορεί να δημιουργηθεί ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) προς αποζημίωση κατά το άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους (ΑΕΔ 21/2005, ΑΕΔ 5/1995, ΟλΑΠ 3/1994, a contrario ΑΠ 1023/2022, ΑΠ 1780/2009), συνεπώς δε να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας, είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει ή επ' ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθ'εαυτή δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών, το οποίο αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως φορείς δημόσιας εξουσίας.
Αντίθετα δε, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθ'εαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, αλλά με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας των ανωτέρω νομικών προσώπων, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η διαφορά που ανακύπτει είναι ιδιωτική (ΟλΑΠ 3/1994, ΑΠ 1271/2019, ΑΠ 1175/2014, ΑΠ 599/2013, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018).
Στο πλαίσιο αυτό ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και κατ' επέκταση δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΑΠ 1271/2019, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018, ΣτΕ 268/2013, ΣτΕ 424/2012, ΣτΕ 4133/2011).
Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 2369/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το ζήτημα της άρσης της αμφισβήτησης, ως προς την έννοια των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 περ. γ' και 2 και 10 του ν. 1406/1983. Ειδικότερα, το Συμβούλιο της Επικράτειας με την ως άνω παραπεμπτική του απόφαση έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση ένεκα παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί σ'αυτά, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από τις 11 Ιουνίου 1985, αφ' ότου, δηλαδή, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια άρχισαν να έχουν δικαιοδοσία επί των διαφορών αυτών σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ.
γ' του ν. 1406/1983. Επίσης έκρινε ότι υπάρχει η δικαιοδοσία αυτή των πολιτικών δικαστηρίων, μόνον εφόσον οι αξιώσεις προς λήψη αποζημίωσης εκτείνονται μέχρι τις 11 Ιουνίου 1985, ενώ, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές εκτείνονται μετά την ανωτέρω ημερομηνία, δικαιοδοσία να επιλύσουν τις διαφορές, που ανάγονται στην περίοδο αυτή, έχουν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
Η παραπομπή έγινε γιατί ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αριθμ. 1700/1999 απόφασή του, έκρινε ότι η διοικητική διαφορά ουσίας, που ανακύπτει από παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου, γενεσιουργό υποχρεώσεως προς αποζημίωση, κατά τους όρους του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, εξακολουθεί να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αν η πράξη αυτή εκδόθηκε ή η παράλειψη συντελέσθηκε πριν από τις 11 Ιουνίου 1985 και, επίσης, αν από την αδικοπραξία δημιουργήθηκε παρατεταμένη ζημιογόνος κατάσταση, γιατί χρόνος γεννήσεως της αξιώσεως προς αποζημίωση είναι ο χρόνος τελέσεως της αδικοπραξίας, η οποία, και όταν ακόμη δημιουργεί διαρκή ζημιογόνο κατάσταση, είναι έννομη σχέση στιγμιαία, που ολοκληρώνεται με την τέλεση της, έκτοτε δε μπορεί να επιδικασθεί και το σύνολο της αποζημιώσεως είτε έχει επέλθει η ζημία, είτε είναι μέλλουσα, εφόσον μπορεί να προσδιορισθεί.
Έτσι, ο Άρειος Πάγος με την ανωτέρω απόφαση του εδέχθη, αντιθέτως από το Συμβούλιο της Επικράτειας, ότι στις ως άνω περιπτώσεις η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί συντρέχουσα και για αξιώσεις προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., οι οποίες εκτείνονται και μετά την 11η Ιουνίου 1985.
Ενόψει των ως άνω αντίθετων αποφάσεων, και μετά την παραπομπή της υπόθεσης σε αυτό, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 31/2008 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από την 11η Ιουνίου 1985 και ότι η δικαιοδοσία αυτή των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί να υπάρχει και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες.
Αντιθέτως, εάν οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά την 11η Ιουνίου 1985, η επίλυση των σχετικών διαφορών ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Από το περιεχόμενο αυτό της ανωτέρω υπ' αριθμ. 31/2008 απόφασης προκύπτει ότι το ΑΕΔ έκρινε δεσμευτικά και έναντι πάντων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 345/1976 "Περί κυρώσεως του Κώδικος περί του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου", περί της έννοιας των ανωτέρω μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 γ' και 2 και 10 ν. 1406/1983, για τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες τα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου (συνεπώς και κατά των λοιπών ΝΠΔΔ, που αναφέρονται στο άρθρο 106 ΕισΝ ΑΚ), περί ευθύνης αυτών σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων τους κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί και, ειδικότερα, στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά τις 11-6-1985, κρίνοντας ότι δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες, χωρίς βέβαια να αποφανθεί και για το πότε οι συγκεκριμένες αξιώσεις, που πηγάζουν από τις ανωτέρω παράνομες πράξεις ή παραλείψεις, είναι προσδιορίσιμες (ΑΠ 1152/2024, ΑΠ 847/2019).
Εξάλλου, προσδιορίσιμες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι και οι αξιώσεις εκείνες, οι οποίες γεννήθηκαν από παράνομη πράξη, τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, αρμοδίων οργάνων Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης(ΟΤΑ), που στο πλαίσιο ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης κηρυχθείσας νομίμως, προβαίνουν παρανόμως, πριν την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, στην κατάληψη του ρυμοτομούμενου ιδιωτικού ακινήτου και, ακολούθως, παρά την αντίδραση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, χωρίς να ολοκληρώνουν τη διαδικασία απαλλοτρίωσης, παραλείπουν, αντίθετα στην καλή πίστη και συνεπώς παράνομα, την άρση της κατάληψης, με την απόδοση του ακινήτου στον ιδιοκτήτη του, και οι οποίες (αξιώσεις) αφορούν αποζημίωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου για την στέρηση αυτού, που άρχισε πριν τις 11-6-1985 και συνεχίζεται και μετά την ημερομηνία αυτή.
Συνεπώς δικαιοδοσία να δικάσουν και τις διαφορές αυτές έχουν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, αφού πρόκειται για παράνομη πράξη τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, από την οποία δημιουργήθηκε παρατεταμένη ζημιογόνος κατάσταση, οι συνέπειες της οποίας εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, και για αξιώσεις του ιδιοκτήτη προς αποκατάσταση της ζημίας του, απορρέουσες και μετά την 11-6-1985 από την παρατεταμένη αυτή κατάσταση, δηλαδή την προεκτεθείσα παράνομη κατάληψη του ακινήτου και την εν συνεχεία διαρκή παράνομη παράλειψη άρσης της κατάληψης αυτής, οι οποίες ήσαν, κατά τα ανωτέρω, προσδιορίσιμες (πρβλ.
για το συναφές ζήτημα της παράνομης παράλειψης ολοκλήρωσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ΣτΕ 907/2022, ΣτΕ 2299/2010). Είναι διαφορετικό το ζήτημα της παραγραφής των πιο πάνω αξιώσεων του ζημιωθέντος προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από την διατήρηση της καταστάσεως αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, η οποία παραγραφή, στην περίπτωση αυτή, δεν αρχίζει από το χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία σε άλλον (ΑΠ 1605/2014).
Εξάλλου, από τη διατύπωση των άρθρων 966 και 967 ΑΚ προκύπτει ότι πράγματα κοινής χρήσεως είναι όσα, ύστερα από την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, έλαβαν τον προορισμό αυτό. Σύμφωνα με την ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 967 ΑΚ μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται οι οδοί, οι πλατείες, αλλά και τα πάρκα, τα άλση και οι εν γένει διαμορφωμένοι χώροι πρασίνου, αδιακρίτως.
Μεταξύ των περιοριστικά προβλεπομένων τρόπων απόκτησης από ένα ακίνητο της ιδιότητας του κοινοχρήστου πράγματος περιλαμβάνεται και η απόδοση της ιδιότητάς του αυτής από το νόμο, όπως συμβαίνει με την επέκταση των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων και τον χαρακτηρισμό συγκεκριμένων ακινήτων ως κοινοχρήστων (οδών, πλατειών, χώρων πρασίνου κ.λπ.) από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης.
Στην περίπτωση όμως αυτή, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των εν λόγω ακινήτων, αποκτάται μόνο με τη νομότυπη καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους (ή την παρακατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων), ότε και εντεύθεν περιέρχονται τα ρυμοτομούμενα ακίνητα στην κοινή χρήση (ΑΠ 46/2018), καθώς το ρυμοτομικό διάταγμα αποτελεί απλώς την κήρυξη της απαλλοτρίωσης των προβλεπομένων ως κοινοχρήστων χώρων.
Άλλοι τρόποι καταστήσεως ενός ακινήτου κοινοχρήστου αποτελούν η βούληση του ιδιοκτήτη, που πρέπει να εκδηλωθεί με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία, κατά τους όρους του άρθρου 1033 ΑΚ ή με διάταξη τελευταίας βούλησης ή και με μονομερή παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία όμως παραίτηση απαιτείται να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, κατ'ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1134, 1169, 1187 και 1389 ΑΚ.
Επίσης ο κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ προβλεπόμενος θεσμός της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, που παρότι δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝαΚ, η δυνάμει αυτού ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσεως, ενώ παρόμοιο αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει, έμμεσα, δυνάμει της ΑΚ 281 με την exception doli generalis κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο για πολύ χρόνο στην κοινή χρήση, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο δήμο ή κοινότητα με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου.
Περαιτέρω, με το άρθρο 28 του Ν.1337/1983 καθιερώνεται ένας επιπλέον τρόπος καταστήσεως ακινήτου κοινοχρήστου, καθόσον με αυτό ορίζεται ότι "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματιστεί με οποιοδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως, που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α)προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β)η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.
Έτσι για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου ΟΤΑ δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικά από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
Έτσι, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, δηλαδή διάθεση του ακινήτου στην κοινή χρήση με τη βούληση του ιδιοκτήτη (ΑΠ 46/2018), που μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, αδιαφόρως αν το ακίνητο αυτό έχει τεθεί στην κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου και επιπλέον χαρακτηρισμός του ακινήτου αυτού σαν τέτοιου, δηλαδή ως κοινόχρηστου χώρου με το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως.
Τέλος, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1023/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1271/2019), ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια τής παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017).
Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο, ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1313/2021, ΑΠ 1529/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά του αναιρεσείοντος Δήμου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 29-12-2011 αγωγή αυτής, στην οποία εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής:
Ότι το έτος 1998 κατέστη καθολική διάδοχος αυτής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "……» με την οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση αυτής από την ίδια, αυτής αναφέρεται στην αγωγή. Ότι με την συγχώνευση αυτή κατέστη κυρία και του περιγραφόμενου στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια οικοπέδου επιφάνειας 2.071,75 τ.μ., που βρίσκεται, συγκεκριμένα, στη θέση "……., το οποίο είχε αποκτήσει κατά κυριότητά η δικαιοπάροχός αυτής με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών…, που είχε μεταγράφει νόμιμα. Ότι το ως άνω οικόπεδο κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο υπέρ του εναγομένου με το από 14-9-1981 Π.Δ.(ΦΕΚ Δ' 570/1981) περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου του Δ. Α.. Ότι στις 28-10-1982 ο εναγόμενος Δήμος προέβη σε παράνομη κατάληψη του ανωτέρω ακινήτου, καθαιρώντας το μανδρότοιχο αυτού και διαμορφώνοντάς το σε πλατεία και πάρκο, η δε δικαιοπάροχός αυτής άσκησε την 1η-6-1983 κατά του εναγομένου αγωγή αποβολής από την νομή αυτής, ζητώντας την αναγνώρισή αυτής ως νομέα και την απόδοση του ακινήτου, η οποία αγωγή έγινε δεκτή τελεσίδικα.
Ότι, κατόπιν αιτήσεως αυτής (ενάγουσας) εκδόθηκε η υπ' αρ. ... απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αυτής, κηρυχθείσας στην συνέχεια απαλλοτρίωσης, στο ποσό των 125.000 δρχ. ανά τ.μ.. Ότι το εναγόμενο δεν προέβη σε παρακατάθεση του καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης εντός ενάμισι έτους από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, με αποτέλεσμα να ανακληθεί αυτοδίκαια η απαλλοτρίωση.
Ότι με την υπ' αριθμ…...2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 740/Δ/7.9.2006, έγινε άρση και ταυτόχρονη επανεπιβολή αυτής (αρθείσας απαλλοτρίωσης), κατά δε της απόφασης αυτής και της απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, που την επικύρωσε, εκκρεμεί η από 3-1-2007 αίτηση ακυρώσεως, που έχει ασκηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί, παρά την αντίθετη θέλησή αυτής, να κατέχει παράνομα και υπαίτια το ακίνητο συνεχώς από το έτος 1982 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία, που αφορά στα απωλεσθέντα εισοδήματα, που θα αποκτούσε, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν νεμόταν και μπορούσε να διαθέσει ελεύθερα το ακίνητο.
Ότι για τον λόγο αυτό και για το χρονικό διάστημα από 19-11-1982 έως 31-5-2006 έχει ασκήσει κατά του εναγομένου τις αναφερόμενες στην αγωγή τρεις αγωγές της, με τις οποίες ζητεί αποζημίωση για τα απωλεσθέντα εισοδήματά αυτής, για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα κάθε αγωγής. Ότι αν το ακίνητο δεν το κατείχε παράνομα ο εναγόμενος θα μπορούσε να το εκμισθώνει σε τρίτους ως υπαίθριο χώρο στάθμευσης, οπότε για το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 έως 31-12-2008, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε το συνολικό ποσό των 329.757,23 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή, το οποίο και απώλεσε.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αυτής καταβάλει ως αποζημίωση για το ανωτέρω χρονικό διάστημα το ποσό αυτό των 329.757,23 ευρώ, νομιμοτόκως για κάθε επιμέρους ποσό, που αντιστοιχεί σε κάθε μήνα του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από τη λήξη του αντιστοίχου μηνός, άλλως, για το συνολικό ποσό, από την επίδοση αυτής (αγωγής) και μέχρι την εξόφληση.
Επικουρικά, ζήτησε το ίδιο ως άνω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκθέτοντας ότι ο εναγόμενος αποκόμισε ως ωφέλεια από την χρήση του ακινήτου της το ποσό αυτό, το οποίο θα αναγκαζόταν να καταβάλει στην ενάγουσα ή σε τρίτο για τη μίσθωση του επίδικου ή άλλου όμοιου ακινήτου. Η αγωγή αυτή, με την υπ' αριθμ. ...
απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, κρίθηκε ως νόμιμη και ως προς τις δύο βάσεις της, ενώ έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη μόνο κατά την κύρια βάση αυτής, και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει προς αποζημίωσή της στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 329.757,23 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.
Η δε ασκηθείσα έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της ως άνω αποφάσεως, έγιναν μεν τυπικά δεκτοί αλλά απορρίφθηκαν κατ'ουσίαν ως αβάσιμοι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ειδικότερα δε με τις ακόλουθες (πέραν των ανάλογων, με της παρούσας αποφάσεως, προηγηθεισών νομικών σκέψεων περί δικαιοδοσίας) παραδοχές: "Χ.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή, κατάγεται σε δίκη, κατά την κυρία βάση της, η διάγνωση διαφοράς που δημιουργείται από την υλική πράξη παράνομης δέσμευσης (κατάληψης) από το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΟΤΑ α'βαθμού) εταιρείας με την επωνυμία Δήμος .. του επιδίκου ακινήτου, ιδιοκτησίας ήδη της ενάγουσας, τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….." και την αποκατάσταση του διαφυγόντος κέρδους αυτής, ήτοι του πορισμού του κέρδους που ματαιώθηκε, εξαιτίας του ως άνω ζημιογόνου γεγονότος της αυθαίρετης κατάληψης επιδίκου και κατά την επικουρική της βάση ο εξαιτίας της παράνομης αυτής πράξης πορισμός ωφέλειας σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας και όχι η διάγνωση διαφοράς δημοσίου δικαίου που να αφορά τη βεβαίωση άρσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, λόγω παρέλευσης του εύλογου χρόνου παρακατάθεσης της αποζημίωσης.
Με την κρινόμενη αγωγή, εισάγεται, λοιπόν, διαφορά, που, αφενός μεν, είναι από τη φύση της ιδιωτικού δικαίου ως απορρέουσα από την προσβολή άσκησης του δικαιώματος της νομής από την εφεσίβλητη επί του επιδίκου ακινήτου, εξαιτίας της αυθαίρετης κατάληψης και διαχείρισής του από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ, ήτοι αφορά την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του εναγόμενου, αφού η επικαλούμενη στο δικόγραφο της αγωγής παράνομη πράξη του δεν έγινε, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί με την έννοια του άρθρου 105 σε συνδυασμό με το άρθρο 106 Εισ.Ν.Α.Κ., η οποία εκδηλώνεται, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη (βλ.
παρ. VI.), με τη χρήση ειδικής κατά τον νόμο υπερέχουσας θέσης αυτού έναντι της ενάγουσας, τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας. Εξάλλου, το γεγονός ότι το καταληφθέν ακίνητο διατέθηκε από το εκκαλούν (Ν.Π.Δ Δ.) σε κοινή χρήση δεν επιδρά στη φύση της διαφοράς ως ιδιωτικού δικαίου, όπως αντιθέτως διατείνεται το εκκαλούν με την έφεσή του, διότι δε διαλαμβάνεται παράλληλα ισχυρισμός ότι καταβλήθηκε η οφειλόμενη από την αιτία αυτή αποζημίωση ή ότι η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη, ρητής ή συναγόμενης έμμεσα από ενέργειές του ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη, κατά την έννοια του άρ. 28 Ν. 1337/1983 (...........).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του ήχθη σε όμοια με το παρόν Δικαστήριο κρίση, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της ότι η κρινόμενη διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (και όχι διαφορά δημοσίου δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων ουσίας), ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος - ασκούντος τους πρόσθετους λόγους έφεσης που προέβαλε πρωτοδίκως και επανεισάγει προς εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με σχετικό λόγο της έφεσης, ήτοι περί έλλειψης δικαιοδοσίας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προβάλλοντας τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι η κρινόμενη διαφορά ως ανήκουσα στο δημόσιο δίκαιο υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια ουσίας, ελέγχονται αβάσιμα και κρίνονται απορριπτέα, πέραν του ότι το παρόν Δικαστήριο ερευνά την έλλειψη δικαιοδοσίας και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 4 εδ.
α' πρώτη περίπτωση Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, αφού στο δικόγραφό της περιέχοντας κατά τρόπο σαφή, όλα τα αναγκαία στοιχεία που κατά νόμο δικαιολογούν την άσκησή της (άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Α.), ήτοι περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα τόσο κατά την κυρία της (αποζημίωση για το απολεσθέν εισόδημα) όσο και κατά την επικουρική της βάση απόδοσης της ωφέλειας που απεκόμισε το εναγόμενο σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας από την παράνομη κατάληψη του επιδίκου (αδικαιολόγητος πλουτισμός κατά επικουρική διάταξη).
Ειδικότερα, στην αγωγή, κατά την κυρία βάση της, προσδιορίζεται το αντικείμενό της και γίνεται αναφορά στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., ήτοι περιγράφεται επαρκώς: α) η ζημιογόνος συμπεριφορά του εναγόμενου, β) το παράνομο αυτής, γ) η υπαιτιότητα (δόλος), δ) η ζημία (αποθετική), ήτοι το βάσιμα προσδοκώμενο κέρδος που απώλεσε, και ε) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας.
Περαιτέρω, για την πληρότητα της αγωγής, κατά την επικουρική της βάση, μνημονεύεται επαρκώς η ωφέλεια που αποκόμισε το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.) εξαιτίας της αδικοπραξίας ("περιελθόν") σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, ήτοι τα ωφελήματα που αυτό αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση του επιδίκου, υπολογιζόμενα με βάση τη μισθωτική του αξία, συνεπεία της εξοικονόμησης της δαπάνης, στην οποία θα υποβαλλόταν το εναγόμενο, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα.
Μετά από όλα τα παραπάνω και τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη (βλ. παρ. VII.), πρέπει ο προβαλλόμενος πρωτοδίκως ισχυρισμός του εναγόμενου (Ν.Π.Δ.Δ.) και ήδη εκκαλούντος-ασκούντος τους πρόσθετους λόγους έφεσης, περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, που επαναφέρει προς εξέταση με σχετικό λόγο έφεσης, να απορριφθεί ως αβάσιμος, πέραν του ότι η αοριστία της αγωγής ερευνάται από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως, γιατί ανάγεται στην προδικασία και συνεπώς δεν απαιτείται για την έρευνα αυτής ισχυρισμός του εναγόμενου (......).
XI. Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη μαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης δικαστηρίου, που επαναπροσκομίζονται σε επίσημο αντίγραφο, από το σύνολο όλων ανεξαιρέτως των προσκομιζομένων μετ' επίκλησης από τους διαδίκους εγγράφων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εναγόμενη - εφεσίβλητη- καθ'ης οι πρόσθετοι λόγοι, έφεσης είναι καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "….", διά συγχώνευσης με απορρόφηση της τελευταίας ως άνω εταιρείας από την εφεσίβλητη, δυνάμει του υπ' αρ. …..συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών……,το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 4,180 και με α,α.383, η δε υπ'αρ.
…. απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, με την οποία εγκρίθηκε η ως άνω συγχώνευση, καταχωρίστηκε τη …. στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών με αριθμό Μ.Α.Ε. ….. και ανακοίνωση για την εν λόγω καταχώριση δημοσιεύτηκε στο υπ' αρ. ,..1998 Φ.Ε.Κ. (τ. Α.Ε.-Ε.Π.Ε.). Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, μεταβιβάστηκε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, προς την εφεσίβλητη, μεταξύ άλλων, και το κάτωθι λεπτομερώς περιγραφόμενο ακίνητο, ήτοι ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, ευρισκόμενο στην περιφέρεια του Δ.
Α., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης των Αθηνών, στη θέση "…." των Κάτω Πατησίων και επί των οδών….., έκτασης κατά τους τίτλους 2.025 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 2.071,75 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Γ'-Δ-Ε-Α στο από Ιανουάριο του έτους 1974 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού….
Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα στη δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης εταιρείας με αγορά, δυνάμει του υπ' αρ….. συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών…., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, στον τόμο 2.790, με α.α. 14. Ακολούθως, δυνάμει του από 14.9.1981 Προεδρικού Διατάγματος (Φ.Ε.Κ.
Δ' 570/13.10.1981), εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης των Αθηνών για το οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς ….στην περιοχή "…, με τον χαρακτηρισμό του εν λόγω οικοδομικού τετραγώνου ως κοινόχρηστου χώρου. Σε εφαρμογή του παραπάνω Προεδρικού Διατάγματος εκδόθηκε στη συνέχεια η υπ' αρ. ..πράξη αναλογισμού αποζημίωσης της αρμόδιας υπαλλήλου του τμήματος απαλλοτριώσεων της Νομαρχίας Αθηνών, που κυρώθηκε εν μέρει με την υπ' αρ…..
απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών. Οι ρυμοτομούμενες εκτάσεις αποτυπώνονται σε πρόχειρο κτηματολογικό διάγραμμα συνταχθέν από την I. Λ., καθώς και στο συνοδεύον την υπ' αρ. … πράξη αναλογισμού αποζημίωσης τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο τεχνικός υπάλληλος Ε.
Α.και θεώρησε την 8η. 10.990 ο Προϊστάμενος του Β' Τμήματος του Δ. Α.Δ. Μεταξύ δε των απαλλοτριωθέντων ακινήτων που ευρίσκονται στις ως άνω ρυμοτομούμενες εκτάσεις, περιλαμβανόταν και το προπεριγραφέν ακίνητο της εφεσίβλητης. Το εκκαλούν προέβη τον μήνα Ιούλιο του έτους 1982, ήτοι πριν από οποιαδήποτε συντέλεση της κατά τα ανωτέρω επιβληθείσας απαλλοτρίωσης, σε παράνομη κατάληψη του εν λόγω ακινήτου, καθαιρώντας μαντρότοιχο, μήκους 90 μέτρων και ύψους 2 μέτρων και απομακρύνοντας την ευρισκομένη στον μαντρότοιχο μεταλλική θύρα εισόδου, που είχε τοποθετήσει η ως άνω δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας ("….."), και στη συνέχεια διαμορφώνοντας τον χώρο με δενδροφύτευση, τοποθέτηση πάγκων και κατασκευή παιδικής χαράς, με αποτέλεσμα να αποβάλει την ενάγουσα από τη νομή του ακινήτου.
Για τον λόγο αυτό, η τελευταία άσκησε τη με αριθμ. εκθ. καταθ. … αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η …. απόφαση, με την οποία αναγνώρισε την ενάγουσα ως νομέα του επιδίκου ακινήτου, διατάσσοντας παράλληλα την απόδοσή του από το εκκαλούν. Η ανωτέρω απόφαση επικυρώθηκε τελεσίδικα, ως προς τις παρακάτω διατάξεις της, με την ….
απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν άσκησης από το εκκαλούν σχετικής έφεσής του. Η δε, ως άνω δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης με τη με αριθμό ….αίτησή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ανωτέρω απαλλοτριούμενο ακίνητο και επ' αυτής εκδόθηκε η ….
οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 125.000 δρχ. (και ήδη 366,84 ευρώ) ανά τ.μ. Πλην όμως, το εκκαλούν ουδόλως προέβη, εντός της προβλεπόμενης στα άρθρα 17 παρ. 4 του Συντάγματος και 11 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "Περί Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων" (και ήδη άρθρου 11 παρ. 3 του "Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων "Κ.Α.Α.Α. - ν. 2882/2001) δεκαοκτάμηνης προθεσμίας σε καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης, ούτε δημοσιεύτηκε αντιστοίχως εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας γνωστοποίηση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως για την παρακατάθεσή της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατ' άρθρ. 7 παρ. 1 εδ.
Δ' του Ν. 2882/2001), εφόσον υπόχρεο προς αποζημίωση ήταν το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ. Το ανωτέρω γεγονός συνομολογείται, εξάλλου, από το εκκαλούν σε όλα τα δικόγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο (άρ. 261 Κ,Πολ,Δ.) Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις, για την ανωτέρω κηρυχθείσα ρυμοτομική απαλλοτρίωση συνέτρεχε λόγος άρσης της ήδη από τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2000.
Για τον λόγο αυτόν, η εφεσίβλητη υπέβαλε προς το εκκαλούν καθώς και προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών Πειραιώς και το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. την από 8.10.2002 αίτησή της ζητώντας την άρση της απαλλοτρίωσης, λόγω άπρακτης παρέλευσης δεκαοχτάμηνου από τη δημοσίευση της απόφασης καθορισμού αποζημίωσης, πλην όμως η ανωτέρω αίτηση απορρίφθηκε σιωπηρώς με την παρέλευση άπρακτου τριμήνου από την υποβολή της.
Κατόπιν αυτού, η εφεσίβλητη κατέθεσε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών σχετική αίτηση, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της ως άνω σιωπηρής απορριπτικής απάντησης της Διοίκησης και την αναγνώριση της αυτοδίκαιης άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης. Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η …απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας αφενός ακυρώθηκε η προαναφερθείσα σιωπηρή αρνητική απάντηση της Διοίκησης επί της από 8.10.2002 αίτησης της εφεσίβλητης και αφετέρου αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να προβεί σε βεβαίωση της αυτοδικαίως επελθούσας ανάκλησης της απαλλοτρίωσης.
Σε συμμόρφωση προς την ανωτέρω απόφαση και κατόπιν της σχετικής από 20.2.2006 εισήγησης της Διεύθυνσης Σχεδίου Πόλεως, το Δημοτικό Συμβούλιο του εκκαλούντος με την υπ' αρ..πράξη του, αποφάσισε την έγκριση της ανωτέρω εισήγησης περί τροποποίησης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού, σχεδίου Αθηνών με άρση και επανεπιβολή νέας απαλλοτρίωσης.
Ακολούθως δε, με την υπ' αρ. …2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ…..2006 Φ.Ε.Κ. (τ.4° Απαλλοτριώσεων), αποφασίστηκε η άρση και η επανεπιβολή νέας απαλλοτρίωσης του χώρου στο …επί των οδών …(εντός του οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο) για κοινόχρηστο χώρο πρασίνου, η έναρξη δε ισχύος της ως άνω απόφασης έλαβε χώρα από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Συνεπώς, προκύπτει ότι, αναφορικά με το χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητείται με την υπό κρίση αγωγή αποζημίωση χρήσης από την ενάγουσα, λόγω παράνομης κατάληψης του ακινήτου της, ήτοι για τη χρονική περίοδο από 1.6.2006 έως 31.12.2008, ουδόλως υφίστατο καθεστώς συντελεσμένης απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου, καθώς η αρχικώς επιβληθείσα με το από 14-9-1981 Π.Δ, είχε αρθεί και επανεπιβληθεί νέα απαλλοτρίωση, με την υπ' αρ…..2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (Φ.Ε.Κ.
…7.9.2006, τ.4° Απαλλοτριώσεων), ενώ κανένας από τους διαδίκους δεν ισχυρίστηκε ούτε προ έκυψε ότι η μεταγενέστερα επανεπιβληθείσα απαλλοτρίωση τελικά συντελέστηκε, καθώς από κανένα από τα προσκομιζόμενα από τους διάδικους αποδεικτικά μέσα δε συνάγεται αν έχουν ολοκληρωθεί ή εκκινήσει έστω διαδικασίες προσδιορισμού αποζημίωσης για την εν λόγω νεότερη απαλλοτρίωση, ούτε αν έχει λάβει καταβολή ή παρακατάθεση του τυχόν καθορισθέντος ποσού της απαλλοτρίωσης αυτής.
Επομένως, εφόσον η μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμποδίζει όχι μόνο τη μετάσταση της κυριότητας αλλά και της νομής στο εναγόμενο, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, η ενάγουσα, ως ιδιοκτήτρια αυτής, διατηρεί πλήρη δικαιώματα στο ακίνητο, καθιστάμενης παράνομης κάθε ενέργειας προσβολής των δικαιωμάτων αυτών.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την υπ' αρ. …απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγόμενου Δήμου, εγκρίθηκε η απευθείας εξαγορά του επίδικου ακινήτου στην τιμή του 1.326.5006, κατόπιν πρόβλεψης σχετικού κωδικού στον προϋπολογισμό του εναγόμενου Δήμου, ενώ με την υπ' αρ. …2020 απόφαση του ίδιου Δημοτικού Συμβουλίου, αποφασίστηκε η καταβολή αποζημίωσης ύψους 1.326.5006, για την αγορά του επίδικου ακινήτου.
Επομένως, δεν υφίσταται βούληση του εναγόμενου να καταβάλει αποζημίωση για τη συντέλεση της εν λόγω απαλλοτρίωσης, καθόσον επιδιώκει την απευθείας αγορά του επίδικου ακινήτου, χωρίς όμως παράλληλα να έχει άρει προηγουμένως το ρυμοτομικό βάρος που επέβαλε στο ακίνητο. Από τα ανωτέρω συνάγεται, άρα, ότι καθ ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το εκκαλούν παρανόμως και υπαιτίως κατέχει το προπεριγραφέν ακίνητο της εφεσίβλητης, έχοντας προβεί σε κατάληψή του και μετατροπή του σε χώρο πρασίνου, παιδικής χαράς και αθλοπαιδιών, χωρίς ουδέποτε να έχει προβεί από τον μήνα Ιούλιο του έτους 1982 και εντεύθεν σε απόδοσή του προς την εφεσίβλητη, αποστερώντας με τον τρόπο αυτόν από την τελευταία την χρήση και κάρπωσή του.
Ομοίως, κρίθηκε από το Δικαστήριο αυτό, με την ….απόφασή του, επί προγενέστερης αγωγής, κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους του εναγόμενου Δήμου, για το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα από 1-3-2005 έως 31-5-2006. Επομένως, θα πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα-εφεσίβλητη, για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 1-6-2006 έως 31-12-2008, αποζημίωση χρήσης, διότι θα μπορούσε το επίδικο ακίνητο να εκμισθωθεί σε τρίτους ως υπαίθριος χώρος στάθμευσης, καθόσον η περιοχή, στην οποία βρίσκεται,είναι η, με παλαιές πολυκατοικίες, χωρίς χώρους στάθμευσης.
Με την εκκαλούμενη, δε, δικαστική απόφαση, επιδικάστηκε ως αποζημίωση χρήσης, στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 329.757,236, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως προς το οποίο μάλιστα δεν διατυπώνεται κανένα ειδικό παράπονο από το εκκαλούν-ασκούν τους πρόσθετους λόγους έφεσης. Αντίθετα, δεν εκτιμάται βάσιμος ο ισχυρισμός του εναγόμενου-εκκαλούντος ασκούντος τους πρόσθετους λόγους έφεσης που επαναφέρει προς εξέταση με σχετικό λόγο έφεσης, ότι δηλαδή η εφεσίβλητη δεν θα είχε τη δυνατότητα να κάνει οποιαδήποτε νόμιμη χρήση στο επίδικο ακίνητο που θα της απέφερε νόμιμη πρόσοδο, λόγω του ότι αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι πολεοδομικά δεσμευμένο.
Ειδικότερα, όπως προελέχθη, για την προηγούμενη της επανεπιβολής αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δυνάμει της αρ. ….21.7.2006 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών (Φ.Ε.Κ. …7.9.2006, τ.4°Απαλλοτριώσεων), χρονική περίοδο, ήτοι για το πριν από τον Σεπτέμβριο του έτους 2006 διάστημα, έχει βεβαιωθεί η άρση της απαλλοτρίωσης με την ίδια ως άνω απόφαση του Νομάρχη και επομένως αποτελούσε υποχρέωση της Διοίκησης να άρει το συγκεκριμένο ρυμοτομικό βάρος του χαρακτηρισμού του επιδίκου ακινήτου ως κοινόχρηστου χώρου πρασίνου.
Για το μετέπειτα, δε, της επανεπιβολής της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης χρονικό διάστημα, μετά τον Σεπτέμβριο του έτους 2006, ουδόλως υφίσταται κώλυμα για τη Διοίκηση να προβεί σε έκδοση βεβαιωτικής πράξης για την επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης, λόγο) παρέλευσης της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, κατά τα προαναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη (άρ. 11 Κ.Α.Α.Α.), και να άρει το σχετικό ρυμοτομικό βάρος, εκδίδοντας παράλληλα την απαιτούμενη άδεια για μετατροπή του επίδικου ακινήτου σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης, καθόσον η επανεπιβληθείσα απαλλοτρίωση διατηρείται για υπέρμετρα μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή της, με αποτέλεσμα να στερείται ανεπίτρεπτα η ενάγουσα το δικαίωμα ελεύθερης διάθεσης του ακινήτου και ελεύθερης οικονομικής εκμετάλλευσής του.
Εκ του αποτελέσματος συνεπώς, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη δεν θα ήταν σε θέση να προβεί στην έκδοση άδειας μετατροπής του επίδικου ακινήτου σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης, καθόσον το εκκαλούν με σειρά παραλείψεών του, οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με την παράνομη πράξη της κατάληψης του επίδικου ακινήτου και με τη ζημία που προκλήθηκε, εξακολουθούσε να το διατηρεί παρανόμως στην κατοχή του και αρνείτο αδικαιολόγητα να στέρξει εκουσίως στην άρση της παράνομης κατάστασης που αυτό το ίδιο είχε δημιουργήσει, παραλείποντας να το αποδώσει στην αληθή νομέα και κυρία αυτού, εφεσίβλητη.
Επομένως, ο ειδικότερος ισχυρισμός του εναγόμενου που επαναλαμβάνει στο εφετήριο, ότι δηλαδή η ενάγουσα δε θα είχε τη δυνατότητα έκδοσης άδειας για τη μετατροπή του επιδίκου σε υπαίθριο χώρο στάθμευσης, διότι ήταν πολεοδομικά δεσμευμένο, ελέγχεται αβάσιμος και κρίνεται απορριπτέος. Επίσης, απορριπτέα ως αβάσιμη κρίνεται και η ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, ως προς αμφότερες τις νομικές της βάσεις (κύρια και επικουρική), που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει το εναγόμενο-εκκαλούν-ασκούν τους πρόσθετους λόγους έφεσης προς εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με σχετικό παράπονο που περιέχεται στους πρόσθετους λόγους έφεσης, επικαλούμενο τη διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ.
και ειδικότερα ότι από τη συντελεσθείσα την 28η-10-1982 γνώση εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης της αυθαίρετης κατάληψης του επίδικου ακινήτου μέχρι την άσκηση της αγωγής (29-12-2011) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας και κατά συνέπεια η ένδικη αξίωση (ως προς αμφότερες τις νομικές της βάσεις) έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ένδικη αδικοπραξία που τέλεσε το εναγόμενο-εκκαλούν-ασκούν τους πρόσθετους λόγους έφεσης σε βάρος της ενάγουσας- εφεσίβλητης-καθ'ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, δεν έλαβε χώρα άπαξ, επομένως δεν ολοκληρώθηκε κατά το έτος 1982, και η απαίτηση της εφεσίβλητης, η οποία έχει βάση συνεχιζόμενης αδικοπραξίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί γεννηθείσα από την κατάληψη του ακινήτου από το εκκαλούν, το οποίο παραλείπει προς άρση της αδικοπραξίας, για ολόκληρο τον εφεξής χρόνο, ο οποίος και δεν μπορεί να υπολογισθεί εκ των προτέρων, αλλά αναγεννάται εξακολουθητικώς, εφόσον συνεχίζεται η παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη του η δε παραγραφή αρχίζει από της τελευταίας ημέρας.
Συνεπώς, η εκ του άρθρου 937 Α.Κ., κατά ανωτέρω αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη (βλ. παρ. VIII.), καθοριζομένη πενταετής παραγραφή δεν αρχίζει ως προς όλη τη ζημία από τότε που επήλθαν, οι πρώτες επιζήμιες συνέπειες, αλλά ως προς τις ζημίες που πραγματοποιήθηκαν μεταγενέστερα αρχίζει χωριστή παραγραφή με αφετηρία όχι προγενέστερη του χρόνου της επέλευσής τους, και ειδικότερα από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο εμπίπτουν τα εν λόγω χρονικά σημεία, τα οποία συνεχίζονται, εν προκειμένω, κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 έως 31-12-2008, ενώ η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε την 29-12-2011....ήτοι πριν από την παρέλευση της ως άνω πενταετούς προθεσμίας της παραγραφής.
Ομοίως, απορριπτέος ως ουσία βάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος που επαναφέρει με σχετικό λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης, περί ιδίας κυριότητας επί. της επίδικης έκτασης, λόγω συμπλήρωσης χρονικού διαστήματος πλέον των είκοσι ετών, κατά το οποίο το εκκαλούν κατείχε το ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού κυριαρχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου.
Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο-εκκαλούν είχε καταλάβει το ακίνητο από το έτος 1982, προβαίνοντας σε πλήρη διαμόρφωσή του, ως χώρου πλατείας και πάρκου, συνεπώς αυτό βρισκόταν συνεχώς και αδιαλείπτως στην κατοχή του, γεγονός εξάλλου που συνομολογεί και η ίδια η ενάγουσα-εφεσίβλητη, καθ' υποφοράν ήδη στο δικόγραφο τη αγωγής.
Πλην όμως, ουδόλως αποδείχθηκε η συνδρομή του πνευματικού στοιχείου της διανοίας κυρίου (animus domini), ώστε να θεωρηθεί ότι το εκκαλούν είχε σε όλη της έκταση τη νομή του εν λόγω ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη (βλ. παρ. IX.). Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν κατείχε, κατά τον ανωτέρω χρόνο το ακίνητο για την επίτευξη των σκοπών της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσής του, ενώ η εφεσίβλητη ασκούσε, κατά το ίδιο ως άνω διάστημα πλήρως τα δικαιώματα που πηγάζουν από τη νομή και κυριότητα της επί αυτού, καθώς, εντός της προαναφερόμενης χρονικής περιόδου είχε ήδη υποβάλει:
α) την από 1.1 1.1982 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση κατάστασης ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, β) τη με αριθμ. καταθ. …αγωγή αποβολής από τη νομή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ)τη με αριθμό ….αίτησή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως ιδιοκτήτριας απαλλοτριούμενου ακινήτου, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης.
Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη δεν προέβη επί δεκαετίες σε εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, με την οποία αναγνωρίστηκε η νομή της επί του επιδίκου ακινήτου και διετάχθη η απόδοσή του σε αυτήν δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή ως προς το πνευματικό στοιχείο της νομής, δεδομένου ότι με την απόφαση αυτή διεγνώσθη αυθεντικά υπέρ της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης το επίδικο δικαίωμα.
Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το εναγόμενο ενεργούσε επί του ακινήτου κυριαρχικές πράξεις (δενδροφύτευσης, πλακόστρωσης, καλλωπισμού, συντήρησης, καθαριότητας κ.λπ.), με τις οποίες εκδηλωνόταν η πρόθεσή του να το εξουσιάζει απεριόριστα, αποκλειστικά και με διάρκεια - ήτοι με τέτοιο τρόπο που θα προσιδίαζε σε κύριο αυτού, ώστε να δύνανται να χαρακτηριστούν οι ενέργειες του, ως πράξεις νομής - εντούτοις το ίδιο προέβαινε, καθ ' όλο το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα, με έγγραφα και δικόγραφά του, σε κατά τακτά διαστήματα δηλώσεις αναγνώρισης της εφεσίβλητης και της ως άνω δικαιοπαρόχου αυτής, ως αληθών κυρίων του ακινήτου και, κατά συνέπεια, ως νομέων αυτού, με αποτέλεσμα να επέρχεται διακοπή της χρησικτησίας του εκκαλούντος επί του ακινήτου, κατ' άρθρο 1048 Α.Κ., καθόσον το τελευταίο αποστερούνταν με τις δηλώσεις του αυτές του πνευματικού στοιχείου (animus domini) της νομής.
Ειδικότερα, το εναγόμενο, ήδη από την υπ' αρ. πρωτ. 5807/08.06.1982 επιστολή του που απηύθυνε προς την προαναφερόμενη ανωτέρω δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, αναγνώριζε την τελευταία ως ιδιοκτήτρια αυτού - περιγράφοντάς το χαρακτηριστικά ως "άχτιστο χώρο 2.000 μ2 που ανήκει στην Κτηματική Τράπεζα" - και παράλληλα, ενημερώνοντας την τελευταία για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου που είχε λάβει χώρα, την καλούσε να ρυθμίσει τις μεταξύ τους οικονομικές υποχρεώσεις επί τη βάσει συμβολικού τιμήματος που προτίθετο να καταβάλει το εκκαλούν.
Την ως άνω επιστολή, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, επικαλέσθηκε το εκκαλούν μεταγενέστερα, κατά το έτος 1990, σε ανύποπτο χρόνο, στο πλαίσιο της από 12.6.1990 ασκηθείσας αναίρεσής του ενώπιον του Αρείου Πάγου και ως βάση υποστήριξης των αναιρετικών του λόγων, ισχυριζόμενο εν προκειμένω ότι είχε στην κατοχή του το επίδικο ακίνητο "με την πλήρη έγκριση, συναίνεση και γνώση" του τότε Διοικητή και νομίμου εκπροσώπου της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης και ειδικότερα "δυνάμει εννόμου σχέσεως και δη συμφωνίας" του τότε Δημάρχου (του εκκαλούντος) και του τότε νομίμου εκπροσώπου (της δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης), προβαίνοντας συνεπώς, με τον τρόπο αυτό, σε ρητή αναγνώριση της κυριότητας και - συνακόλουθα - της νομής της δικαιοπαρόχου εταιρείας της εφεσίβλητης επί του ακινήτου, καθώς αποδέχθηκε ότι το ίδιο το εκκαλούν είχε μόνο κατοχή επί του ακινήτου και μάλιστα δυνάμει συγκεκριμένης συμφωνίας - έγκρισης με την ιδιοκτήτρια αυτού.
Εν συνεχεία, δεκαέξι περίπου χρόνια μετά, ήτοι κατά το έτος 2006, το εκκαλούν προέβη εκ νέου, με έγγραφά του, σε αναγνώριση ετέρου προσώπου - και όχι του ιδίου - ως κυρίου του ακινήτου, ήτοι της εφεσίβλητης. Συγκεκριμένα: α) με το υπ' αρ. 12.341 /2.2.2006 έγγραφο της Διεύθυνσης Δημοτικής Περιουσίας του εκκαλούντος Δήμου προς τη Διεύθυνση Σχεδίου Πόλεως γνωστοποιήθηκε η πρόβλεψη στον προϋπολογισμό του έτους 2006 Κ.Α…. (Απαλλοτριώσεις κτιρίων-εγκαταστάσεων, κτιρίων-τεχνικών έργων του Δήμου), πίστωσης αποζημίωσης για τον χώρο του επιδίκου ποσού 1.044.910,00, και β) με την υπ'αρ.
…απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εκκαλούντος Δήμου, εγκρίθηκε η από 20.2.2006 εισήγηση του προϊσταμένου της Διεύθυνσης Σχεδίου Πόλεως αυτού, για την ενίσχυση της πίστωσης του …με το ποσό των 200.000€ και την τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του οικείου Δήμου με άρση και επανεπιβολή του από 14-9- 1981 Π.Δ., αποδεχόμενο συνεπώς το εκκαλούν ότι, κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, δεν διέθετε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου.
Επιπροσθέτως, από τις από 21-2-2019 και 14- 12 -2020 αναρτητέες - αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δ. Α., σε συνδυασμό με το υπ'αρ.πρωτ. 22.336/24-1-2017 έγγραφο του Δημάρχου του εκκαλούντος Δήμου προς την εφεσίβλητη εταιρεία, αποδεικνύεται ότι αποφασίστηκε η απευθείας αγορά του επιδίκου αντί τιμήματος 1.326.500 ευρώ.
XII. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, θα πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά την κυρία βάση της και να υποχρεωθεί το εναγόμενο, για τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας λόγο, να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 329.757,236, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοση της αγωγής μέχρι εξόφλησης.
Έτσι που έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με την απόφαση αυτή (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος που επαναφέρει προς εξέταση με σχετικούς λόγους έφεσης και πρόσθετους λόγους, ελέγχονται ως αβάσιμοι και κρίνονται απορριπτέοι.
Εφόσον, λοιπόν, δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος λόγος έφεσης ούτε άλλος πρόσθετος λόγος, πρέπει η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι της να απορριφθούν στο σύνολό τους ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι. Εξάλλου, τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρ. 281 Α.Κ.), ο οποίος συνιστά ένσταση κατά της αγωγής της ενάγουσας, το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
προέβαλε στον μεν πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας με τις προτάσεις του, στον δε παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας δεν τον προέβαλε καθόλου ούτε με το δικόγραφο της έφεσης ούτε με εκείνο των πρόσθετων λόγων, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 520, 525, 527 και 269 παρ.2 του ΚΠολ,Δ., να είχε κάνει, για να μπορεί το Δικαστήριο να τον λάβει υπόψη του και να αποφανθεί επ' αυτού, χωρίς να αρκεί η προβολή του απλώς με τις δευτεροβάθμιες προτάσεις ........".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, αφού, υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, ήτοι α) ότι, αναφορικά με το χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητείται με την υπό κρίση αγωγή αποζημίωση χρήσης από την ενάγουσα λόγω παράνομης κατάληψης του ακινήτου της, ήτοι για τη χρονική περίοδο από 1.6.2006 έως 31.12.2008, ουδόλως υφίστατο καθεστώς συντελεσμένης απαλλοτρίωσης του επίδικου ακινήτου και ότι η κατάληψη του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης έγινε παράνομα από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσείοντος Δήμου, τον Οκτώβριο του 1982, χωρίς αυτό να έχει αποκτήσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος υπό την έννοια και τις προϋποθέσεις του νόμου, καθώς και β) ότι έκτοτε συνεχώς και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 17-12-2014, ο Δήμος συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο, παραλείποντας να ολοκληρώσει την απαλλοτρίωση, δεδομένου ότι δεν υφίσταται βούληση αυτού (εναγομένου) να καταβάλει αποζημίωση για τη συντέλεσή της, καθόσον επιδιώκει την απευθείας αγορά του επίδικου ακινήτου, χωρίς όμως παράλληλα να έχει άρει προηγουμένως το ρυμοτομικό βάρος που επέβαλε στο ακίνητο, καθώς και ότι, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το εκκαλούν παρανόμως και υπαιτίως κατέχει το προπεριγραφέν ακίνητο της εφεσίβλητης, έχοντας προβεί σε κατάληψή του και μετατροπή του σε χώρο πρασίνου, παιδικής χαράς και αθλοπαιδιών, χωρίς ουδέποτε να έχει προβεί από τον μήνα Ιούλιο του έτους 1982 και εντεύθεν σε απόδοσή του προς αυτήν, αποστερώντας, με τον τρόπο αυτό, από την τελευταία την χρήση και κάρπωσή του, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων για εκδίκαση της ένδικης αγωγής, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητεί αποζημίωση για την ζημία, που υφίσταται από τη στέρηση του ακινήτου της και για το επίδικο, μετά την 11- 6-1985, χρονικό διάστημα της αγωγής, και τούτο γιατί, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά αυτά, η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας για αποζημίωση κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-6-2016 έως 31-12-2018, επειδή στερήθηκε κατ' αυτό το δικαίωμα να εκμεταλλευτεί το ακίνητό της, απορρέει από τη ζημιογόνο κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε από την προγενέστερη της 11-6-1985 παράνομη κατάληψη του ακινήτου της και τη μετέπειτα επίσης παράνομη παράλειψη άρσης της κατάστασης αυτής, οι συνέπειες της οποίας εκτείνονται και για το μετά τις 11-6-1985 χρονικό διάστημα, και παράλληλα η αξίωση αυτή ήταν προσδιορίσιμη, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν στερείται δικαιοδοσίας και απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή, δεν παραβίασε και την υποχρέωση του να συμμορφωθεί προς την υπ' αριθμ. 31/2008 απόφαση του ΑΕΔ, με την οποία ήρθη η αμφισβήτηση ως προς την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδ.
η', 9 παρ. 1 εδ. γ' και 10 ν. 1406/1983 (καθόσον αφορά στη θετική υπέρβαση εξουσίας αυτού, ενώ δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως της ΑΕΔ 5/1995, που εξεδόθη υπό άλλα δεδομένα), ενώ δεν στοιχειοθετείται στην περίπτωση αυτή παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, που αφορά, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, την περίπτωση της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας), ούτε υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 1 ΚΠολΔ (κατά το δικονομικό της σκέλος, που αφορά τις διατάξεις του ν. 1406/1983, αλλά και όπως αυτές ερμηνεύτηκαν με τις αποφάσεις του ΑΕΔ, αφού κατά το ουσιαστικό σκέλος που πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 966 ΑΚ δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και απαραδέκτως προβάλλονται οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως), ούτε υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 4 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος κατά το σκέλος που αφορά την με αριθμό 4 διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ και απαράδεκτος κατά το σκέλος που αφορά την με αριθμό 14 διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ σημειώνεται περαιτέρω και ότι, καμία δέσμευση του Εφετείου που εκδίκασε την κρινόμενη υπόθεση δεν προκύπτει από τις αναφερόμενες στην αναίρεση υπ' αρ. 6087/2020 και 6088/2020 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, ώστε να προκύπτει ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση (που να συνιστά "πράγμα") και ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 8 περ.
β' και 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος (αφού, όπως διατυπώνεται τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα, δεν αποτελούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά αποδεικτικά μέσα-έγγραφα και το περιεχόμενό τους - καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα που συνάγονται από τα έγγραφα αυτά και από την αξιολόγηση του περιεχομένου τους, δεν θεμελιώνουν λόγους από τον αριθμό 8 και 9, αλλά και 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού μη λήψη υπόψη εγγράφων, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα - Α.Π.1806/2023, Α.Π.559/2020, Α.Π.1437/2017), ανεξαρτήτως του ότι οι ως άνω αποφάσεις δεν αφορούν την ένδικη υπόθεση, αλλά δύο από τις αναφερόμενες στην αίτηση αναιρέσεως τρεις άλλες αγωγές του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και, επιπλέον, δεν εκτίθεται εάν έχουν καταστεί ή όχι αυτές αμετάκλητες, ως προς το επίδικο ζήτημα της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και όχι για την κατ'ουσίαν βασιμότητα της αγωγής.
Επομένως, όλοι οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως που συναρτώνται με την έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, είναι - για τους προαναφερόμενους λόγους - απορριπτέοι. Με τον πρώτο από τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 559 αριθμ. 11 και 19 ΚΠολΔ) , ο αναιρεσείων εκθέτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο (και συγκεκριμένα την από 15-3-2017 τεχνική έκθεση της μηχανικού Α. - Ρ.
Κ. και τέσσερις φωτογραφίες που τη συνοδεύουν), που επικαλέστηκε και προσκόμισε και ότι υπάρχει ελλιπής αιτιολογία και εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς τις παραδοχές της ότι : "το εκκαλούν προέβη το μήνα Ιούλιο του έτους 1982 - προ οποιασδήποτε συντέλεσης της κατά τα ανωτέρω επιβληθείσας απαλλοτρίωσης - σε παράνομη κατάληψη του εν λόγω ακινήτου, καθαιρώντας μαντρότοιχο, μήκους 90 μέτρων και ύψους 2 μέτρων.
που είχε ανεγείρει η δικαιοπάροχος της ενάγουσας τραπεζική εταιρεία και διαμορφώνοντας το χώρο με δενδροφύτευση, τοποθέτηση πάγκων και κατασκευή παιδικής χαράς, με αποτέλεσμα να αποβάλει την ως άνω τραπεζική εταιρεία από τη νομή του ακινήτου.... Επομένως, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα το εναγόμενο όλως παρανόμως κατείχε - με υπαιτιότητά του - το προπεριγραφέν ακίνητο της ενάγουσας, έχοντας προβεί σε κατάληψή του και μετατροπή του σε χώρο πρασίνου, παιδικής χαράς και αθλοπαιδιών, χωρίς ουδέποτε να έχει προβεί - από τον μήνα Ιούλιο του έτους 1982 και εντεύθεν - σε απόδοσή του προς την ενάγουσα, αποστερώντας με τον τρόπο αυτό από την τελευταία την χρήση και κάρπωσή του. ..", ενώ θα έπρεπε να δεχθεί σαν αποδεδειγμένο γεγονός ότι από τον χρόνο καταλήψεώς του και την διαμόρφωση του σε χώρο πρασίνου και παιδικής χαράς [δηλαδή σε κοινόχρηστο χώρο], που περιέφραξε με συρματόπλεγμα, ο Δήμος από το 1982 έθεσε το επίδικο σε κοινή χρήση αδιαλείπτως μέχρι και σήμερα, και, σε κάθε περίπτωση, μέχρι την άσκηση της επίδικης αγωγής την 29-12-2011, οπότε παρήλθε χρονικό διάστημα 29 ετών έως την άσκηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης εναντίον του.
Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι, αυτό το γεγονός, που απεδείχθη [από τις καταθέσεις και των 2 μαρτύρων και τις φωτογραφίες που προσκόμισαν] και εσφαλμένα παρελείφθη από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, είναι ουσιώδες και καθοριστικό για την διάγνωση της διαφοράς είτε ως προς την δικαιοδοσία, είτε προς την ύπαρξη η μη της αξίωσης αποζημίωσης και κατά τις 2 βάσεις τις αγωγής, την οποία όφειλε να απορρίψει.
Πλην, όμως, κατά μεν το σκέλος του που αφορά τη μη λήψη υπόψη εγγράφων, ως προς την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας (άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ), κατά τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά ως προς τους λόγους αναιρέσεως, δεν συνάγεται αυτό και δεν στοιχειοθετείται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται με επίκληση στην απόφαση ορισμένα μόνο αποδεικτικά μέσα από τα προσκομισθέντα, όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ενώ κατά το σκέλος που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας, σε συνάρτηση με την εκτιθέμενη ως εσφαλμένη τέτοια και του τι θα έπρεπε να κριθεί ως αποδεδειγμένο κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, με τον λόγο αυτό (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, πλήττεται η απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Για τον ίδιο δε λόγο κρίνονται απορριπτέοι και οι δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος από τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, αφού, αφ'ενός μεν, πλήττεται με αυτούς η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση, η απόφαση δεν στερείται αιτιολογιών ούτε έχει ελλιπείς (ανεπαρκείς) ή αντιφατικές τέτοιες, κατά την κρίση της περί του ορισμένου της αγωγής, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον στοιχεία για τη θεμελίωση αυτής, ούτε ως προς τη νομική βασιμότητα, ούτε ως προς τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, εν όψει του ότι στο δικόγραφό της υπάρχει ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα τόσο κατά την κύρια βάση της (αποζημίωση για το απωλεσθέν εισόδημα, με αναφορά στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου) όσο και κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, περί αποδόσεως της ωφέλειας που απεκόμισε το εναγόμενο σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας από την εκτιθέμενη ως παράνομη κατάληψη του επιδίκου και επαρκή περιγραφή α)της ζημιογόνου συμπεριφοράς του εναγόμενου, β)το παράνομο αυτής, γ)της υπαιτιότητας, δ)της ζημίας (αποθετική), ήτοι του βάσιμα προσδοκώμενου κέρδους που απώλεσε η ενάγουσα, και ε) του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας, ενώ, για την πληρότητα της αγωγής κατά την επικουρική της βάση, μνημονεύεται επαρκώς η ωφέλεια που αποκόμισε το εναγόμενο (Ν.Π.Δ.Δ.) εξαιτίας της αδικοπραξίας ("περιελθόν") σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, ήτοι τα ωφελήματα που αυτό αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση του επιδίκου, υπολογιζόμενα με βάση τη μισθωτική του αξία, συνεπεία της εξοικονόμησης της δαπάνης, στην οποία θα υποβαλλόταν το εναγόμενο, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα), αφ'ετέρου δε, με σαφήνεια και πληρότητα απορρίφθηκε η περί παραγραφής ένσταση, όπως και η περί ενστάσεως ιδίας κυριότητας (τέταρτος και πέμπτος, αντίστοιχα, λόγοι αναιρέσεως), με την κρίση ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου δεν έλαβε χώρα άπαξ και, επομένως, δεν ολοκληρώθηκε κατά το έτος 1982, καθώς και ότι η απαίτηση της ενάγουσας, η οποία έχει βάση συνεχιζόμενη αδικοπραξία, δεν μπορεί να θεωρηθεί γεννηθείσα από την κατάληψη του ακινήτου από το εκκαλούν, το οποίο παραλείπει την άρση της αδικοπραξίας, για ολόκληρο τον εφεξής χρόνο, ο οποίος και δεν μπορεί να υπολογισθεί εκ των προτέρων, αλλά αναγεννάται εξακολουθητικώς, εφόσον συνεχίζεται η παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη του, η δε παραγραφή αρχίζει από της τελευταίας ημέρας, καθώς και με την κρίση ότι το επίδικο ακίνητο δεν κατέστη κοινόχρηστο (σε συνάρτηση με την απόρριψη της ενστάσεως περί ιδίας κυριότητας του εναγομένου, όπως αναλυτικά εκτίθεται ανωτέρω αναφορικά με τις παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως, ειδικότερα δε με τις παραδοχές αυτού ότι: "...αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν κατείχε, κατά τον ανωτέρω χρόνο, το ακίνητο για την επίτευξη των σκοπών της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσής του, ενώ η εφεσίβλητη ασκούσε, κατά το ίδιο ως άνω διάστημα πλήρως τα δικαιώματα που πηγάζουν από τη νομή και κυριότητα της επί αυτού, καθώς, εντός της προαναφερόμενης χρονικής περιόδου είχε ήδη υποβάλει:
α)την από 1.11.1982 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση κατάστασης ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, β)τη με αριθμ. εκθ. καταθ. 5…αγωγή αποβολής από τη νομή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ)τη με αριθμό …. αίτησή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως ιδιοκτήτριας απαλλοτριούμενου ακινήτου, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης.
Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη δεν προέβη επί δεκαετίες σε εκτέλεση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης, με την οποία αναγνωρίστηκε η νομή της επί του επιδίκου ακινήτου και διετάχθη η απόδοσή του σε αυτήν δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή ως προς το πνευματικό στοιχείο της νομής, δεδομένου ότι με την απόφαση αυτή διεγνώσθη αυθεντικά υπέρ της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης το επίδικο δικαίωμα.
Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το εναγόμενο ενεργούσε επί του ακινήτου κυριαρχικές πράξεις (δενδροφύτευσης, πλακόστρωσης, καλλωπισμού, συντήρησης, καθαριότητας κ.λπ.), με τις οποίες εκδηλωνόταν η πρόθεσή του να το εξουσιάζει απεριόριστα, αποκλειστικά και με διάρκεια - ήτοι με τέτοιο τρόπο που θα προσιδίαζε σε κύριο αυτού, ώστε να δύνανται να χαρακτηριστούν οι ενέργειές του, ως πράξεις νομής - εντούτοις το ίδιο προέβαινε, καθ' όλο το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα, με έγγραφα και δικόγραφά του, σε κατά τακτά διαστήματα δηλώσεις αναγνώρισης της εφεσίβλητης και της ως άνω δικαιοπαρόχου αυτής, ως αληθών κυρίων του ακινήτου και, κατά συνέπεια, ως νομέων αυτού, με αποτέλεσμα να επέρχεται διακοπή της χρησικτησίας του εκκαλούντος επί του ακινήτου, κατ' άρθρο 1048 Α.Κ., καθόσον το τελευταίο αποστερούνταν με τις δηλώσεις του αυτές του πνευματικού στοιχείου (animus domini) της νομής....", αλλά και σε συνάρτηση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Τέλος, ως προς τον τρίτο από τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (περί παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ - ως προς το ότι είναι μη νόμιμη η αξίωση της ενάγουσας κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 1099 ΑΚ, 914 ΑΚ, 934 ΑΚ, 938 ΑΚ, 297 και 298 ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αποτελεί αναγκαίως συνεχόμενο με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν και δεν παρουσιάζει προς τα πρώτα στενή συνάφεια, ούτε βρίσκεται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή να αφορά προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια, αλλά σε κάθε περίπτωση και επειδή, κατά το ουσιαστικό σκέλος που πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη σε συνδυασμό με τα άρθρα 1099 ΑΚ, 914 ΑΚ, 934 ΑΚ, 938 ΑΚ, 297 και 298 ΑΚ, δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και απαραδέκτως προβάλλεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης (και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.), μειωμένων όμως κατά την διάταξη του άρθρου 281 παρ.2 Ν.3463/2001 " Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 18-12-2021 αίτηση αναίρεσης του Δ. Α. (…) και τους από 21-12-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Απορρίπτει την αναίρεση (και τους πρόσθετους λόγους αυτής) κατά της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ