Legislator Case Law & Legislation
1732/2017 AI generated

1732/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1732/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως, αντίγραφο δε του δικογράφου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, ενώ κατά την δεύτερη παράγραφο του ως άνω άρθρου πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο.

Legislator headnote

AI generated

1732/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω ο αναιρεσείων άσκησε την από 20-11-2015 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η συζήτηση της οποίας είχε οριστεί για την σημερινή δικάσιμο, ενώ την 3-1-2017 άσκησε προσθέτους λόγους τους οποίους επέδωσε στο αναιρεσίβλητο την 20-1-2017 (βλ. τη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Κ.).

Keywords

AI generated
health insurance association insurance deductible health insurance model liquidation of partnership proprietary medicinal products occupational pension cooperative
AI generated
1803/2014
Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 375/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον ΝΠΔΔ κατά της 4414/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με αυτήν είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσίβλητων για να εξαλειφθούν οι υποθήκες, που είχαν εγγραφεί υπέρ του αναιρεσείοντος σε κληρονομιαίο ακίνητο αυτών, λόγω ολοσχερούς εξόφλησης του χρέους. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553 556, 558, 564 566 παρ.1, 569 ΚΠολΔικ] και συνεπώς είναι παραδεκτή, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ 3 ΚΠολΔικ].
239/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
72/2016
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.
785/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
572/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1732 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1732/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγο της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών"(Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε το αρχικά 2ο αναιρεσίβλητο Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.)" ως καθολικός διάδοχος του πρώην Τομέα Επικουρικής Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.), και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 και 75 του Ν 4387/2016 ως καθολικός διάδοχος του αρχικά 1ου αναιρεσίβλητου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Πυργάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:132/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4310/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-4-2016 αίτησή του και τους από 3-1-2017 πρόσθετους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναιρέσεως, αντίγραφο δε του δικογράφου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, ενώ κατά την δεύτερη παράγραφο του ως άνω άρθρου πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο.

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων άσκησε την από 20-11-2015 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η συζήτηση της οποίας είχε οριστεί για την σημερινή δικάσιμο, ενώ την 3-1-2017 άσκησε προσθέτους λόγους τους οποίους επέδωσε στο αναιρεσίβλητο την 20-1-2017 (βλ. τη με αριθμό ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Κ.).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). 3. Κατά μεν το άρθρο 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 "περί του κώδικος δικηγόρων", που έχει εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εντολής και του χρόνου εκτελέσεως αυτής: "ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον", κατά δε το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου κώδικα "τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων".

Σύμφωνα δε με το εδ. β της τελευταίας αυτής διατάξεως, που είχε προστεθεί με το άρθρο 5 παρ. 3 ν.δ. 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 ν. 1093/1980 "πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεώς της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση.

Και αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επ. του κώδικα περί δικηγόρων. Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υποθέσεώς του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (άρθρο 92 παρ. 3, 4 και 5 κώδικα περί δικηγόρων).

Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη, ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και τη μορφή υπό την οποία συνάπτεται (άφεση χρέους κατά το άρθρο 454 Α.Κ., παραίτηση κατά το άρθρο 156 Α.Κ. ή άλλη συμφωνία) και θεωρείται, κατά τα άρθρα 174 και 180 Α.Κ., ως μη γενομένη (Ολ.

Α.Π. 10/2012) 4. Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπομένου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.

Α.Π 33/ 2005, ολ ΑΠ 10/2012).

5. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Ο ενάγων τυγχάνει δικηγόρος Αθηνών, νόμιμα διορισμένος στον οικείο ΔΣΑ, διατηρώντας το δικηγορικό του γραφείο επί της οδού …αρ….. Από το έτος 1988 απασχολήθηκε επίσης υπό την παραπάνω ιδιότητά του, ως δικηγόρος με σύμβαση - πλαίσιο για παροχή νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών, στο ασφαλιστικό ταμείο με την επωνυμία "Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ" ΝΠΔΔ., καθολικοί διάδοχοι του οποίου τυγχάνουν τα εφεσίβλητα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, υπαγόμενα στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως.

Η εν λόγω συμφωνία συνεργασίας επικυρώθηκε το έτος 1995, με την υπογραφή μεταξύ των μερών (το Ταμείο ως "εντολέας" και ο ενάγων ως "εντολοδόχος"), του από 15-5-1995 Ιδιωτικού Συμφωνητικού, κατά το οποίο οι αμοιβές του ενάγοντος θα καθορίζονταν ως εξής: α) για τη σύνταξη των εκάστοτε γνωμοδοτήσεων ως ελάχιστη αμοιβή του συμφωνήθηκε το ποσό των 30.000 δρχ., β) για τη σύνταξη αιτήσεων, αγωγών, προσφυγών, εφέσεων, αιτήσεων αναιρέσεων κλπ δικογράφων προς τα αρμόδια Δικαστήρια της χώρας, ως ελάχιστη αμοιβή του συμφωνήθηκε η προβλεπόμενη από τον Κώδικα των Δικηγόρων, ως ισχύει, που δεν θα είναι ποτέ κατώτερη από την καθοριζόμενη αμοιβή με τον από 1-2-1995 νέο πίνακα του ΔΣΑ, γ) για τη σύνταξη προτάσεων, υπομνημάτων κλπ δικογράφων προς υποστήριξη των ανατιθεμένων σ' αυτόν υποθέσεων στα ακροατήρια των αρμοδίων ως άνω Δικαστηρίων, ως ελάχιστη αμοιβή του συμφωνήθηκε η προβλεπόμενη από τον Κώδικα των Δικηγόρων, ως ισχύει, που δεν θα είναι ποτέ κατώτερη από την καθοριζόμενη αμοιβή με τον από 1-2-1995 νέο πίνακα του ΔΣΑ.

Με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό ορίσθηκε επίσης ότι θα αποδίδονται στον ενάγοντα και τα πραγματοποιούμενα έξοδα (παραστάσεων, δακτυλογράφηση, χαρτοσήμανση δικογράφων κλπ) βάσει σχετικής προς τούτο απόδειξης. Το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ κατά τη διάρκεια της ως άνω συνεργασίας, λαμβάνοντας υπόψη τις επιστημονικές και επαγγελματικές ικανότητες του ενάγοντα, του ανέθεσε τη διεκπεραίωση μεγάλου αριθμού υποθέσεών του, κυρίως ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, απλών αλλά και σοβαρών και μεγάλου αντικειμένου, που αφορούσαν την υπεράσπιση των συμφερόντων του Ταμείου, σε δίκες που είχαν ανοιγεί για απαιτήσεις και διαφορές με τους ασφαλισμένους του Ταμείου.

Η επαφή και συνεργασία του ενάγοντα με τους εργαζόμενους στο Ταμείο ήταν συχνή, σχεδόν καθημερινή, λόγω του σημαντικού αριθμού και της σοβαρότητας των υποθέσεων που κλήθηκε να χειριστεί, μεταβαίνοντας στα γραφεία του Ταμείου σχεδόν κάθε ημέρα, ενώ με την διεκπεραίωση των υποθέσεων του Ταμείου απασχολούνταν και οι συνεργάτες του γραφείου του ενάγοντα.

Ενόψει της πολύ καλής συνεργασίας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ του ενάγοντα - εκκαλούντα και του "Ταμείου Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ", και ενόψει της συνεχίσεως αυτής στο διηνεκές, από το έτος 2003, όπως ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, δέχθηκε προς όφελος του τελευταίου να περιορίσει τις δικαιούμενες αμοιβές του κάτω από τα ελάχιστα εκ του νόμου όρια, ήτοι τα προβλεπόμενα από το άρθρο 100 του Κώδικα των Δικηγόρων και έτσι συμφώνησε ότι η αμοιβή του θα υπολογίζονταν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την εκάστοτε ισχύουσα για τους δικηγόρους ΠΟΑ ή ΚΥΑ.

Με βάση τη συμφωνία αυτή, συνέχισε να παρέχει ανελλιπώς τις υπηρεσίες του στο Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ με τους ακόλουθους όρους όπως αυτοί διαμορφώθηκαν με προφορική μεταξύ τους συνεννόηση: α) για τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων επί οικονομικών, ασφαλιστικών ή συνταξιοδοτικών θεμάτων, που αφορούν τη Διεύθυνση Ασφάλισης - Παροχών ΟΤΕ - ΕΛΤΑ συμφωνήθηκε ο ενάγων να μην λαμβάνει αμοιβή, β) για τη σύνταξη αιτήσεων, αγωγών κλπ δικογράφων προς τα αρμόδια Δικαστήρια της χώρας, συμφωνήθηκε ο ενάγων να λαμβάνει την ελάχιστη προβλεπόμενη από τον Κώδικα των Δικηγόρων αμοιβή, όπως αυτή διαμορφώνεται με τους ισχύοντες πίνακες του ΔΣΑ, παραιτούμενος οιασδήποτε άλλης αμοιβής, γ) για τη σύνταξη προτάσεων κλπ δικογράφων προς υποστήριξη των ανατιθέμενων σε αυτόν υποθέσεων στα ακροατήρια των αρμοδίων ως άνω Δικαστηρίων, συμφωνήθηκε να λαμβάνει ο ενάγων την ελάχιστη προβλεπόμενη από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή, όπως αυτή διαμορφώνεται με τους ισχύοντες πίνακες του ΔΣΑ, δ) οι ανωτέρω αμοιβές του ενάγοντα συμφωνήθηκε να προσαυξάνονται από τα πραγματοποιούμενα από τον ενάγοντα έξοδα (παραστάσεων, χαρτοσήμανση δικογράφων κλπ) και ε) σε περίπτωση αναβολών δικών συμφωνήθηκε ο ενάγων να μη λαμβάνει αμοιβή.

Η συνεργασία αυτή συνεχίστηκε και μετά την 1-10-2008, οπότε το "Ταμείο Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ" το διαδέχθηκε ως καθολικός του διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 70 του ν. 3655/2008, το Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής' Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ) - πρώτο εναγόμενο εφεσίβλητο, ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 35 του κεφαλαίου ΙΑ του ν. 4052/2012, συστάθηκε και λειτουργεί, από 1-7-2012, το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) - δεύτερο εναγόμενο εφεσίβλητο, στο οποίο λόγω καθολικής διαδοχής εντάχθηκαν από την έναρξη λειτουργίας του και οι Τομείς του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του ΤΑΥΤΕΚΩ - πρώτου εναγομένου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την ενοποίηση των Ταμείων και δη την 26-2-2009 υπεγράφη μεταξύ του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω. αφενός και του ενάγοντα - αλλά και δεκαπέντε άλλων δικηγόρων - το εξής ιδιωτικό συμφωνητικό: α) το πρώτο των συμβαλλομένων Ταμείο αναθέτει με αποφάσεις του Διοικητικού του Συμβουλίου στους αφετέρου συμβαλλόμενους Δικηγόρους εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις του, β) καθένας από τους αφετέρου συμβαλλομένους Δικηγόρους αναλαμβάνει την υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και του Κώδικα Δεοντολογίας να επιμεληθεί των ανατιθεμένων σ' αυτόν υποθέσεων, προασπίζοντας με την απαιτούμενη επιμέλεια τα συμφέροντα του εντολέα του πρώτου των συμβαλλομένων Ταμείου, γ) καθένας από τους αφετέρου συμβαλλομένους Δικηγόρους αναλαμβάνει την υποχρέωση να συντάξει για λογαριασμό του εντολέα του-Ταμείου αίτηση, αγωγή, προτάσεις, σημείωμα, υπόμνημα ή οποιοδήποτε άλλο δικόγραφο ήθελε απαιτηθεί προς προάσπιση των συμφερόντων του Ταμείου και να παραστεί κατά την οριζόμενη συζήτηση των ανατιθεμένων σ' αυτόν υποθέσεων στο αρμόδιο Δικαστήριο, ως και σε κάθε μετ' αναβολή τέτοια, δ) η αμοιβή καθένα από τους αφετέρου συμβαλλομένους Δικηγόρους ρητά συμφωνείται ότι θα είναι αυτή που ορίζεται σύμφωνα με την ΚΥΑ 1117864/2297/Α0012 (ΦΕΚ 2422 Β/24-12-2007) για τις απαιτούμενες από την πλευρά του ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων σ' αυτή των εξόδων για την έκδοση του γραμματίου προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής και του παρακρατηθέντος φόρου και ε) ρητά συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι Δικηγόροι πλην της ανωτέρω αμοιβής, ουδεμία άλλη επιπρόσθετη αξίωση αμοιβής θα έχουν για τη διεκπεραίωση των ανατιθεμένων σ' αυτούς υποθέσεων, είτε σε ποσοστά επί του αντικειμένου της δίκης κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, είτε άλλως πως.

Πράγματι υποθέσεις του ΤΑΥΤΕΚΩ ανετίθεντο στον ενάγοντα μέχρι τις 10-3-2010, ενώ ήδη από 29-1-2010 το εν λόγω Ταμείο είχε προσλάβει, κατόπιν διαγωνισμού και απασχολούσε στην νομική του υπηρεσία τρεις έμμισθους δικηγόρους τους Β. Π., Ε. Μ. και Α. Β. Στην ενέργεια αυτή προέβη διότι με την ενοποίηση των Ασφαλιστικών Ταμείων, στο Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.

υπήχθησαν είκοσι ασφαλιστικοί φορείς και ο όγκος των υποθέσεων ήταν πραγματικά πολύ μεγάλος. Το ΔΣ του ΤΑΥΤΕΚΩ κατά την- 11/10-3-2010 συνεδρίαση του, αν και είχε τεθεί το θέμα της συνεργασίας του με τον ενάγοντα-εκκαλούντα και παρά την θετική εισήγηση του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Νομικών Υποθέσεων Σ. Κ., έλαβε την 589/2010 απόφαση με την οποία:

Ανέθεσε τις υποθέσεις των Τομέων Επικουρικής Ασφάλισης - Πρόνοιας Προσωπικού ΟΤΕ και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού ΕΛΤΑ σε δικηγόρους του Ταμείου (χωρίς ρητή αναφορά σε κάποιον από αυτούς), με την εντολή αν κάποια υπόθεση που αφορά το ζήτημα του τρόπου υπολογισμού του αριθμού των μονάδων χορηγίας που καταβάλλονται από τον Τομέα Πρόνοιας Προσωπικού ΟΤΕ που τους ανατίθεται, εκδικάζεται πριν τον Απρίλιο (Ολομέλεια του Α' Τμήματος του ΣΤΕ) να ζητούν αναβολή για ένα εξάμηνο.

Μετά την παρέλευση του ως άνω εξαμήνου, το ΤΑΥΤΕΚΩ σταμάτησε να αναθέτει στο γραφείο του ενάγοντα οποιαδήποτε άλλη υπόθεση σχετική με τον Τομέα Προνοίας και Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ, τις οποίες ανέθετε στους έμμισθους πλέον δικηγόρους του. Στις 18-11-2010 ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Νομικών Υποθέσεων του ΤΑΥΤΕΚΩ ζήτησε από τον ενάγοντα εκκαλούντα να του παραδώσει το φάκελο με τα σχετικά έγγραφα της υπόθεσης Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ κατά Δ.

Κ. - Δ., ενώ και στις 19-11-2010 ο εν λόγω Προϊστάμενος κοινοποίησε στον ενάγοντα: 1) Το πρακτικό της υπ' αριθμ. …/4-12-2008 συνεδρίασης του ΔΣ του ΤΑΥΤΕΚΩ, κατά την οποία το ΔΣ του με την με αρ. 565/2008 απόφασή του αποφάσισε: α) τη λύση του ως άνω από 15-5-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού και β) την κατά πράξη και περίπτωση ανάθεση υποθέσεων στον ενάγοντα, 2) το πρακτικό της με αρ.

…/10-3-2010 συνεδρίασης του ΔΣ κατά την οποία έλαβε την πιο πάνω 589/2010 απόφασή του και 3) το με αρ. …/17613/15/18-11-2010 έγγραφο του με το οποίο κάλεσε τον ενάγοντα όπως: α) απέχει ως δικηγόρος από την εκδίκαση της υπόθεσης Ταμείο Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ κατά Δ. Κ. - Δ., β) παραδώσει άμεσα όλα τα έγγραφα που έχει στα χέρια του για την εν λόγω υπόθεση και γ) παραδώσει άμεσα στη Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων του ΤΑΥΤΕΚΩ όλες τις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις του πρώην Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ, που έχει στα χέρια του ο ενάγων - εκκαλών.

Πράγματι ο τελευταίος με το από 26-11-2010 έγγραφο του - Αναφορά ενημέρωσε το Ταμείο για τις εκκρεμείς υποθέσεις που βρίσκονταν στα χέρια του, χωρίς όμως από την μεριά του Ταμείου να ζητηθούν οι εν λόγω φάκελοι. Εν συνεχεία ο ενάγων-εκκαλών με την από 31-3-2011 εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκλησή του προς το ΤΑΥΤΕΚΩ έθεσε υπόψη του ότι η διακοπή ανάθεσης στον ίδιο υποθέσεων του Ταμείου συνιστά ενέργεια αντίθετη των συμφωνηθέντων, ότι η ενέργεια δε αυτή, μειώνει την επαγγελματική του πίστη και αξιοπρέπεια και προσβάλλει την προσωπικότητά του.

Το ΤΑΥΤΕΚΩ με την από 15-4-2011 εξώδικη απάντησή του προς τον ενάγοντα ισχυρίσθηκε ότι με την προγενέστερη από 26-11-2010 αναφορά του, ο ενάγων έχει πλέον παραδώσει ανεπιφύλακτα τις εκκρεμείς υποθέσεις του πρώην Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ και νυν ΤΑΥΤΕΚΩ, ότι αυτό συνιστά λύση της συνεργασίας και ότι το Ταμείο σε καμία παράνομη ή αντισυμβατική εναντίον του ενέργεια έχει προβεί.

Κατόπιν των ανωτέρω ο ενάγων- εκκαλών θεωρώντας την εν λόγω στάση του Ταμείου βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, άσκησε την από 10-5-2011 αγωγή του ζητώντας να υποχρεωθεί το εναγόμενο να άρει την βλαπτική αυτή συμπεριφορά, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης, εν συνεχεία δε, άσκησε την υπό κρίση αγωγή με το ως άνω αίτημα.

Πράγματι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εκκαλών με την ως άνω ιδιότητά του όλο το χρονικό διάστημα 2002 - 2010 χειρίστηκε με άκρα επιμέλεια τις υποθέσεις που του ανατέθηκαν από το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία το ΤΑΥΤΕΚΩ, αμειβόμενος από το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία το ΤΑΥΤΕΚΩ και ΕΤΕΑ.

Η αμοιβή του αυτή, κατά τα συμφωνηθέντα, καθορίζονταν με βάση την εκάστοτε ισχύουσα ΠΟΑ ή ΚΥΑ, με βάση σχετικό πίνακα αμοιβών και εξόδων, που ο ίδιος ο ενάγων - εκκαλών κατέθετε κατά διαστήματα, για ένα σύνολο υποθέσεων όπου αναφέρονταν η κάθε υπόθεση ξεχωριστά, όπως αποδεικνύεται από τους προσκομιζόμενους σχετικούς Πίνακες Αμοιβών.

Στους πίνακες αυτούς που ο ίδιος συνέτασσε, ανέφερε τις δικαιούμενες αμοιβές του και τις γενόμενες δαπάνες αναλυτικά. Επί του πίνακα ελάμβανε σχετική απόφαση το ΔΣ του εναγόμενου (αρχικώς του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού ΟΤΕ και κατόπιν του ΤΑΥΤΕΚΩ), εν συνεχεία δε εκδίδονταν ισόποσο Ένταλμα Πληρωμής. Όπως αποδεικνύεται μάλιστα από την προσκομιζόμενη αναλυτική "Κατάσταση Αμοιβών" που επισυνάπτεται στο με αριθμό πρωτοκόλλου .../21-9-2011 έγγραφο του εναγομένου, στα προσαγόμενα εντάλματα, υπήρχε πάντα σφραγίδα με την ένδειξη "Υπάρχει πίστωση στον Προϋπολογισμό", γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι οι σχετικές δαπάνες υπόκειντο σε περιορισμούς.

Μετά την έκδοση του σχετικού εντάλματος, του καταβάλλονταν το απαιτούμενο ποσόν, το οποίο και ο ενάγων εισέπραττε χωρίς να προκύπτει ότι είχε διατυπώσει κάποια επιφύλαξη. Μέχρι το έτος 2010 ο ενάγων δεν αποδείχθηκε ότι είχε διαμαρτυρηθεί εγγράφως, αλλά ούτε και προφορικώς, στους νομίμους εκπροσώπους του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία του ΤΑΥΤΕΚΩ και ΕΤΕΑ, ή στο διευθυντή των νομικών υπηρεσιών της, ήτοι σε πρόσωπα που εκπροσωπούσαν το Ταμείο ή ήταν αρμόδια για τον καθορισμό του ύψους της αμοιβής του, αιτούμενος την καταβολή επιπλέον αμοιβής, ήτοι αμοιβής υπολογιζόμενης με τρόπο διαφορετικό αυτού που.

είχε συμφωνηθεί, αφού ούτε ο ίδιος επικαλείται κάτι ανάλογο στην αγωγή του, ώστε το Ταμείο να θεωρήσει ότι ο ενάγων διατηρούσε οικονομικές απαιτήσεις σε βάρος του. Αντιθέτως είχε δημιουργηθεί στο Ταμείο η εδραία πεποίθηση ότι όλες οι οικονομικές απαιτήσεις του ήσαν καλυμμένες. Η συμφωνία εξάλλου για κατώτερη αμοιβή και η μη διεκδίκηση ανώτερης αμοιβής για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα (άνω των επτά ετών), έγινε αφενός λόγω της προοπτικής μόνιμης συνεργασίας με την εναγομένη, όπερ και εγένετο και αφετέρου λόγω των σταθερών και ικανοποιητικών εισοδημάτων που ο ενάγων - εκκαλών αποκόμιζε από την ως άνω συνεργασία, διατηρώντας συγχρόνως τη δυνατότητα στον υπόλοιπο χρόνο του, να ασκεί και ελεύθερη δικηγορία.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων, παρότι γνώριζε εξυπαρχής ότι το ύψος της καταβαλλομένης από το Ταμείο αμοιβής και προς άλλους δικηγόρους, που παρείχαν τις ίδιες με αυτόν υπηρεσίες, ήταν μικρότερη από το ύψος της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής, επέλεξε με δική του ελεύθερη βούληση και κατ' επαγγελματική επιλογή να συνεχίσει, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την παροχή των νομικών του υπηρεσιών, αποδεχόμενος το ύψος που προσδιόρισε από κοινού με το Ταμείο, εκδίδοντας σχετικές αποδείξεις, χωρίς να αναγράφει σ' αυτές ρητή επιφύλαξη για διεκδίκηση της νομίμου αμοιβής του και χωρίς να διακόψει καθ' όλο το επίδικο διάστημα των ετών αυτών, τη συνεργασία του με το εναγόμενο ή να δηλώσει σε αυτό ότι θα συνεχίσει, υπό τον όρο ότι η αμοιβή του θα γίνεται με βάση τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Στην ενέργεια αυτή προέβη μόνο με την από 12-7-2011 ένδικη αγωγή, οπότε και αξίωσε υπόλοιπο αμοιβής για την προσφορά των νομικών του υπηρεσιών από το έτος 2002 μέχρι το έτος 2010 το συνολικό ποσό των 383.213,24 ευρώ. Από την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά του ενάγοντος, ο οποίος καθ' όλο το επίδικο διάστημα αναλάμβανε υποθέσεις του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία του ΤΑΥΤΕΚΩ (υπογράφοντας δικόγραφα, παριστάμενος στα αρμόδια δικαστήρια κλπ) και ελάμβανε ανεπιφύλακτα τις αμοιβές του, χωρίς ποτέ να διατυπώσει κάποια άλλη σχετική αξίωση και ειδικότερα να απαιτήσει τη διαφορά μεταξύ της συμφωνημένης και της νόμιμης αμοιβής του, δημιουργήθηκε μία πραγματική κατάσταση και η αντίστοιχη εύλογη πεποίθηση του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία του ΤΑΥΤΕΚΩ και ΕΤΕΑ, ότι δεν υπάρχει και δεν πρόκειται να προβληθεί η αξίωση του ενάγοντος, κατά το επιπλέον αιτούμενο ποσό, η πληρωμή του οποίου θα προκαλέσει στον εναγόμενο, απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία.

Εξάλλου, αν το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία το ΤΑΥΤΕΚΩ γνώριζε εξ αρχής την αληθινή κατάσταση και συγκεκριμένα τις πιθανές αξιώσεις του ενάγοντος και τον υπολογισμό της αμοιβής με τρόπο διαφορετικό αυτού που συμφωνήθηκε, ενδεχομένως να μην δεχόταν την κατάρτιση της εν λόγω συμφωνίας με τον ενάγοντα, αλλά να ανέθετε τις υποθέσεις του σε άλλο δικηγόρο αφού τα οικονομικά των εν λόγω Ταμείων ελέγχονται από τις αρμόδιες Οικονομικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως.

Ο ενάγων επέλεξε να συνεχίσει τη συνεργασία εν γνώσει της θέσης του Ταμείου Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία του ΤΑΥΤΕΚΩ, το οποίο δήλωσε εξ αρχής ότι δεν δύναται να καταβάλει τις υψηλότερες νόμιμες αμοιβές. Βεβαίως από τις αμοιβές αυτές ο ενάγων δεν μπορεί να παραιτηθεί έγκυρα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, πλην όμως, με τη συμπεριφορά που επέδειξε^ ήτοι με το να συνεχίσει να συνεργάζεται με το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία το ΤΑΥΤΕΚΩ μέχρι το έτος 2010, ο ίδιος αποδυνάμωσε το δικαίωμά του για αναζήτησή τους.

Η μη ευόδωση των προσδοκιών του ενάγοντα για συνεργασία στο διηνεκές με το Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία το ΤΑΥΤΕΚΩ και ΕΤΕΑ δεν αναιρεί το γεγονός της οικειοθελούς συνέχισης της συνεργασίας με το τελευταίο, το οποίο εύλογα δεν ανέμενε την εκ των υστέρων άσκηση αγωγής από τον ενάγοντα, ενώ η εξακολούθηση της παροχής νομικών υπηρεσιών έγινε αβίαστα και με δική του βούληση, καθόσον δεν αποδεικνύεται, ούτε ο ενάγων επικαλείται οποιονδήποτε λόγο που επέβαλε σ' αυτόν άμεσα ή έμμεσα αυτή την επιλογή.

Έτσι ενόψει της αποδοχής του τρόπου αυτού αμοιβής, σε συνδυασμό με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την εκτέλεση των σχετικών εντολών και της δημιουργίας της ως άνω εύλογης πεποίθησης στο Ταμείο Αρωγής Προσωπικού του ΟΤΕ και εν συνεχεία το ΤΑΥΤΕΚΩ και ΕΤΕΑ, η αξίωση ήδη μείζονος αμοιβής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Εξάλλου, η επιχειρούμενη από τον ενάγοντα εκκαλούντα ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως με την άσκηση της ένδικης αγωγής, ζητώντας ως διαφορά μεταξύ της νομίμου αμοιβής και της καταβληθείσας για το επίδικο χρονικό διάστημα, το ποσό των 383.213,24 ευρώ, θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις τα εναγόμενα, που λειτουργούν ως νπδδ, ανήκουν στο Κράτος και των οποίων ο προϋπολογισμός εγκρίνεται και προκαθορίζεται από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, σε περίπτωση που η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή και υποχρεωθούν να καταβάλουν στον ενάγοντα την επιπλέον προαναφερθείσα αμοιβή, καθόσον θα επιφέρει σ' αυτά σημαντική οικονομική ζημία, ενώ θα περιορίζονταν ανεπίτρεπτα, το πεδίο εφαρμογής της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αν εξαντλείτο η εφαρμογή του στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των μερών" Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, κατά παραδοχή της ενστάσεως του εναγομένου του άρθρου 281 ΑΚ. 6.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ α και αριθ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς είναι απορριπτέοι οι περί του αντιθέτου πρώτος και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά δύο σκέλη του, καθώς και ο πρόσθετος αναιρετικός λόγος, αληθώς εκ το αρ.1 του άρθρου 559, (και όχι από τον αριθμό 8 οποίος μόνο αριθμητικά αναφέρεται) ως αβάσιμοι.

Ούτε και παραβίασε την διάταξη αυτή, εκ πλαγίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο καθώς και με τον πρώτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, καθόσον από τα ανελέγκτως με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά α) της επί μακρό χρόνο (23 ετών) συνεργασίας των διαδίκων υπό την ειδική συμφωνία της αναθέσεως υποθέσεων από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα δικηγόρο με αμοιβή, από το έτος 2003, μικρότερη από τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων κατώτατα όρια, πράγμα το οποίο δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε θα αξίωνε αμοιβή πέραν της συμφωνηθείσας β) της πρόσθετης συμφωνίας το έτος 2003, ο ενάγων να περιορίσει τις δικαιούμενες αμοιβές του κάτω από τα ελάχιστα όρια του νόμου, γ) της από τον ίδιο των ενάγοντα σύνταξης των καταστάσεων αμοιβής του, βάσει των οποίων του καταβαλόταν οι αμοιβές του και την αντίστοιχη έκδοση αποδείξεων από αυτόν χωρίς να διατηρήσει καμία επιφύλαξη, δ) της παγιωθείσας έτσι, μακροχρόνιας πραγματικής κατάστασης και δημιουργίας εκ τούτου εύλογης πεποίθησης στο εναγόμενο ότι δε θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, για καταβολή των αιτουμένων, η ανατροπή της οποίας συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις, απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία στα συμφέροντα του, σε τρόπο ώστε να καθίσταται με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη καταχρηστική η εν λόγω αξίωση του ενάγοντος, εμπεριέχουν τα αναγκαία στοιχεία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκε και καταφάσκουν τη βασιμότητα της εν λόγω ένστασης.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-4-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 4310/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών -Και

Καταδικάζει την αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ