Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of creditor's claim for asset dissipation due to vague complaint.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal against the Third Instance Court's dismissal of the creditor's claim for asset dissipation. The lower court had rejected the claim because the complaint regarding the defendant's vague legal grounds was deemed inadmissible. The Supreme Court ruled that the lower court erred in declaring the complaint inadmissible and granted the appeal in part, overturning the dismissal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; A vague complaint regarding the defendant's legal grounds does not render a creditor's claim for asset dissipation inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1732 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1732/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Γ., 2) Μ., συζύγου Α. Π., το γένος Α. Κ., 3) Γ. Π. του Α. και 4) Μ. Π. του Α., κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Βαθρακογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ. ΠΕ.", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Ψαρράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1181/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1171/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 1171/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 1181/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε εκδοθεί ερήμην τους, και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, έκανε εν μέρει δεκτή την εναντίον τους από 10/12/2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ. ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει, να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).
Εξάλλου, από όλες τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη (τέτοιος είναι και ο εγγυητής), για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε από τον τελευταίο προς βλάβη του, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ.
ΑΚ, πρέπει, εκτός από τα άλλα, να αναφέρει και την απαίτηση που έχει αυτός (ο ενάγων δανειστής) κατά του εναγόμενου οφειλέτη, με προσδιορισμό του ποσού αυτής, αλλά και της αιτίας από την οποία αυτή προήλθε (από το νόμο, από σύμβαση, αδικοπραξία κλπ). Ειδικότερα, αν η εν λόγω απαίτηση αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε, πρέπει στην αγωγή να γίνεται παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αυτού του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει αυτό το κατάλοιπο (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016).
Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή ή όταν υφίσταται δεδικασμένο (άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ), ενόψει του ότι το τελευταίο αποκλείει την αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της ύπαρξης και του ύψους της εν λόγω απαίτησης (ΑΠ 869/2021, ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 828/2004).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση κατά την ανωτέρω διάταξη, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017), ενώ η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματός της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του ανωτέρω άρθρου 559 Κ.
Πολ. Δ. ,αν το δικαστήριο τις έκρινε ορισμένες λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα, που δεν αναφέρονται σ' αυτές ή αν αντιθέτως τις έκρινε ως αόριστες μη λαμβάνοντας υπ' όψιν γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτές (ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης: Ο αναιρεσίβλητος πιστωτικός συνεταιρισμός άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά των αναιρεσειόντων την από 10/12/2019 αγωγή του, στην οποία εξέθεσε ότι με τις αναφερόμενες στην αγωγή από 20/4/2000 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και από 10/10/2002 σύμβαση αύξησης της πίστωσης αυτής, χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." πίστωση μέχρι του συνολικού ποσού των 530.000 ευρώ.
Ότι την τήρηση των όρων των ανωτέρω συμβάσεων εγγυήθηκε εγγράφως υπέρ της πιστούχου ο πρώτος των εναγομένων (ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων), αντιπρόεδρος και αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος αυτής, ευθυνόμενος εις ολόκληρον ως πρωτοφειλέτης, παραιτούμενος ρητά της ένστασης διζήσεως και από κάθε ένσταση και δικαίωμα που απορρέει από τα άρθρα 853, 855, 858, 866, 867 και 868 ΑΚ και ευθυνόμενος εις ολόκληρον με την πιστούχο για την εξόφληση του υπολοίπου της πίστωσης κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτής.
Ότι κατά ρητό όρο της σύμβασης πίστωσης, ο οποίος δεσμεύει και τον ανωτέρω εγγυητή, σύμφωνα με τις συμβάσεις εγγύησης, η απαίτησή του, που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης και του λογαριασμού που τηρείται με βάση αυτήν, αποδεικνύεται πλήρως με απόσπασμα από τα βιβλίο του, όπου θα εμφανίζεται η κίνηση του λογαριασμού, το οποίο θα αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαίτησής του.
Ότι λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της οφειλέτιδος εταιρείας, ο σχετικός τηρηθείς λογαριασμός, που ανοίχτηκε σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης πίστωσης, έκλεισε οριστικά στις 08-07-2009 με καταγγελία του, με συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο κατά την ημερομηνία αυτή το ποσό των 454.114,16€. Ότι ο πρώτος των εναγομένων, ενώ γνώριζε την οφειλή του από την παραπάνω αιτία, ενεργώντας δολίως, στις 17-05-2007, ήτοι σε χρόνο που το ποσό των απαιτήσεων του ανέρχονταν στο ποσό των 266.208,03€, με τα νομίμως μεταγεγραμμένα με αριθμούς ...
συμβόλαια δωρεάς και γονικών παροχών, αντίστοιχα, της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Πασχαλίδου - Φωτοπούλου, συνέστησε με το πρώτο εκ των ανωτέρω συμβολαίων, λόγω δωρεάς, επικαρπία υπέρ της δεύτερης των εναγομένων συζύγου του (ήδη δεύτερης των αναιρεσειόντων) και μεταβίβασε με το δεύτερο εξ αυτών λόγω γονικής παροχής στους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων, τέκνα του (ήδη τρίτο και τέταρτη των αναιρεσειόντων), την ψιλή κυριότητα εξ ημισείας στον καθένα, του λεπτομερώς περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, συνολικής αξίας 1.000.000,00 ευρώ.
Ότι οι ως άνω μεταβιβάσεις έγιναν από τον πρώτο των εναγομένων με πρόθεση βλάβης του και συγκεκριμένα με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της ως άνω γεννημένης κατά το χρόνο των ανωτέρω μεταβιβάσεων και ήδη ληξιπρόθεσμης κατά την κατάθεση της αγωγής απαίτησής του σε βάρος του, δεδομένου ότι η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου των εναγομένων δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησής του και ο ίδιος (πρώτος των εναγομένων) είναι αφερέγγυος.
Ότι τεκμαίρεται η γνώση των δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των εναγομένων για την ανωτέρω απαίτηση του έναντι του πρώτου των εναγομένων, καθώς και για το γεγονός ότι με τις ανωτέρω απαλλοτριώσεις ο πρώτος των εναγομένων θα περιέρχετο σε τέτοια οικονομική κατάσταση ώστε να καταστεί αδύνατη η ικανοποίηση των δανειστών του, λόγω της στενής συγγένειάς τους με τον πρώτο εξ αυτών.
Για τους λόγους αυτούς, ο ενάγων ζήτησε, να απαγγελθεί η διάρρηξη των ανωτέρω δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν νομιμοτόκως το ποσό των 3.000,00€ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης εξαιτίας της δόλιας απαλλοτρίωσης. Το ανωτέρω δικαστήριο δικάζοντας ερήμην των αναιρεσειόντων έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και απήγγειλε την διάρρηξη των δικαιοπραξιών, μετά δε από άσκηση έφεσης από τους αναιρεσείοντες εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία μετά την παραδοχή της έφεσης και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ , αφού έκρινε παράδεκτη και νόμιμη την αγωγή, απορρίπτοντας τον προβληθέντα με τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων ισχυρισμό τους ότι η αγωγή ήταν αόριστη και γι' αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και κήρυξε την διάρρηξη των δικαιοπραξιών μέχρι του ποσού των 266.208,03 ευρώ, στο οποίο δέχθηκε ότι ανερχόταν η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου, κατά τον χρόνο σύναψης των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών.
Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή είναι αόριστη, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη, καθόσον ο αναιρεσίβλητος Συνεταιρισμός δεν προσδιορίζει επαρκώς την κατά του πρώτου αναιρεσείοντος επίδικη απαίτηση αυτού από το κατάλοιπο του κλεισθέντος λογαριασμού, που τηρείτο σε εκτέλεση της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της πιστούχου και του αναιρεσιβλήτου, με την εγγύηση του πρώτου αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι δεν παραθέτει σε αυτήν όλα τα κονδύλια του λογαριασμού από τα οποία προέκυψε το κατάλοιπο, ούτε αναφέρει ότι ο πρώτος αναιρεσείων αναγνώρισε το κατάλοιπο αυτό ή ότι υπάρχει δεδικασμένο για την ύπαρξη και το ύψος της απαιτήσεως, οπότε δεν απαιτείται η παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 118, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά γεγονότα για την εξειδίκευση των ως άνω αναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνά της, απορρίπτοντας τον προβληθέντα με λόγο έφεσης περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 (κατ' εκτίμηση, και όχι από τον αρ. 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, με το οποίο, μετά την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κρίθηκε ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή και νόμιμη η αγωγή, ενώ αυτή ήταν αόριστη και γι' αυτό απορριπτέα ως απαράδεκτη, πρέπει δε να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου.
Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α` ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση των γενομένων δεκτών κατά παραδοχήν της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 52/2021).
Συνεπώς, αφού γίνει δεκτή η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης υπ` αριθμ. 1181/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την κατ' αυτών από 10/12/2009 αγωγή του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στους αναιρεσείοντες. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και να επιβληθεί στον αναιρεσίβλητο , λόγω της ήττας του το υπόλοιπο μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176,179, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 1171/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
-Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
-Δέχεται την από 25/7/2016 έφεση των εναγομένων (αναιρεσειόντων) κατά της υπ` αριθ. 1181/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
-Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση και δικάζει επί της από 10/12/2009 αγωγής .
-
Απορρίπτει την αγωγή.
- Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και της εφέσεως. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα στην πληρωμή ενός μέρους των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων - εναγομένων, που ορίζει συνολικά για την αναιρετική και την κατ' έφεση δίκη σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ