1732/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1732/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι (μόνο) υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263Α του Π. Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.
Full text
Απόφαση 1732 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1732/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Ν. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Δετσαρίδη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.8/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και με πολιτικώς ενάγοντα τον Δήμο ..., που εκπροσωπείται νόμιμα και που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3-8-2018 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1021/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο, ενώ, κατά την παρ. 2 του άρθρου 515 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 28-8-2018 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ..., ο πολιτικώς ενάγων της κρινόμενης υπόθεσης Δήμος ..., με αναιρεσείοντα τον Ν. Ν. του Κ., κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1 εδ.
α' του ως άνω Κώδικα, για να εμφανιστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 3-8-2018 και με αριθμό εκθέσεως 26/2018 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντα για αναίρεση της υπ'αριθμ. 8/2018 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θράκης, πλην αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Μετά από αυτά, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του σαν να ήταν και αυτός παρών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ., "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, περί την υπηρεσία αφού αναφαίρετα συνδέεται με το καθήκον του υπαλλήλου να εκδίδει ή συντάσσει έγγραφα με αληθινό περιεχόμενο απαιτείται, αντικειμενικά:
α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι (μόνο) υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13 εδ. α' και 263Α του Π. Κ., αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, ή και υπάλληλος μη αρμόδιος, στον οποίον όμως το έγγραφο είναι εμπιστευμένο ή προσιτό ως εκ της υπηρεσίας του, β) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.
γ' του Π.Κ.. Η έννοια του δημοσίου εγγράφου δεν προσδιορίζεται σε διάταξη του Π.Κ., Γι' αυτό έχει εφαρμογή και στο ποινικό δίκαιο το άρθρο 438 του Κ.Πολ.Δ., κατά την έννοια του οποίου δημόσιο έγγραφο είναι αυτό που συντάχθηκε από αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο για τη σύνταξη ή την έκδοσή του δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων και όχι τα έγγραφα της εσωτερικής υπηρεσίας και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Έννομες συνέπειες υπάρχουν όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως.
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου, ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητάς του και ότι το βεβαιούμενο γεγονός είναι ψευδές και στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να βεβαιώσει το ψευδές περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Το βεβαιούμενο περιστατικό πρέπει να είναι αντικειμενικά ψευδές, πράγμα που συμβαίνει, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, είτε δηλαδή το αναφερόμενο (βεβαιούμενο) στο έγγραφο περιστατικό δεν είναι αληθινό, είτε δεν αναφέρεται σε αυτό αληθινό περιστατικό το οποίο έπρεπε να αναφερθεί. Ως περιστατικό νοείται το γεγονός που ανάγεται στο παρελθόν ή στο παρόν και μπορεί να αποδειχθεί, αφού εκείνο το οποίο δεν συνέβη δεν μπορεί να αποδειχθεί και ως εκ τούτου ούτε να βεβαιωθεί.
Δεν αρκεί στο έγγραφο απλώς να εκφέρονται αξιολογικές κρίσεις ή γνώμες ή εκτιμήσεις ή νομικοί συλλογισμοί ή ισχυρισμοί, έστω και αν αυτοί έχουν έννομες συνέπειες, εκτός αν υπό τον τύπο της εκφράσεως κρίσης, γνώμης, εκτίμησης ή ισχυρισμού υποκρύπτεται βεβαίωση πραγματικού περιστατικού, δηλαδή γεγονότος αναγομένου στο παρελθόν ή στο παρόν δυναμένου να αποδειχθεί.
Το περιστατικό αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, μεταβολή (αλλοίωση) ή απόσβεση ενός δικαιώματος ή μιας έννομης σχέσεως δημόσιας ή ιδιωτικής ή μιας καταστάσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 256 του Π.Κ., υπάλληλος, που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος, τη δημόσια, τη δημοτική ή την κοινοτική περιουσία, της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν:
αα) ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των 5.000.000 δρχ. ή 15.000 ευρώ, ήδη δε των 30.000 ευρώ μετά το Ν. 4055/2012, ή ββ) το αντικείμενο της πράξης έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ, ήδη δε των 120.000 ευρώ μετά το Ν. 4055/2012.
Το άρθρο αυτό προβλέπει το έγκλημα της απιστίας της σχετικής με την υπηρεσία, το οποίο, λόγω της ιδιότητας του υποκειμένου του ως υπαλλήλου μόνον κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' και 263Α του Π.Κ., ανάγεται σε ιδιαίτερο έγκλημα (delictum proprium) και σκοπό έχει την προστασία της χρηστής διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και γενικά της δημόσιας κ.λπ.
περιουσίας, τουτέστιν αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα κατά της υπηρεσιακής χρηστότητας (Ολομ. Α.Π. 2/2009). Από τη γραμματική διατύπωση της ως άνω διάταξης (του άρθρου 256 του Π.Κ.), προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας περί την υπηρεσία απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν, (συντρέχοντα αθροιστικώς) ελάττωση της δημόσιας κ.λπ.
περιουσίας, η διαχείριση της οποίας είναι εμπιστευμένη στον υπάλληλο, η ελάττωση να λαμβάνει χώρα κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή κατά τη διαχείριση των φόρων, των δασμών, των τελών ή άλλων φορολογημάτων ή των οιωνδήποτε εσόδων, ελάττωση η οποία μπορεί να γίνει με θετική πράξη ή παράλειψη από οφειλόμενη ενέργεια (άρθρο 15 Π.Κ.), υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος του υπαλλήλου (εν γνώσει, άρθρ. 27 Π.Κ.), που συνίσταται στη θέλησή του να ελαττώσει τη δημόσια κ.λπ.
περιουσία και τη γνώση του, ότι με την πράξη ή την παράλειψή του επέρχεται η ελάττωση, ως και σκοπός του να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), ανεξαρτήτως της πραγματοποιήσεώς του. Από την ίδια διάταξη, προκύπτει ακόμη, ότι από τις τρεις αναφερόμενες σ' αυτήν δραστηριότητες του υπαλλήλου προηγείται ο προσδιορισμός, έπεται η είσπραξη και ακολουθεί η διαχείριση των εσόδων, που, αφενός εναρμονίζονται μεταξύ τους αλλά και συνδέονται κατά χρονική ακολουθία.
Έτσι, είναι προφανές, ότι ο "προσδιορισμός" και η "είσπραξη" των εσόδων αναφέρονται στην εισροή αυτών στα δημόσια ταμεία, οπότε από το χρόνο της εισροής τους αποτελούν το "δημόσιο χρήμα" και μέρος της δημόσιας περιουσίας, στην οποία ενσωματώθηκαν, η δε "διαχείρισή" τους, αναφέρεται λογικά στις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που λαμβάνουν χώρα μετά την εισροή των εσόδων στα δημόσια ταμεία και την ταυτόχρονη ενσωμάτωσή τους στη δημόσια περιουσία, η οποία "διαχείριση" διαρκεί εφεξής χρονικά μέχρι την εκπλήρωση του συγκεκριμένου κάθε φορά κρατικού σκοπού.
Επομένως, η κατά το άρθρο τούτο "διαχείριση των εσόδων" αναφέρεται και καταλαμβάνει αναγκαίως τις διαχειριστικές πράξεις του υπαλλήλου, που έπονται της εισροής των εσόδων, αφού η τελευταία έχει ήδη επιτευχθεί και σκοπό έχουν (τα έσοδα) την ικανοποίηση των κρατικών αναγκών με διάθεση ή δαπάνη αυτών. Έτσι λοιπόν, ενόψει του ότι ο σκοπός του Κράτους παραμένει στο διηνεκές ο ίδιος (είσπραξη των εσόδων - διάθεσή τους προς ικανοποίηση των αναγκών του) και ενόψει του ότι ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται δια μέσου διαφορετικής κατηγορίας υπαλλήλων, άλλων κατά τον προσδιορισμό, άλλων κατά την είσπραξη και άλλων κατά την διαχείριση και διάθεσή τους, πρέπει να γίνει αναγκαίως δεκτό ότι με τον όρο "διαχείριση των εσόδων", ο νόμος καταλαμβάνει και τις διαχειριστικές πράξεις των υπαλλήλων εκείνων που διενεργούνται προς ολοκλήρωση του τελικού σκοπού του Κράτους, ο οποίος είναι, όπως προεκτέθηκε, η ικανοποίηση των αναγκών του, που επιτυγχάνεται με διάθεση ή δαπάνη των εσόδων του.
Συνεπώς, ο νόμος (256 Π.Κ.) ποινικοποιεί τη συμπεριφορά των υπαλλήλων που προσδιορίζουν τα έσοδα, των υπαλλήλων που εισπράττουν αυτά και των υπαλλήλων που διαχειρίζονται τα ήδη εισπραχθέντα από το Κράτος έσοδα, προς ικανοποίηση των αναγκών του, με νόμιμες διαθέσεις και δαπάνες, όπως εκείνο επιλέγει (Ολομ.
Α.Π. 2/2009). Επομένως, ο οικονομικός χαρακτήρας του εγκλήματος του άρθρου 256 του Π.Κ. καλύπτει όλα τα πρόσωπα, που συμμετέχουν, με λιγότερες ή περισσότερες αρμοδιότητες, στη διαδικασία διαχείρισης των δημόσιων εσόδων, από την απλή αποδοχή (είσπραξη), τον προσδιορισμό των εσόδων, μέχρι τη λήψη ουσιαστικότερων αποφάσεων και πρωτοβουλιών, αφού είναι γνωστό, ότι αυτές οι διαδικασίες διεκπεραιώνονται από περισσότερους υπαλλήλους, οι ρόλοι και η συμμετοχή των οποίων δύσκολα διαφοροποιούνται.
Υποκείμενα, λοιπόν, του προβλεπόμενου από το ανωτέρω άρθρο 256 του Π.Κ. εγκλήματος, είναι και όσοι υπάλληλοι από υπηρεσιακό καθήκον συμπράττουν με οποιοδήποτε τρόπο στον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση των εσόδων. Τη δημόσια περιουσία είναι δυνατό να ελαττώνει και εκείνος ο υπάλληλος, που, ως ελεγκτής ελέγχει, εκτιμά και βεβαιώνει την είσπραξη οποιουδήποτε δημοσίου εσόδου.
Δηλαδή, τόσο εκείνοι που εκτελούν τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες της είσπραξης του δημόσιου εσόδου, όσο και αυτοί που εκτελούν και πραγματώνουν στη συνέχεια την είσπραξη του δημόσιου εσόδου, αλλά και αυτοί που ελέγχουν και βεβαιώνουν την είσπραξη του δημόσιου εσόδου, αποτελούν υποκείμενα του εγκλήματος του άρθρου 256 του Π.
Κ. Κατά την ως άνω διάταξη, ως δημόσια περιουσία νοείται κάθε περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα και το σκοπό που επιτελεί, ενώ η ελάττωση της περιουσίας του λαμβάνει χώρα κατά την υπό του υπαλλήλου διαχείριση αυτής στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών και διακρίσεων, που αναπτύσσει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του.
Εξάλλου, η απαιτούμενη από το νόμο χρηστή συμπεριφορά από όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους, τους επιφορτισμένους με τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή τη διαχείριση, ασφαλώς είναι η ίδια, αφού και ο σκοπός του Κράτους παραμένει ο ίδιος και, έτσι, την απαίτησή του αυτή τη θωρακίζει με απειλή της ίδιας ποινής για όλους, αφού η παρανομία οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους υπαλλήλους θα καθιστούσε ανέφικτη την επιτέλεση του σκοπού του, προσέτι δε η διαφορετική ποινική μεταχείριση αυτών θα ήταν αντίθετη με την ισονομία των πολιτών, πράγμα το οποίο ο νομοθέτης ασφαλώς και δεν ηθέλησε (ΑΠ 1566/2016).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή ο προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.
Ακόμη, η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.
και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγήσουν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους. Όμως, ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω έννοια και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, (που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως), συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 8/2018 αποφάσεώς του, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαιώσεως και της απιστίας σχετικής με την υπηρεσία και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισης 2 ετών και 10 μηνών (με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ.2α' του ΠΚ), την εκτέλεση της ανέστειλε για μία τριετία.
Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής το δικαστήριο , μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, αναφορικά με τον τότε πρώτο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Την 26-6-2006 προκηρύχθηκε από το Δήμο …δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός για την ανάδειξη αναδόχου εκτέλεσης του έργου "Υδρευση (Αντικατάσταση Πεπαλαιωμένων Δικτύων)" σε οικισμούς του Δήμου, προϋπολογισμού 1.359.832 €.
Στον διαγωνισμό αυτό, ο οποίος διεξήχθη με το σύστημα της προσφοράς επιμέρους ποσοστών έκπτωσης, αναδείχθηκε μειοδότρια η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ... ΕΠΕ με ποσοστό έκπτωσης 38% επί του τιμολογίου μελέτης, το αποτέλεσμα δε της δημοπρασίας εγκρίθηκε με την υπ.αριθμ. 199/2006 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Επακολούθησε η σύναψη αυτής και του Δημάρχου ... της από 15-2-2007 εργολαβικής σύμβασης κατασκευής του έργου ποσού 708.483,90 € και με ΦΠΑ 843.095,84€. Η προθεσμία ολοκλήρωσης του έργου που ορίστηκε με τη σύμβαση αυτή ήταν 18 μήνες από την υπογραφή της, δηλ. έληγε την 15-8-2008, μετά από αιτήματα όμως της ως άνω εταιρίας, παρατάθηκε αρχικά μέχρι 30-11-2008 και κατόπιν μέχρι 25-12-2008 και τέλος, μέχρι 24-4- 2009.
Με την υπ.αριθμ. 3267/5-6-2009 απόφαση του Προϊσταμένου της Τ.Υ.Δ.Κ ... η ... ΕΠΕ κηρύχθηκε έκπτωτη από την εργολαβία κατ'εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του Ν.3263/2004. Την 5-7-2010 η ως άνω εταιρία υπέβαλε στην Τ.Υ.Δ.Κ ... τον 10° λογαριασμό - πιστοποίηση για το ποσό των 72.941,92 € το οποίος της επιστράφηκε ως μη αποδεκτός. Την 1-11-2010 ο επιβλέπων μηχανικός του έργου με υπηρεσιακό σημείωμα ενημέρωσε τον Προϊστάμενο της Τ.Υ.Δ.Κ (βλ.
το με αριθμ. πρωτ. 5457/1-11-2010 έγγραφο), ότι μολονότι ο 10ος λογαριασμός που υποβλήθηκε από την ... ΕΠΕ την 5-7-2010 επιστράφηκε στην τελευταία εγγράφως την 4-8-2010, ως μη αποδεκτός, την 26-10-2010 ο εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας ζήτησε τηλεφωνικά να πληροφορηθεί για την πορεία ελέγχου του 10ου λογαριασμού και πιστοποίησης, ο οποίος όπως ισχυρίσθηκε, επανυποβλήθηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (με αριθμ.
πρωτ.4530/13-9-2010), ενώ την 27-10-2010 άφησε στο γραφείο του τρία αντίγραφα αυτού χωρίς να συνοδεύονται από την απαραίτητη πρωτοκολλημένη και χρεωμένη αίτηση για την επανυποβολή του. Την 2-11-2010 ο πρώτος κατηγορούμενος, ως υπάλληλος που στα καθήκοντά του αναγόταν η έκδοση και σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα, ως Προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ) ..., Διευθύνουσας Υπηρεσίας του έργου ύδρευσης (αντικατάστασης πεπαλαιωμένων δικτύων) στον πρώην Δήμο ...
και ήδη Δήμο ..., με αριθμό μελέτης 281/2006, με αριθμό εργολαβικής σύμβασης 2936/15-2-2007, που στα καθήκοντά του αναγόταν η θεώρηση των συνοπτικών πινάκων των πιστώσεων και των πληρωμών, θεώρησε, θέτοντας την υπογραφή του με ημερομηνία θεώρησης 2-11-2010, τον 10° λογαριασμό και πιστοποίηση προς πληρωμή εργασιών και προμήθεια υλικών που υποβλήθηκε από την ανάδοχο εταιρία, συνολικού ποσού μαζί με το ΦΠΑ 75.262,69 € όπως αυτός είχε συνταχθεί την 11-9-2010 (χωρίς καμία περικοπή ή διόρθωση) για αναθεωρήσεις, ο οποίος εξάλλου (λογαριασμός) δημόσιο έγγραφο, χωρίς να έχει πρώτα ενημερωθεί, ελέγξει και υπογράψει αυτόν ο επιβλέπων του έργου, μηχανικός, Ε.
Κ. και παρά τις εκφρασθείσες αυτού αντιρρήσεις και τα όσα αναφέρονται στο με αριθμ. πρωτ. 3249/4-8-2010 έγγραφο της Υπηρεσίας του που δεν ενέκρινε τον ως άνω λογαριασμό και στα μεταγενεστέρως με αριθμ. πρωτ. 5457/1-11- 2010 και 14.736/10-11-2010 υπηρεσιακά σημειώματα του τελευταίου ότι επιτρέπεται να καταβληθεί στην εδρεύουσα στην ...
ανάδοχο εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ", βεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό ψευδώς ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία, οι τιμές σύμφωνες με τη σύμβαση και τις ειδικές διατάξεις και γενικώς ότι έχουν διενεργηθεί στον εν λόγω λογαριασμό όλες οι περικοπές ή εκπτώσεις ποσών οι οποίες προκύπτουν από το νόμο και την εφαρμογή της εργολαβικής σύμβασης κατασκευής του έργου.
Στοιχεία δε που συνηγορούν υπέρ των ως άνω παραδοχών αποτελούν πρωτίστως τα δύο κατωτέρω έγγραφα που απεστάλησαν από τον ως άνω μηχανικό, επιβλέποντα του έργου, Κ. Ε., στον πρώτο κατηγορούμενο ο οποίος σαφώς και έλαβε γνώση τούτων - παρά τα αντίθετα που ισχυρίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου- και ειδικότερα:
α) το με αριθμ. πρωτ. 5457/1-11-2010 έγγραφο (υπηρεσιακό σημείωμα του ως άνω μηχανικού, Κ. Ε.), το οποίο αυτός απέστειλε στον πρώτο κατηγορούμενο, Προϊστάμενό του, με το οποίο γνωστοποίησε σ'αυτόν ότι ο 10ος λογαριασμός που υποβλήθηκε από την ... ΕΠΕ την 5-7-2010 επιστράφηκε στην τελευταία εγγράφως την 4-8-2010, ως μη αποδεκτός και ότι ουδέποτε χρεώθηκε σ'αυτόν εκ νέου αυτός ο οποίος μετά από ενημέρωσή του είχε υποβληθεί με αριθμ.
πρωτ.4530/13-9-2010 και β) το με αριθμ. 14.736/10-11-2010 έγγραφο του ως άνω μηχανικού προς τον πρώτο κατηγορούμενο, Προϊστάμενο της Τ.Υ.Δ.Κ .... Μάλιστα ο ως άνω μηχανικός, επιβλέπων του έργου στη συνέχεια με το με αριθμ. πρωτ.16513/30-12-2010 έγγραφό του προς τον Δήμαρχο, επισημαίνει τις διαπιστώσεις του αναφορικά με τα σφάλματα και τις παραλείψεις του ως άνω 10ου αυτοδικαίως πλέον εγκεκριμένου λογαριασμού τον οποίο η ...
ΕΠΕ - ανάδοχος του έργου υπέβαλε προς πληρωμή την 15-11-2010 (με αριθμ. πρωτ. 14903), ποσού 75.262,69 € με ΦΠΑ και δηλώνει ότι εφόσον κριθεί σκόπιμο δύναται να προβεί σε αναλυτικό έλεγχο και διόρθωσή του. Τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή καθόσον η πραγματικότητα την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος εγνώριζε όπως προεκτέθηκε, ήταν, ότι με βάση τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν το δικαιούμενο για την ανάδοχο εταιρία ποσό για αναθεωρήσεις ήταν το ποσό των 9.977,44€ επειδή:
α) στο συνημμένο 10° πίνακα διαχωρισμού εργασιών σε τρίμηνα, όλες οι ποσότητες του έργου εμφανίζονται να έχουν εκτελεσθεί μόνο σε δύο (2) τρίμηνα (το Γ'2008 και Γ'2009), γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις εγκεκριμένες επιμετρήσεις- πιστοποιήσεις, το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και το ημερολόγιο του έργου καθώς οι εργασίες του έργου εκτελέστηκαν από τον Φεβρουάριο του 2007 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2009 και β) στον συνημμένο 10° πίνακα διαχωρισμού εργασιών σε τρίμηνα εμφανίζονται εκτελεσθείσες εργασίες στο Γ'τρίμηνο του 2009 ενώ με την υπ' αριθμ. 8/4-2-2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ...
χορηγήθηκε στην ανάδοχο εταιρία παράταση προθεσμίας περαίωσης από 25-12-2008 μέχρι 24-4-2009, δηλαδή τέσσερις (4) μήνες σύμφωνα με το άρθρο 49 Ν.3669/2008 δηλ.χωρίς αναθεώρηση και με επιβολή των προβλεπόμενων ποινικών κυρώσεων. Μάλιστα, το γεγονός ότι με τους 4°,5°, 6°, 7ο, 8ο λογαριασμό του έργου έχει καταβληθεί τίμημα για δαπάνη αναθεωρήσεων τούτο δεν λαμβάνεται υπόψιν καθόσον στους προαναφερόμενους εγκεκριμένους λογαριασμούς - πιστοποιήσεις γίνεται σαφής διαχωρισμός των εργασιών σε τρίμηνα, το οποίο ωστόσο δεν έχει ληφθεί υπόψιν από την ανάδοχο κατά τη σύνταξη του 10ου λογαριασμού, με συνέπεια ο τελευταίος να παρουσιάζει σοβαρά σφάλματα και παραλείψεις και να μην δικαιούνταν η εργολάβος εταιρία βάσει αυτού δαπάνη αναθεώρησης για οποιαδήποτε εκτελεσθείσα εργασία μετά την 25-12-2008.
Εξάλλου, το ως άνω περιστατικό μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες καθόσον με τον τρόπο αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος βεβαίωνε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την θεώρησή του και ότι συνεπώς η ανάδοχος εταιρία δικαιούνταν νομίμως να εισπράξει το ποσό τούτο. Με τον τρόπο δε αυτό προκλήθηκε στον τότε Δήμο ...
και μετέπειτα στο Δήμο ... συνολική περιουσιακή βλάβη ύψους 65.285,25€ (75.262,69-9.977,44) καθώς ο τελευταίος μετά την υποβολή προς αυτόν της με αριθμ. πρωτ. 14903/15-11-2010 αιτήσεως της ως άνω εταιρίας με την οποία αυτή ζήτησε την πληρωμή του ως άνω λογαριασμού - πιστοποίησης θεωρούμενου ως αυτοδικαίως εγκεκριμένου- υποχρεώθηκε προς τούτο αφού εκδόθηκε σε βάρος του η με αριθμό 7/2012 Δ.Π του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
και η υπ.αριθμ. 500/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω, πρώτος κατηγορούμενος, την 2-11- 2010, ως υπάλληλος, ελάττωσε εν γνώσει του κατά την διαχείριση εσόδων για να ωφεληθεί άλλος τη δημοτική περιουσία, της οποίας η διαχείριση είναι εμπιστευμένη, η δε ελάττωση της περιουσίας του Δήμου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα, ως Προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων ..., Διευθύνουσας Υπηρεσίας του έργου ύδρευσης (αντικατάστασης πεπαλαιωμένων δικτύων) στον πρώην Δήμο ...
και ήδη Δήμο ..., με αριθμό μελέτης 281/2006, που ήταν επιφορτισμένος με τη διάθεση και δαπάνη των εσόδων του ανωτέρω Δήμου, η διαχείριση των οποίων εκ της θέσης εργασίας του του ήταν εμπιστευμένη, θεώρησε τον ως άνω 10° λογαριασμό και πιστοποίησε την πληρωμή εργασιών και προμήθεια υλικών του ανωτέρω έργου που υποβλήθηκε από την ανάδοχο εταιρία με ημερομηνία θεώρησης 2-11-2010 χωρίς να έχει ενημερωθεί, ελέγξει και υπογράψει αυτόν, ο επιβλέπων μηχανικός Ε.
Κ. και παρά τις διατυπωθείσες σ'αυτόν αντιρρήσεις του -ως προεκτέθηκε- καθόσον μάλιστα η έγκριση του λογαριασμού από τη διευθύνουσα υπηρεσία είναι δυνατή και χωρίς την υπογραφή του επιβλέποντος μηχανικού (άρθρο 40 παρ. 7 π.δ. 609/1985) προκαλώντας έτσι στον τότε Δήμο ... (ήδη Δήμο ...) συνολική περιουσιακή βλάβη ποσού 65.285,25 € η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.
Οι ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου περί έλλειψης δόλου στο πρόσωπό του και ότι εν λόγω λογαριασμός δεν μπορούσε να παράγει από μόνος του έννομες συνέπειες ούτε να επιφέρει ελάττωση της δημοτικής περιουσίας όπως απαιτεί ο νόμος για τα αδικήματα της ψευδούς βεβαίωσης και της απιστίας περί την υπηρεσία, λόγω του ότι σύμφωνα με το ν. 3669/2008 αρθρ.53 παρ.7 θα μπορούσαν οι εργασίες που δεν είχαν εκτελεσθεί να αφαιρεθούν σε επόμενο λογαριασμό ή ότι στον τελικό λογαριασμό θα γινόταν συμψηφισμός ή ότι θα μπορούσε να εκδοθεί αρνητικός λογαριασμός προς την ανάδοχο εταιρία, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, δεδομένου ότι αυτός όπως προεκτέθηκε σαφώς γνώριζε ότι με την θεώρηση του εν λόγω λογαριασμού που παρουσίαζε σφάλματα και παραλείψεις, μπορούσε να προκαλέσει ζημία στον Δήμο ...
που πράγματι επήλθε αφού ο τελευταίος υποχρεώθηκε στην καταβολή του με την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κομοτηνής και την υπ' αριθμ. 500/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής που εκδόθηκε επί της από 2-3-2011 αγωγής της ... ΕΠΕ στρεφόμενη κατά του Δήμου ...
με την οποία η τελευταία ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος στην καταβολή προς αυτήν του εργολαβικού ανταλλάγματος με βάση τον 19° λογαριασμό και πιστοποίηση του έργου". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε, στη συνέχεια, ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι: "Α) Στην …., στις 2-11-2010, ως υπάλληλος που στα καθήκοντα του αναγόταν η έκδοση και σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα ως Προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ.) …., Διευθύνουσας Υπηρεσίας του έργου ύδρευσης (αντικατάστασης πεπαλαιωμένων δικτύων) στον πρώην Δήμο ...
και ήδη Δήμο ..., με αριθμό μελέτης 281/2006, με αριθμό εργολαβικής σύμβασης 2936/15-2-2007, που στα καθήκοντα του αναγόταν η θεώρηση των συνοπτικών πινάκων των πιστώσεων και των πληρωμών, θεώρησε, θέτοντας την υπογραφή του με ημερομηνία θεώρησης 2-11-2010, το 10ο λογαριασμό και πιστοποίηση προς πληρωμή εργασιών και προμήθεια υλικών που υποβλήθηκε από την ανάδοχο εταιρία που αποτελεί δημόσιο έγγραφο, χωρίς να έχει πρώτα ενημερωθεί, ελέγξει και υπογράψει το λογαριασμό ο επιβλέπων του έργου μηχανικός Ε.
Κ. και παρά τα όσα αναφέρονται στο με αρ. πρωτ. 3249/4-8-2010 έγγραφο της Υπηρεσίας του που δεν ενέκρινε τον ανωτέρω λογαριασμό και στα με αρ. πρωτ. 5457/1-11-2010 και 14736/10-11-2010 υπηρεσιακά σημειώματα του επιβλέποντος μηχανικού προς τον ίδιο, ότι επιτρέπεται να καταβληθεί στην εδρεύουσα στην ... ανάδοχο εργολάβο εταιρία με την επωνυμία: "...
Ε.Π.Ε." το ποσό των 75.262,69 ευρώ για αναθεωρήσεις, βεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό ψευδώς ότι οι ποσότητες είναι σύμφωνες με τις επιμετρήσεις και τα επιμετρητικά στοιχεία, οι τιμές σύμφωνες με τη σύμβαση και τις ειδικές διατάξεις και, γενικώς, ότι έχουν διενεργηθεί στον εν λόγω λογαριασμό όλες οι περικοπές ή εκπτώσεις ποσών, οι οποίες προκύπτουν από το νόμο και την εφαρμογή της εργολαβικής σύμβασης κατασκευής του έργου.
Τα παραπάνω όμως ήταν ψευδή, καθόσον η πραγματικότητα, την οποία ο κατηγορούμενος γνώριζε, ήταν ότι με βάση τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν το δικαιούμενο για την ανάδοχο εταιρία ποσό για αναθεωρήσεις ήταν μόλις 9.977,44 ευρώ: επειδή: α) στο συνημμένο 10° πίνακα διαχωρισμού εργασιών σε τρίμηνα, όλες οι ποσότητες του έργου εμφανίζονται να έχουν εκτελεστεί μόνο σε δύο (2) τρίμηνα (το Γ' 2008 και Γ' 2009), γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις εγκεκριμένες επιμετρήσεις - πιστοποιήσεις, το εγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και το ημερολόγιο του έργου, β) δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι με τους 4°, 5°, 6°, 7° και 8° λογαριασμό καταβλήθηκε τίμημα για δαπάνη αναθεωρήσεων.
Στους προαναφερόμενους εγκεκριμένους λογαριασμούς - πιστοποιήσεις γίνεται διαχωρισμός σε τρίμηνα, κάτι που δεν λήφθηκε υπόψη κατά τη σύνταξη του 10ου λογαριασμού, γ) στο συνημμένο 10° πίνακα διαχωρισμού εργασιών σε τρίμηνα εμφανίζονται εκτελεσθείσες εργασίες στο Γ τρίμηνο του 2009, ενώ με τη με αρ. 8/4-2- 2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ...
χορηγήθηκε στην ανάδοχο εταιρία παράταση προθεσμίας περαίωσης από 2.5-12-2008 μέχρι 24-4-2009 (τέσσερις (4) μήνες), σύμφωνα με το άρθρο 49 του ν. 3669/2008, δηλαδή χωρίς αναθεώρηση και με επιβολή των προβλεπόμενων ποινικών ρητρών. Δηλαδή, με την πιστοποίηση της οφειλής του ανωτέρω ποσού εμφανιζόταν ότι η ανάδοχος εταιρία εκτέλεσε τις περιγραφόμενες στον 10° λογαριασμό εργασίες στο Γ' τρίμηνο του έτους 2008, ενώ οι περισσότερες από τις εργασίες αυτές είχαν εκτελεστεί σε προηγούμενα τρίμηνα κι επομένως θα έπρεπε να υπολογιστούν με τις τιμές των αντίστοιχων τριμήνων κατά τις οποίες εκτελέστηκαν.
Συνεπώς, δεν δικαιούνταν η εργολάβο εταιρία δαπάνη αναθεώρησης για οποιαδήποτε εργασία εκτελέστηκε μετά τις 25-12-2008. Το ως άνω περιστατικό μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον με τον τρόπο αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος βεβαίωνε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για τη θεώρηση του 10ου λογαριασμού ως είχε και ότι συνεπώς νομίμως δικαιούται η ανάδοχος εταιρία την είσπραξη του ανωτέρω ποσού.
Με τον τρόπο αυτό προκλήθηκε στον τότε Δήμο ... και μετέπειτα στο Δήμο ... συνολική περιουσιακή βλάβη ύψους 65.285,25 ευρώ (75.262,69 - 9.977,44 ευρώ), καθώς υποχρεώθηκε ο Δήμος ... με τη με αριθμό 500/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής να καταβάλει στην ανάδοχο εταιρία το ποσό των 75.262,69 ευρώ, με βάση το 10° λογαριασμό που θεωρήθηκε, ο οποίος αποτελεί πιστοποίηση για την πληρωμή της αναδόχου εταιρίας, καθώς μάλιστα η έγκριση του λογαριασμού από τη διευθύνουσα υπηρεσία είναι δυνατή και χωρίς την υπογραφή του επιβλέποντος μηχανικού (άρθρο 40 παρ. 7 π.δ. 609/1985).
Και Β) Στην ..., στις 2-11-2010, ως υπάλληλος ελάττωσε εν γνώσει του κατά τη διαχείριση εσόδων για να ωφεληθεί άλλος τη δημοτική περιουσία, της οποίας η διαχείριση του είναι εμπιστευμένη, η δε ελάττωση της περιουσίας του Δήμου είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα ως Προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Υ.Δ.Κ.) ..., Διευθύνουσας Υπηρεσίας του έργου ύδρευσης (αντικατάστασης πεπαλαιωμένων δικτύων) στον πρώην Δήμο ...
και ήδη Δήμο ..., με αριθμό μελέτης 281/2006, επιφορτισμένος με τη διάθεση και δαπάνη των εσόδων του ανωτέρω Δήμου, η διαχείριση των οποίων εκ της θέσης εργασίας του τού ήταν εμπιστευμένη, θεώρησε με την υπογραφή του τον αναφερόμενο ανωτέρω υπό στοιχείο Α' 10° λογαριασμό και πιστοποίηση προς πληρωμή εργασιών και προμήθεια υλικών του ανωτέρω έργου που υποβλήθηκε από την ανάδοχο εταιρία με ημερομηνία θεώρησης 2-11-2010, χωρίς να έχει πρώτα ενημερωθεί, ελέγξει και υπογράψει το λογαριασμό ο επιβλέπων του έργου μηχανικός Ε.
Κ. και παρά τα όσα αναφέρονται στο με αρ. πρωτ. 3249/4-8-2010 έγγραφο της Υπηρεσίας του που δεν ενέκρινε τον ανωτέρω λογαριασμό και στα με αρ. πρωτ. 5457/1-11-2010 και 14736/10-11- 2010 υπηρεσιακά σημειώματα του επιβλέποντος μηχανικού προς τον ίδιο, βεβαιώνοντας κι εγκρίνοντας με τον τρόπο αυτό ότι μπορεί να καταβληθεί στην ανάδοχο εργολάβο εταιρία με την επωνυμία: "...
ΕΠΕ." το ποσό των 75.262,69 ευρώ για εργασίες που είχαν πραγματοποιηθεί και δαπάνες αναθεώρησης. Στην πραγματικότητα όμως, την οποία ο κατηγορούμενος γνώριζε ήταν ότι με βάση τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν το δικαιούμενο για την ανάδοχο εργολάβο εταιρία με την επωνυμία: "... Ε.Π.Ε." ποσό ήταν μόλις 9.977,44 ευρώ, όπως αναφέρεται ανωτέρω υπό στοιχείο Α'.
Με τον τρόπο αυτό προκλήθηκε στον τότε Δήμο ... και μετέπειτα στο Δήμο ... συνολική περιουσιακή βλάβη ύψους 65.285,25 ευρώ (75.262,69 - 9.977,44 ευρώ), η οποία είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, καθώς υποχρεώθηκε ο Δήμος ... με τη με αριθμό 500/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής να καταβάλει στην ανάδοχο εταιρία το ποσό των 75.262,69 ευρώ, με βάση το 10° λογαριασμό που θεωρήθηκε, ο οποίος αποτελεί πιστοποίηση για την πληρωμή της αναδόχου εταιρίας, καθώς μάλιστα η έγκριση του λογαριασμού από τη διευθύνουσα υπηρεσία είναι δυνατή και χωρίς την υπογραφή του επιβλέποντος μηχανικού (άρθρο 40 παρ.7 π.δ. 609/1985).
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται και στο διατακτικό της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω πλημμελημάτων της ψευδούς βεβαιώσεως και της απιστίας στην υπηρεσία, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.
Παρατίθενται δε σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο έκανε την υπαγωγή των ως άνω περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13α, 26 παρ. 1 εδ. α', 27, 242 παρ. 1 και 256 περ.
β', 263, 263 Α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, αναφέρεται στο σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων με την ιδιότητα του υπαλλήλου, δηλαδή του προϊσταμένου της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού …, ήταν επιφορτισμένος με τη διάθεση και δαπάνη των εσόδων του πιο πάνω δήμου, η διαχείριση των οποίων, λόγω της θέσεως εργασίας του, ήταν εμπιστευμένη σε αυτόν.
Ότι, με την ιδιότητά του αυτή, αφενός, βεβαίωσε, με πρόθεση, σε έγγραφο (η έκδοση του οποίου ανάγεται στα καθήκοντα του), ψευδές περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και αφετέρου, ελάττωσε, εν γνώσει του, κατά τη διαχείριση των εσόδων, τη δημοτική περιουσία, προκειμένου να ωφεληθεί άλλος και συγκεκριμένα η αναφερομένη στο σκεπτικό εργολήπτρια εταιρεία, καθόσον υπέγραψε το επίμαχο έγγραφο, πιστοποιώντας ψευδώς, ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες από την ανάδοχο εταιρεία και οι προμήθειες υλικών στις οποίες είχε προβεί, ανερχόταν στο ποσό των 75.269,69 € και εγκρίνονται, με τον τρόπο αυτό, ότι μπορεί να καταβληθεί στην εργολήπτρια εταιρεία το πιο πάνω ποσό, παρά την ύπαρξη αντιθέτων προς τούτο εγγράφων από την υπηρεσία του, καθώς και υπηρεσιακών σημειωμάτων του επιβλέποντος μηχανικού του έργου, ότι με βάση τις επιμετρήσεις του έργου, η αξία του εκτελεσθέντος έργου (τμήματος αυτού) ανερχόταν στο ποσό των 9.977,44 €.
Τέλος, ότι εκδίδοντας το πιο πάνω έγγραφο, χωρίς προηγούμενο έλεγχο και υπογραφή από τον επιβλέποντα μηχανικό, ελαττώθηκε η δημοτική περιουσία κατά το ποσό των 65.285,25 € (75.269,69-9.977,44), καθώς υποχρεώθηκε, στη συνέχεια, ο πιο πάνω δήμος να καταβάλει, σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης, το πιο πάνω ιδιαίτερα μεγάλο ποσό στην εργολήπτρια εταιρεία.
Τέλος, αιτιολογείται και το υποκειμενικό στοιχείο του πλημμελήματος της απιστίας στην υπηρεσία, η οποία απαιτεί για τη στοιχειοθέτηση του άμεσου δόλου του δράστη και σκοπό οφέλους του ιδίου ή άλλου, με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων, εν γνώσει του (λόγω των γνωστών σ' αυτόν αντιρρήσεων του επιβλέποντα μηχανικού και της προηγούμενης μη έγκρισης του επίμαχου λογαριασμού από την Υπηρεσία του), ελάττωσε τα έσοδα του Δήμου, μη ενεργώντας νόμιμα και με σκοπό το όφελος της ως άνω εργολήπτριας εταιρείας.
Επομένως, οι μοναδικοί αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δηλαδή για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης, καθώς και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικών από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις λόγων, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες. Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-8-2018 αίτηση (αρ. εκθ. 26/2018) του Ν. Ν. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 8/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης.
Καταδικάζει τον αιτούντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ