Supreme Court dismisses appeal in inheritance case, upholding lower court's rejection of donation revocation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision rejecting their inheritance claim. The appellants argued that the respondent's donation should be revoked due to lack of proof for moral obligation, but the court found the facts established by evidence supported the lower court's ruling. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1831 § 2 and 1835 § 1 of the Civil Code; An appeal is inadmissible when the appellate court has already ordered evidence to be presented regarding the revocation of a donation based on moral obligation, and the first instance judgment was subsequently set aside following the presentation of such evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1732 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1732/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Τ. του Ε. και 2. Ι. Τ. του Ε., κατοίκων ..., δι' εαυτούς και υπό την ιδιότητά των, των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της κατά την 28-7-1999 θανούσης αρχικής ενάγουσας Α. χας Ε. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Βεργανελάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: Θ. χας Σ. Τ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ... και 2. Α. Σ. Τ., δι' εαυτήν και υπό την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της κατά την 28-7-1999 θανούσης αρχικής ενάγουσας Α. χας Ε. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Αποστολάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 1981 αγωγή της αρχικώς συνενάγουσας Α. χας Ε. Τ. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 180/1982, 199/1988 προδικαστικές αποφάσεις, 69/2006 μη οριστική, 201/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 292/2010 μη οριστική 148/2013 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22 Ιουλίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 8 Ιανουαρίου 2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 148/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε επί της από 19-8-2009 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 201/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η από 1-6-1981 αγωγή τους. Επειδή, με το άρθρο 1831 § 2 του ΑΚ, όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 26 του Ν. 1329/1983, οριζόταν ότι στην κληρονομία, για τον προσδιορισμό αυτής και τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας, προστίθεται, με την αξία που είχε κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε κατά το άρθρο 1833 καταλογίζεται στη νόμιμη μοίρα κάθε μεριδούχου, όπως επίσης και κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, εφόσον έγινε μέσα στην πριν από το θάνατό του δεκαετία και δεν επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1835 § 1 του ίδιου Κώδικα, το οποίο δεν τροποποιήθηκε με το Ν. 1329/1983, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί, εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1825 και 1836 ΑΚ, προκύπτει ότι, σε μέμψη υπόκεινται οι δωρεές, οι οποίες, σύμφωνα με το άνω άρθρο 1831 § 2 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 88 αυτού), προστίθενται στην κληρονομία για τον προσδιορισμό αυτής και τον υπολογισμό βάσει αυτής της νόμιμης μοίρας, δηλαδή κάθε δωρεά που έκανε ο κληρονομούμενος προς μεριδούχο ή προς τρίτους τα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός εάν η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, οπότε δεν προσβάλλεται ως άστοργη, έστω και αν θίγει τη νόμιμη μοίρα μεριδούχου.
Κατά την έννοια δε της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 1831 § 2 ΑΚ, ως δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον θεωρείται εκείνη η οποία γίνεται από υποχρέωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, η οποία ανακύπτει από ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις και στηρίζεται στις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης. Στα πλαίσια των συνθηκών αυτών λαμβάνεται υπόψη η περιουσία του δωρητή, η κοινωνική του θέση και οι ιδιαίτερες σχέσεις του δωρητή προς το δωρεοδόχο (ΑΠ 1567/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 17-6-1979 απεβίωσε στα Χανιά, ο Ε.
Τ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο οποίος κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά το χρόνο θανάτου του, τα τρία παιδιά του, δηλαδή τον Ι. Τ., Ν. Τ. (πρώτο και δεύτερο των εναγόντων της ένδικης από 1-6-1981 αγωγής και ήδη εκκαλούντες) και Σ. Τ., καθώς και τη σύζυγο του Α. το γένος Ι. Σ. (τρίτη αρχική ενάγουσα της αυτής αγωγής), συντρεχόντων στην κληρονομιά κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας.
Ο Σ. Τ. απεβίωσε μεταγενέστερα και δη την 21- 1-1981, επίσης χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά το χρόνο θανάτου του, τη σύζυγο του Θ. το γένος Σ. Κ. και την τότε ανήλικη και ήδη ενήλικη κόρη του Α. (εναγόμενες της ένδικης αγωγής και ήδη εφεσίβλητες), που αποδέχθηκαν νομοτύπως την επαχθείσα στις ίδιες κληρονομιά (βλ.
την .../1985 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Χανίων Γρηγορίου Εμμανουήλ Κονταδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα), ενώ η εκ των κληρονόμων του Ε. Τ., σύζυγος του Α. το γένος Ι. Σ., απεβίωσε επίσης χωρίς να αφήσει διαθήκη την 28-7-1999, με μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, κατά το χρόνο θανάτου της, τους ανωτέρω γιούς της Ν.
Τ. και Ι. Τ., που συνεχίζουν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας, τη δίκη, και την ανωτέρω εγγονή της Α. Τ. του Σ., κόρη, ως ήδη λέχθηκε, του προαποβιώσαντος της ίδιας γιου της Στυλιανού, επίσης κατά ποσοστό 1/3. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από τους διαδίκους. Δυνάμει του με αριθμό .../1-12-1975 δωρητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Χανίων Αρχοντιάς Μηνιουδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χανίων με αριθμό ..., ο Ε.
Τ. μεταβίβασε κατά κυριότητα στον δικαιοπάροχο των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων - γιο του, Σ. Τ., νόμιμο μεριδούχο του, έναν αγρό, εκτάσεως κατά το συμβόλαιο δωρεάς, 404 τμ περίπου, που βρίσκεται εντός της κτηματική περιφέρειας του χωριού ... νομού Χανίων και δη στο κέντρο του χωριού, επί της υπάρχουσας κεντρικής πλατείας και συνορεύει βόρεια με πλατεία, νότια με κοινοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.
Τ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Κ.. Στο ακίνητο αυτό, ο δωρεοδόχος, με τα χρήματα της εργασίας του ως ναυτικού σε ποντοπόρα πλοία, ως κατωτέρω θα αναφερθεί, κατασκεύασε ένα ισόγειο κτίσμα, επιφάνειας 180 περίπου τμ, κατασκευάζοντας μόνο το σκελετό του (με κολόνες και πλάκα), το οποίο και κατά το χρόνο θανάτου του παρέμεινε ημιτελές, σ' αυτή την κατάσταση.
Οι Ι. και Ν. Τ. καθώς και η σύζυγος του δωρητή - κληρονομούμενου Α. το γένος Ι. Σ., εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού και νόμιμοι μεριδούχοι του, κατά τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που εκτίθεται στη θέση "3" της παρούσας, μετά το θάνατο του θεώρησαν ότι η ανωτέρω δωρεά προσβάλλει το δικαίωμα της νομίμου μοίρας τους κατά το ελλείπον προς συμπλήρωσή της ποσοστό του 8,20% για τον καθένα και ζήτησαν να κριθεί ως άκυρη αυτή κατά το ανωτέρω για τον καθένα ποσοστό.
Έτσι, όπως ήδη λέχθηκε, άσκησαν την ένδικη από 1-6-1981 αγωγή τους, στρεφόμενοι κατά των ανωτέρω μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του δωρεοδόχου, ζητώντας την ακύρωση της δωρεάς ως άστοργης κατά το μέρος που μ' αυτήν προσβάλλεται το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας τους επί της καταληφθείσας κληρονομιάς του δωρητή καθώς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες - εφεσίβλητες, ενεχόμενες κατά το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους μερίδιο (1/4 η πρώτη εξ αυτών και 3/4 η δεύτερη) να αποδώσουν σε καθέναν εκ των εναγόντων το προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του, ποσοστό, 8,20% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω δωρηθέντος ακινήτου.
Κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας δικαστικής διαδρομής, οι συνεχίζοντες, μετά το θάνατο της αρχικώς τρίτης ενάγουσας την 28-7-1999, την επί της αγωγής τους δίκη, όπως ήδη λέχθηκε, με τις από 2/11/2005 κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη β' περαιτέρω συζήτηση της αγωγής προτάσεις τους είχαν προτείνει τον οψιγενή ισχυρισμό ότι κατά μήνα Νοέμβριο 1989 με την μεσολάβηση τρίτων κοινών γνωστών, συμβιβάστηκαν εξωδίκως με τις εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες επί της ένδικης διαφοράς τους.
Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι αυτοί μεν, από κοινού με την αρχική διάδικο μητέρα τους Α. χήρα Ε. Τ., ανέλαβαν το Νοέμβριο του 1989 και ολοκλήρωσαν, εντός 3 μηνών, την κατασκευή με δαπάνες τους, ανερχόμενες στο ποσό των 23.884.871 δρχ. ή 70.095 ευρώ, που κατέβαλαν στον εργολάβο Χ. Γ., στο ανατολικό τμήμα του αρχικού, ημιτελούς κατά το θάνατο του δωρητή - κληρονομούμενου, κτίσματος, ενός καταστήματος εμβαδού 44,46 τμ, που μέχρι τότε ήταν στο στάδιο του σκελετού, το οποίο και παρέδωσαν το Φεβρουάριο του 1990, στις εναγόμενες, της δεύτερης, ούσας τότε ανήλικης, εκπροσωπούμενης από την πρώτη - μητέρα της, έτοιμο προς χρήση και εκμετάλλευση (με το κλειδί στο χέρι, όπως αναφέρουν), οι δε τελευταίες (εναγόμενες), αφού αναγνώρισαν τις αγωγικές αξιώσεις τους και τις ανωτέρω δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν για να τους ολοκληρώσουν την κατασκευή του ανατολικού καταστήματος, τους μεταβίβασαν άτυπα την κυριότητα του 50% εξ αδιαιρέτου του επίδικου οικοπέδου, με δικαίωμα αποκλειστικής νομής και χρήσης στο διηνεκές του δυτικού καταστήματος και της αποθήκης, που αποτελούσαν επίσης χώρους του ίδιου ημιτελούς αρχικά κτίσματος και τους οποίους οι ίδιοι έκτισαν, επί των οποίων από το Φεβρουάριο του έτους 1990 και εφεξής, αυτοί (ενάγοντες- εκκαλούντες) έχουν εγκατασταθεί με τη σύμφωνη γνώμη των εναγομένων - εφεσιβλήτων, που είναι εγκατεστημένες στο ανατολικό κατάστημα, το οποίο εκμισθώνουν σε τρίτους.
Ο ισχυρισμός αυτός, για τον οποίο, ως ήδη ειπώθηκε, τάχθηκε σε βάρος των εναγόντων το σχετικό θέμα απόδειξης με τη με αριθμό 292/2010 απόφαση του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, η ανυπαρξία της επικαλούμενης συμφωνίας περί συμβιβασμού όχι μόνο κατατίθεται ρητά και κατηγορηματικά από τον εξετασθέντα μάρτυρα των εφεσιβλήτων - εναγομένων, Γ.
Π. (σύζυγο της δεύτερης και γαμπρού της πρώτης), που αντλεί τη γνώση του από την ίδια τη φερόμενη ως συμβιβασθείσα εφεσίβλητη - εναγόμενη, Θ. χήρα Σ. Τ., αλλά επιβεβαιώνεται και από τα ακόλουθα στοιχεία και τις κάκιστες σχέσεις τους που υπήρχαν κατά το χρόνο του φερόμενου συμβιβασμού αλλά και μετά από αυτόν.
Πλέον συγκεκριμένα, 1) Οι νυν εκκαλούντες, που μέχρι το θάνατο του αδελφού τους, Σ. Τ., το 1981, δεν είχαν εκδηλώσει κανένα δικαίωμα ούτε επί του ανωτέρω οικοπέδου ούτε επί του επ' αυτού ημιτελούς κτίσματος, χρησιμοποιώντας απλώς, με θέληση απλού κατόχου, αδιαμόρφωτο τμήμα του κατά τους χειμερινούς μήνες και κυρίως από το Νοέμβριο έως το Φεβρουάριο κάθε έτους, σαν πρόχειρο συσκευαστήριο πορτοκαλιών, για τις ανάγκες του παντοπωλείου (το μαγαζί αυτό ανήκε αρχικά στο δικαιοπάροχο πατέρα τους) που διατηρούσαν σε έτερο κτίσμα επί άλλου ακινήτου, κείμενου ακριβώς παραπλεύρως του επίδικου ακινήτου (πρόκειται για το ακίνητο που αναφέρουν στην αγωγή τους ως ανήκον στην πραγματική κληρονομιά του πατέρα τους).
Παρά ταύτα και ενώ είχαν ασκήσει την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας λοιπόν ότι το όλο ακίνητο, δυνάμει της κατά τους ίδιους και την αρχικώς ενάγουσα μητέρα τους θίγουσας τη νόμιμη μοίρα τους δωρεάς και άκυρης μόνο κατά το μέρος αυτό (συνολικά κατά ποσοστό 24,60% -8,20% χ 3 ενάγοντες), ανήκε στην κυριότητα και νομή του αδελφού τους και μετά το θάνατο του, των εναγομένων (κληρονόμων του τελευταίου), το Νοέμβριο του 1988, μετέφεραν αυθαιρέτως και κατά τη διάρκεια της δικαστικής εκκρεμότητας, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία σχετική συμφωνία με την ανωτέρω νύφη τους Θ., με τις οποία οι σχέσεις τους, μετά του θάνατο του αδελφού τους και συζύγου της ήταν κάκιστες, έχοντας μάλιστα εκδιώξει, με τη συνδρομή της ζώσας τότε μητέρας τους, την ίδια και την τότε ανήλικη κόρη της Α. (εφεσίβλητη) από την οικία όπου κατοικούσε πριν το θάνατο του συζύγου της, οικοδομικά υλικά, έκτισαν εσωτερικούς τοίχους επί του ημιτελούς κτίσματος και έτσι διαμόρφωσαν, προς τη δυτική πλευρά του αρχικού ημιτελούς κτίσματος, ένα κατάστημα, εμβαδού 47,60 τμ περίπου καθώς και μία αποθήκη, 90 τμ περίπου, επί του ακινήτου, τα οποία και κατέλαβαν και χρησιμοποιούσαν.
Με τον τρόπο αυτό, όπως κρίθηκε με την 349/1989 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων (δικάζοντος ως Εφετείου), εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί της σχετικής από 8-1-1989 και με αριθμό κατάθεσης 4/1989, αιτήσεως που υπέβαλαν οι νυν εφεσίβλητες - εναγόμενες, απέβαλαν αυτές από τη σύννομη του επίδικου ακινήτου (τα ίδια κατ' ουσίαν πραγματικά περιστατικά δέχθηκε και η πρωτοδίκως εκδοθείσα σχετικώς με αριθμό 4/1989 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, σφάλλοντας, κατά την ανωτέρω δευτεροβάθμια απόφαση, επειδή θεώρησε την ενέργεια των τότε καθ' ων ως διατάραξη της νομής των τότε αιτουσών και όχι ως αποβολή τους εξ αυτής), με την απόφαση δε διατάχθηκε η απόδοση της νομής του επιδίκου ακινήτου στις τότε αιτούσες και η αποβολή από αυτό των τότε καθ' ων.
Την απόφαση αυτή η Θ. Τ., ενεργώντας το μεν για τον εαυτό της, το δε για την τότε ανήλικη κόρη της Α., εκτέλεσε την 24 Οκτωβρίου 1989 δυνάμει της ίδιας ημερομηνίας έκθεσης αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων Γ. Β., στην οποία ρητά αναφέρεται ότι οι τότε καθ' ων και νυν εκκαλούντες, αφαίρεσαν τα εντός του ανωτέρω δυτικού καταστήματος που, παρά την ύπαρξη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων και την επ' αυτής αντιδικία, είχαν ολοκληρώσει και χρησιμοποιούσαν (όπως και μέχρι σήμερα πράττουν) σαν γραφείο ενοικιάσεως μοτοσικλετών με τον τίτλο APOLLONIA RENT A CAR και σαν χώρο αποθήκευσης αυτών, κινητά αντικείμενα που αναφέρονται στην έκθεση.
Παρά δε την αποβολή τους και την ύπαρξη της δικαστικής απόφασης, οι νυν εκκαλούντες, όπως οι ίδιοι ομολογούν, από το Φεβρουάριο του 1990, χρησιμοποιούν συνεχώς το αυτό δυτικό κατάστημα και την αποθήκη, αν και δικαστικώς απαγορεύθηκε κάθε μελλοντική προσβολή της νομής των αντιδίκων τους, 2) Την παραβίαση της ανωτέρω 162/1989 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, που είχε κάνει δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και είχε υποχρεώσει τους τότε καθ' ων να μην προβούν στο μέλλον σε καμία ενέργεια επί του επιδίκου που να συνιστά παράνομη προσβολή της νομής των τότε αιτουσών, κατά το χρόνο της 28-3- 1989 είχε καταγγείλει η ανωτέρω εφεσίβλητη, Θ.
χήρα Σ. Τ., και ο τότε κατηγορούμενος και νυν εκκαλών Ι. Τ., κατά τη δικάσιμο της 4-4-1989, κρίθηκε ένοχος από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, ότι κατά τον παραπάνω χρόνο εμπόδισε τους ενοικιαστές Σ. Μ. και Ι. Τ. (σημειώνεται ότι οι ανωτέρω, όπως προκύπτει από την 119/1282/88/13-4-1989 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας - εκδόθηκε επί αιτήσεως της ανωτέρω να της παρασχεθεί η άδεια, ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της, να προβεί σε εκμίσθωση χώρου του ημιτελούς κτίσματος του ακινήτου- είχαν συμφωνήσει, μαζί με τον Χ.
Β., με την Θ. την εκμίσθωση ενός τμήματος του ημιτελούς, όπως αναφέρεται στην απόφαση, τμήματος του επίμαχου κτίσματος, το οποίο οι μισθωτές θα αποπεράτωναν) να κάνουν χρήση του χώρου, αρνούμενος να απομακρύνει διάφορα εντός αυτού τοποθετηθέντα πράγματα (βλ. για την κατηγορία και την καταδίκη το με αριθμό κλήσης 30921989 κατηγορητήριο, που προσκομίζεται με επίκληση από τις εφεσίβλητες, επί του οποίου αναγράφεται η καταδικαστική απόφαση), με αποτέλεσμα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Γ.
Π., να ματαιωθεί εκείνη η μίσθωση, 3) οι νυν εκκαλούντες, όπως προκύπτει από την επίσης προσκομιζόμενη με επίκληση από τις εφεσίβλητες, με αριθμό 2061/1993 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, που εκδόθηκε την 3-9-1993, είχαν μηνύσει την ανωτέρω αντίδικο τους - νύφη τους, ότι η τελευταία ψευδώς τους είχε καταμηνύσει, την 14-4-1989, ότι την ημέρα εκείνη συνέχιζαν να χρησιμοποιούν το δυτικό κατάστημα για την ανωτέρω χρήση, παραβιάζοντας έτσι την ανωτέρω δικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου.
Ο εκ των εκκαλούντων Ι. Τ. μάλιστα παρέστη στη δίκη αυτή ως πολιτικώς ενάγων, ζητώντας την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 1.000 ευρώ, διορίζοντας και πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ ως μάρτυρας κατέθεσε και ο έτερος των εκκαλούντων Ν. Τ.. Και οι δύο καταθέτοντας δεν αναφέρουν τίποτα απολύτως για τον επελθόντα, κατά τους ίδιους, το Νοέμβριο του 1989 εξώδικο συμβιβασμό και για τη δαπάνη μάλιστα του υψηλότατου χρηματικού ποσού των 23.884.871 δρχ., το οποίο, πάντα κατά τους ισχυρισμούς τους, κατέβαλαν για την αποπεράτωση του ανατολικού καταστήματος, που "με το κλειδί στο χέρι", όπως διατείνονται, παρέδωσαν στην αντίδικο τους, και το κυριότερο, ο πρώτος εξ αυτών, πολιτικώς ενάγων, ομιλεί στην κατάθεσή του περί "ημιτελούς κτίσματος" που δεν ξέρουν ακόμη σε ποιόν ανήκει (καταθέτει επί λέξει "Με την κατηγορούμενη έχουμε ένα κοινό κτίσμα ημιτελές". "Το ημιτελές κτίσμα δεν ξέρουμε ακόμη ποιανού είναι").
Με άλλα λόγια, κατά τον πολύ μεταγενέστερο του φερόμενου συμβιβασμού χρόνο της 3-9-1993, ο ίδιος ομιλεί για ημιτελές κτίσμα, ενώ είναι βέβαιο ότι δεν ομιλεί για το δυτικό κατάστημα και την αποθήκη, αφού αυτά έχουν ολοκληρωθεί και χρησιμοποιούνται από τον ίδιο και τον αδελφό του ήδη από το Φεβρουάριο του 1990 (σημειώνεται ότι η ανωτέρω εφεσίβλητη και κατηγορούμενη στην ποινική δίκη κρίθηκε αθώα της κατηγορίας), 4) ο αναφερόμενος εργολάβος Χ.
Γ., εξεταζόμενος ενόρκως, την 3-11-2005, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, κατά την εκδίκαση της με αριθμό κατάθεσης 285/2004 αγωγής των νυν εφεσιβλήτων, με αίτημα την αναγνώριση της κυριότητάς τους επί του όλου ακινήτου και την απόδοση του καταληφθέντος τμήματος, του δυτικού δηλαδή καταστήματος και της αποθήκης καθώς και την καταβολή αποζημίωσης χρήσης για την αυθαίρετη χρήση αυτών, για το διάστημα από τον Απρίλιο του 1990 έως την άσκηση της αγωγής (σημειώνεται ότι με την 66/2006 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η αγωγή ως προς το αίτημα περί αναγνώρισης της κυριότητας και απόδοσης των ανωτέρω χώρων, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω μη εμπρόθεσμης εγγραφής στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων και ως προς το τρίτο αίτημά της αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης σήμερα αγωγής, ενώ η εφεσίβλητη Α.
Σ. Τ. άσκησε εκ νέου την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων με αριθμό κατάθεσης 65/1-2-2007 αναγνωριστική της κυριότητάς της επί του επίδικου ακινήτου και διεκδικητική των ανωτέρω χώρων του δυτικού καταστήματος και της αποθήκης, αγωγή της, για την οποία, συζητηθείσα την 27-9-2007, εκδόθηκε η μη οριστική με αριθμό 57/2008 απόφαση του ανωτέρω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης σήμερα αγωγής), παντελώς αόριστα και με τη συνεχή χρήση των λέξεων "δεν θυμάμαι" και "νομίζω", καταθέτει ότι κατασκεύασε δύο ή τρία μαγαζιά, το 1988 ή το 1989, ότι χώρισε τον υπάρχοντα σκελετό, χωρίς να θυμάται αν τα μαγαζιά είναι δύο ή τρία (έχοντος του θέματος αυτού καίρια εν προκειμένω σημασία, αφού οι εκκαλούντες, πλην του δυτικού καταστήματος κατασκεύασαν και χρησιμοποιούν την ανωτέρω αποθήκη, που κατά την πρόσοψή της βρίσκεται μεταξύ αυτού και του έτερου, ανατολικού, καταστήματος, φερόμενου ως αποπερατωθέντος από τους εκκαλούντες), ότι δεν θυμάται πόσα χρήματα έλαβε και γιατί (σημειώνεται ότι για το επικαλούμενο ως καταβληθέν ποσό των 23.884.871 δρχ.
κανένα απολύτως παραστατικό στοιχείο (τιμολόγια, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών) δεν προσκομίζεται), ότι δεν είδε τη Θ. Τ. ουδέποτε στο επίδικο ακίνητο, κατά τη διάρκεια των εργασιών, παραδεχόμενος ότι την εντολή για την εκτέλεση των εργασιών έλαβε από τους ενάγοντες, με αποτέλεσμα η κατάθεσή του (εκτιμώμενη ως δικαστικό τεκμήριο στην παρούσα δίκη) να κρίνεται απολύτως μη πειστική για το καίριας σημασίας ζήτημα, που αποτελεί και τη βάση του περί εξωδίκου συμβιβασμού ισχυρισμού, ότι οι εκκαλούντες, σε συμφωνία με την ανωτέρω αντίδικο τους, αποπεράτωσαν το ανατολικό κατάστημα, το οποίο, μέχρι το Φεβρουάριο του 1990, της είχαν παραδώσει έτοιμο προς χρήση, "με το κλειδί στο χέρι" και 5) το επίμαχο ανατολικό κατάστημα, εκμισθώθηκε τελικά, μετά την ενηλικίωση της εφεσίβλητης Α.
Σ. Τ., δυνάμει του από 15-3-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης (δηλαδή μετά την πάροδο 9 και πλέον ετών από τη φερόμενη "παράδοσή" του στη μητέρα της) στην εταιρεία "Π. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", η οποία, όπως ρητώς κατέθεσε ο ίδιος ανωτέρω μάρτυρας Γ. Π., αποπεράτωσε με δαπάνες της το κατάστημα, συμψηφιζομένων αυτών με τα αντίστοιχα μισθώματα.
Εξάλλου, δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής ότι στην ανωτέρω 22/2007 εισηγητική έκθεση, που σχηματίσθηκε κατόπιν της χορηγηθείσας νέας προθεσμίας αποδείξεων με την προαναφερόμενη 66/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, όταν ήδη οι νυν εκκαλούντες, με τις από 2-11-2005 προτάσεις τους είχαν θέσει τον ανωτέρω περί εξωδίκου συμβιβασμού ισχυρισμό τους (ασχέτως του αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως κρίθηκε με την 292/2010 απόφαση του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εσφαλμένα δεν έταξε θέμα απόδειξης γι' αυτόν), ο εξετασθείς με επιμέλειά τους μάρτυρας Κ.
Γ., του οποίου η κατάθεση ξεκινά την 15 Οκτωβρίου 2007, δεν κάνει απολύτως καμία μνεία για αποπεράτωση του ανατολικού καταστήματος από τους εκκαλούντες, ήδη από το Φεβρουάριο του 1990, όπως οι ίδιοι διατείνονται, και ούτε καν ερωτάται σχετικώς από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων. Υπό τα παραπάνω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, καταδεικνύεται με πλήρη σαφήνεια, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ουδέποτε έλαβε χώρα, το Νοέμβριο του 1989, μεταξύ των εκκαλούντων και της εφεσίβλητης νύφης τους, ενεργούσας και για λογαριασμό της τότε ανήλικης δεύτερης εφεσίβλητης, εξώδικος συμβιβασμός, με το περιεχόμενο που οι πρώτοι επικαλούνται, αφού ουδέποτε αποπεράτωσαν με δαπάνες τους το ανατολικό κατάστημα, που παρέμεινε ημιτελές μέχρι τη μίσθωσή του από την ανωτέρω μισθώτρια εταιρεία μόλις το Μάρτιο του 1998, η οποία και το αποπεράτωσε, και ουδέποτε οι εφεσίβλητες, όπως η δεύτερη εκπροσωπούνταν, συμφώνησαν να τους μεταβιβάσουν το 50% εξ αδιαιρέτου του επίδικου οικοπέδου, με δικαίωμα αποκλειστικής νομής και χρήσης στο διηνεκές του δυτικού καταστήματος και της αποθήκης.
Αν είχε λάβει χώρα συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων, θα ήταν απόλυτα εύλογο και λογικά αναμενόμενο, εφόσον αυτοί βρίσκονταν σε σφοδρότατη αντιδικία και είχαν νομικούς παραστάτες, να απαιτηθεί από τους εκκαλούντες, όταν μάλιστα, πάντα κατά τα λεγόμενά τους, "δαπάνησαν" για την επίμαχη αποπεράτωση το παραπάνω σημαντικότατο χρηματικό ποσό, η σύνταξη έστω και απλού ιδιωτικού εγγράφου, όπου να καταγράφεται έστω η φερόμενη παράδοση του ανατολικού καταστήματος το Φεβρουάριου του 1990, ενώ επίσης αντιβαίνει στους κανόνες της λογικής να μην επιδιώξουν από το χρόνο αυτό μέχρι την επαναφορά προς συζήτηση της ένδικης υπόθεσης, με την ήδη αναφερθείσα 66/24-2-2004 αίτηση των εναγομένων - εφεσιβλήτων (που οδήγησε, όπως ήδη λέχθηκε, στην έκδοση της ήδη αναφερθείσας 69/2006 προδικαστικής απόφασης), να λάβουν στην κατοχή τους τέτοιο έγγραφο ή να οχλήσουν τις αντίδικές τους για να περιβληθεί ο φερόμενος συμβιβασμός τον αναγκαίο για την εγκυρότητά του τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Υπό την εκδοχή δηλαδή που επιχειρούν να παρουσιάσουν οι εκκαλούντες, θα έπρεπε να γίνει δεκτό το αντιβαίνον στην κοινή λογική γεγονός ότι οι ίδιοι, παρά τις χρόνιες τεταμένες σχέσεις τους με τη νύφη τους, ήδη από το θάνατο του αδελφού τους, και ενώ κατασκεύασαν αυθαίρετα και κατέλαβαν το μεγαλύτερο τμήμα του αρχικά ημιτελούς κτίσματος, διαμορφώνοντας εν τέλει σ' αυτό το δυτικό κατάστημα και την αποθήκη, συνολικής έκτασης 137,60 τμ (47,60 τμ το κατάστημα και 90 τμ η αποθήκη), καταλαμβάνοντας έτσι επιφάνεια πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αντιστοιχεί ακόμη και στο αιτούμενο με την ένδικη αγωγή ποσοστό και για τους τρεις αρχικώς ενάγοντες (24,60% συνολικά επί του ακινήτου και επομένους και επί του ημιτελούς, που αντιστοιχεί σε 44,28 τετραγωνικά μέτρα επί του κτίσματος), τα οποία και χρησιμοποιούν μέχρι και σήμερα για την επιχείρηση ενοικίασης μοτοσικλετών, ενέργεια που καταδεικνύει ότι δεν ανέμεναν την επί της αγωγής τους δικανική κρίση αλλά ενήργησαν αυθαιρέτως, προέβησαν σε μία υψηλότατη χρηματική δαπάνη, χωρίς καμία απολύτως έγγραφη, ούτε καν διά απλού ιδιωτικού εγγράφου, διασφάλισή τους και ενώ εκκρεμούσε η ένδικη αγωγή, χωρίς επί σειρά ετών και δη μέχρι το Φεβρουάριο του 2004, που επαναφέρθηκε αυτή προς συζήτηση, να φροντίσουν να λάβουν ένα οποιοδήποτε έγγραφο ή να οχλήσουν έστω τις αντίδικες τους για την κατάρτιση σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου.
Εξάλλου, και μόνο το γεγονός ότι ο ανατολικός χώρος του ημιτελούς κτίσματος, αν και κατά τους εκκαλούντες παραδόθηκε στις αντιδίκους τους ως αποπερατωμένο κατάστημα, "έτοιμο προς χρήση και εκμετάλλευση", το Φεβρουάριο του 1990, παρέμεινε χωρίς καμία εκμετάλλευση μέχρι τη μίσθωσή του, το Μάρτιο του 1998 στην ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία "Π.
Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", όταν η περιοχή του ... είναι άκρως τουριστική και ένα κατάστημα στην κεντρική πλατεία του χωριού θα προσέλκυε άμεσα το ενδιαφέρον μισθωτών, καταδεικνύει την αβασιμότητα του εξεταζόμενου ισχυρισμού των εκκαλούντων ... . Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η οικογένεια του αρχικού δικαιοπαρόχου όλων των διαδίκων, Ε.
Τ. - δωρητή, διατελούσε, κατά τη δεκαετία του 1970, υπό δεινές οικονομικές συνθήκες, για την αντιμετώπιση των οποίων ο Σ. Τ., ως ο πρώτος γιος της οικογένειας, γεννημένος στις 4-5-1948, βοηθούσε οικονομικά, αφού ναυτολογήθηκε από νεαρή ηλικία σε ποντοπόρα πλοία. Από τα έσοδα δε που απεκόμιζε κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησης του, έστελνε στην πατρική του οικογένεια του χρήματα που ήταν αναγκαία για τη συντήρηση της, ενώ με δικά του χρήματα αποπερατώθηκε ο πρώτος όροφος πάνω από το μαγαζί-παντοπωλείο που διατηρούσε ο δωρητής, όπου έμενε ο δωρεοδόχος μετά το γάμο του με τη σύζυγο του - εφεσίβλητη Θ., από την οποία και εκδιώχθηκε η τελευταία, ομού με την ανήλικη τότε Α., χωρίς να λάβει καν οποιοδήποτε τμήμα της οικοσυσκευής, μετά το θάνατο του συζύγου και πατέρα, που έλαβε χώρα ενώ συνέχιζε να είναι ναυτολογημένος και να εργάζεται σε πλοία (απεβίωσε εντός πλοίου, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους), ενώ στο δεύτερο όροφο διέμενε ο εκκαλών Ι.
Τ., μετά δε την εκδίωξη των εφεσιβλήτων, στην ίδια οικία εγκαταστάθηκε και διαμένει έκτοτε ο έτερος των εκκαλούντων Ν. Τ.. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, ενόψει της πολύτιμης, λόγω των πενιχρών εισοδημάτων του δωρητή, που απασχολούνταν με το ως άνω παντοπωλείο, βοήθειας και οικονομικής συνδρομής που ο Σ. Τ. παρείχε στην πατρική του οικογένεια, καθιστάμενος αρωγός αυτών στη δύσκολη οικονομική της κατάσταση, που με τη δική του συνδρομή αντιμετωπίστηκε, συμβάλλοντας επιπρόσθετα και στην επαύξηση της οικογενειακής περιουσίας (ανέγερση με δικά του χρήματα του ως άνω διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, το οποίο τελικά καρπούται ο εκκαλών Ν.
Τ.), ο πατέρας του, Ε. Τ., αποφάσισε να προβεί, την 1-12-1975, στην επίμαχη δωρεά προς αυτόν, ως έκφραση ανταμοιβής για τα όσα ο ίδιος είχε προσφέρει, με βάση τις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης. Ήδη από το έτος 1970, όπως προκύπτει από το .../2-12-2002 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Χανίων Βασιλικής Κωνσταντίνου Ορφανουδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο δωρητής είχε παραχωρήσει στους άλλους του δύο γιους (νυν εκκαλούντες), με άτυπη δωρεά, ένα άλλο ακίνητο - κατάστημα, εμβαδού 7,35 τμ, επί οικοπέδου εκτάσεως 168,95 τμ, που αποτελούσε το δυτικό κατάστημα μίας παλιάς διώροφης οικοδομής, αποτελούμενη από ισόγειο με δύο καταστήματα και από ανώγεια οικία, το οποίο μεταβίβασαν με το ανωτέρω συμβόλαιο στην σ' αυτό αναφερόμενη αγοράστρια εταιρεία, ενώ οι ίδιοι κατέχουν, τουλάχιστον από το θάνατο του δωρητή το 1979, και το κατάστημα των 15 τμ, που όπως ομολογούν στην αγωγή τους, αποτελούσε στοιχείο της κληρονομιαίας περιουσίας.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, η επίμαχη δωρεά έλαβε χώρα από το δωρητή προς το δωρεοδόχο από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όπως εξάλλου ο δωρητής ανέγραψε και στο επίμαχο συμβόλαιο, κατά ουσιαστική παραδοχή της οικείας, καταλυτικής της αγωγής, ένστασης των εναγομένων εφεσιβλήτων, οπότε, κατά τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στην ίδια ως άνω, εκτιθέμενη στη θέση "3" της παρούσας, νομική σκέψη, δεν υπόκειται σε μέμψη άστοργου δωρεάς, με βάση το νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν τη θέσπιση του Ν 1329/1983, και η υπό κρίση αγωγή παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμη".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από 19-8-2006 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 201/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή περί μέμψης ως άστοργης της συγκεκριμένης δωρεάς, κατά παραδοχή της ένστασης των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την οποία η δωρεά αυτή είχε γίνει από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων δέχθηκε ότι η αγωγή μέμψης άστοργης δωρεάς αποκλείεται σε περίπτωση που η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Όμως σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε το νόμο και επομένως ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια όπως παραπάνω διάταξη αιτίαση, δεδομένου ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων δέχθηκε ότι η επίμαχη δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Το Εφετείο, όμως, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω, ορθώς έκρινε ότι η δωρεά αυτή έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Την κρίση αυτή του Εφετείου, ότι δηλαδή η επίμαχη δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) μετά τη μεταβίβαση κατά κυριότητα από τον Ε. Τ., δικαιοπάροχο των διαδίκων, στον υιό του Σ. Τ., δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, ενός αγρού, έκτασης 400 τ.μ., ευρισκομένου εντός της κτηματικής περιφέρειας του χωριού ...
του νομού Χανίων, ο τελευταίος με τα χρήματα της εργασίας του ως ναυτικού σε ποντοπόρα πλοία ... κατασκεύασε ένα ισόγειο κτίσμα, επιφάνειας 180 περίπου τμ, κατασκευάζοντας μόνο το σκελετό του (με κολόνες και πλάκα), το οποίο και κατά το χρόνο θανάτου του παρέμεινε ημιτελές, σ' αυτή την κατάσταση, β) η οικογένεια του αρχικού δικαιοπαρόχου όλων των διαδίκων, Ε.
Τ. - δωρητή, διατελούσε, κατά τη δεκαετία του 1970, υπό δεινές οικονομικές συνθήκες, για την αντιμετώπιση των οποίων ο Σ. Τ., ως ο πρώτος γιος της οικογένειας, γεννημένος στις 4- 5-1948, βοηθούσε οικονομικά, αφού ναυτολογήθηκε από νεαρή ηλικία σε ποντοπόρα πλοία, γ) από τα έσοδα που απεκόμιζε ο τελευταίος κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησης του, έστελνε στην πατρική του οικογένεια του χρήματα που ήταν αναγκαία για τη συντήρηση της, ενώ με δικά του χρήματα αποπερατώθηκε ο πρώτος όροφος πάνω από το μαγαζί - παντοπωλείο που διατηρούσε ο δωρητής, όπου έμενε ο δωρεοδόχος μετά το γάμο του με τη σύζυγο του και πρώτη των αναιρεσιβλήτων Θ.
και δ) ενόψει της πολύτιμης, λόγω των πενιχρών εισοδημάτων του προαναφερόμενου δωρητή, βοήθειας και οικονομικής συνδρομής που ο Σ. Τ. παρείχε στην πατρική του οικογένεια, καθιστάμενος αρωγός αυτών στη δύσκολη οικονομική της κατάσταση, που με τη δική του συνδρομή αντιμετωπίστηκε, συμβάλλοντας επιπρόσθετα και στην επαύξηση της οικογενειακής περιουσίας (ανέγερση με δικά του χρήματα του ως άνω διαμερίσματος του πρώτου ορόφου), ο πατέρας του, Ε.
Τ., αποφάσισε να προβεί, την 1-12-1975, στην επίμαχη δωρεά προς αυτόν, ως έκφραση ανταμοιβής για τα όσα ο ίδιος είχε προσφέρει, με βάση τις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης. Ενόψει αυτών ο συγκεκριμένος λόγος είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν στοιχειοθετείται, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη διευκρινιστικά της αγωγής ή της ένστασης περιστατικά, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 1530/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι με χρήματα του δωρεοδόχου Σ. Τ., τα οποία εκείνος αποκόμιζε από την εργασία του σε ποντοπόρα πλοία, αποπερατώθηκε ο πρώτος όροφος πάνω από το κατάστημα - παντοπωλείο που διατηρούσε ο δωρητής Ε. Τ., δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από τις αναιρεσίβλητες και μη περιληφθέντα στον προβληθέντα ισχυρισμό τους ότι η επίμαχη δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, δοθέντος ότι τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο περιστατικά είναι διευκρινιστικά του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων, προέκυψαν δε από τις αποδείξεις. Κατά το άρθρο 559 αρ.10 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από τον Ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά".
Η τελευταία αυτή περίπτωση αναιρετικού λόγου, όταν δηλαδή το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για ουσιώδη πράγματα που έλαβε υπόψη, καταργήθηκε, ως άνευ αντικειμένου πλέον, με τον ν. 2915/2001 (άρθρο 17 § 2), με τον οποίο (άρθρ. 14 § 1) καταργήθηκε μεταξύ των άλλων και το άρθρο 341 του ΚΠολΔ, το οποίο καθιέρωνε υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις με προδικαστική (παρεμπίπτουσα) απόφασή του.
Η υποχρέωση όμως αυτή του δικαστηρίου να διατάξει απόδειξη ισχύει, σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου ν. 2915/2001, και για τις εκκρεμείς κατά την 1-1-2002 (όπως ορίστηκε με το άρθρο 15 του ν. 2943/2001) υποθέσεις, των οποίων η (πρώτη) συζήτηση είχε προσδιοριστεί να γίνει πριν από την ημερομηνία αυτή (1-1-2002) και για τις οποίες επομένως εξακολουθεί να ισχύει ο ανωτέρω καταργηθείς αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1826/2012).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση, 10 ΚΠολΔ αιτίαση, καθόσον το Εφετείο όφειλε, ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει την ένστασή τους περί κατάργησης της δίκης λόγω συμβιβασμού, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή του σχετικού τους αιτήματος και να διατάξει αποδείξεις.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο με την υπ' αριθμ. 292/2010 παρεμπίπτουσα απόφασή του διέταξε επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες και τότε εκκαλούντες να αποδείξουν την ιστορική βάση της ένστασής τους, μετά δε τη διεξαγωγή των σχετικών αποδείξεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει οι τελευταίοι να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28 Αυγούστου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ