Legislator Case Law & Legislation
1732/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding a lower court's decision on litigation costs allocation.

Case Number 1732/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation, ruling that the appeal was inadmissible because it challenged a final judgment of the Single Member Court of Thessaloniki. The appellant argued the lower court failed to properly allocate litigation costs, but the Court found the appellate court had sufficient reasoning and considered the cost schedule. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the other parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2 and 178 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a final judgment on litigation costs allocation is inadmissible if the lower court provided sufficient reasoning and considered the cost schedule.

Keywords

AI generated
litigation costs allocation inadmissible appeal final judgment Single Member Court cost schedule cassation procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 190 of the Code of Civil Procedure
Articles 100, 107 and 110 § 1 of the Lawyers Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1732 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1732/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ευστρατιάδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Κ. του Π. κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2.Του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκης, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Στράνη και κατέθεσε προτάσεις και 3. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" νόμιμα εκπροσωπούμενου ως ειδικού διαδόχου, της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιου Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από18-5-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:23140/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2331/2002 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2005 αίτησή της. Επί της οποίας εκδόθηκε η 1554/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 20-6-2011 κλήση της.

Εκδόθηκε η 485/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2012 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 23-1-2009 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή του δεύτερου και τρίτου λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι των 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Ο Κ.Πολ.Δ. ορίζει στο άρθρο 576 § 2 ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση, ενώ στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, στην § 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ 74 τ. Α'/20.3.2013) και καταλαμβάνει και την προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου συζήτησής της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρ. 98 § 1 και 104 του ως άνω νόμου) ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρθρου 568 του Κ.Πολ.Δ. για να είναι νόμιμη η από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα κλήτευση του αναιρεσίβλητου για την ορισθείσα από τον πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου δικάσιμο, είναι αναγκαία η προς τον αναιρεσίβλητο επίδοση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, και αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε.

Η κατά τα άνω δε επίδοση και αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης επιβάλλεται και από την διάταξη του άρθρου 111 § 2 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., με την οποία θεσπίζεται το θεμελιώδες δικονομικό αξίωμα της τήρησης προδικασίας και από την οποία προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις που καθορίζονται στο νόμο, η συζήτηση οποιασδήποτε αίτησης από το δικαστήριο αν δεν έχει επιδοθεί το οικείο έγγραφο στον αντίδικο του αιτούντος, εκτός αν εκείνος παρίσταται και δεν αντιλέγει.

Από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση κατά την οποία έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης στρεφομένη κατά περισσοτέρων του ενός αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας, εάν κατά τη συζήτηση αυτής, την οποία επισπεύδει ο αναιρεσείων, δεν εμφανιστεί κάποιος εκ των περισσοτέρων ομοδίκων αντιδίκων του ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του, ενώ στην αντίθετη περίπτωση (αποφατική) η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αλλά η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί.- Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 21.6.2012 κλήση της αναιρεσείουσας Ε.

Π. φέρεται προς συζήτηση η από 23.6.2005 και με αριθμό κατάθεσης 236/2005 αίτηση αυτής κατά των αναιρεσιβλήτων, για αναίρεση των υπ' αριθμ. 2331/2002 και 23140/2001 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρ. 681 Α Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Χ. Κ., η δε κατά τα άνω επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείουσα, προκειμένου να αποδείξει την κλήτευση του ως άνω απολιπόμενου αναιρεσίβλητου, προσκομίζει την υπ' αριθμ. .../13.10.2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …από την οποία προκύπτει ότι επιδόθηκε σ' αυτόν μόνο αντίγραφο της ως άνω κλήσης για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 22.2.2013 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Δεν προσκομίζει όμως, ούτε επικαλείται, αποδεικτικό επίδοσης σ' αυτόν και της αίτησης αναίρεσης, με συνέπεια η κλήτευση του απόντος πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος τελεί σε σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς εξ αυτών, να μην είναι νόμιμη. Σύμφωνα λοιπόν με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους εκ των αναιρεσιβλήτων, ενώ ως προς τον απολιπόμενο ως άνω πρώτο τούτων, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης.

Συνεπώς, η ένδικη υπόθεση ερευνάται μόνον ως προς τους ως άνω νομίμως παριστάμενους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, ήτοι Δήμο Θεσσαλονίκης και Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" (του λοιπού Επικουρικό Κεφάλαιο), το οποίο, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της αρχικώς αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Αργοναυτική Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων", υπεισήλθε αυτοδικαίως στην δικονομική θέση αυτής (άρθρ. 25 § 4 Ν. 489/1976).-

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 566 § 2 του Κ.Πολ.Δικ. αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 2 Κ.Πολ.Δικ., που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναίρεσης, ως απαράδεκτης, για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1760/2007, ΑΠ 361/2004).

Εξάλλου αν η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αναίρεση στρέφεται μόνο κατά της πρωτόδικης απόφασης, ενώ αν η έφεση έγινε τυπικά δεκτή σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, περαιτέρω, αν μεν η έφεση ευδοκίμησε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να ισχύει, αν δε η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου (ΑΠ 1087/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται η με αριθμό 23140/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό και η με αριθμό 2331/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό μετά από έφεση της αναιρεσείουσας κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης.

Με την ως άνω απόφαση του Εφετείου έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η έφεση της αναιρεσείουσας ως προς την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, εξαφανίστηκε αυτή, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας που πρωτοδίκως είχε απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν. Επομένως και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθόσον στρέφεται κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 23140/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πρέπει, κατ' έλεγχο αυτεπαγγέλτως γενόμενο (άρθρ. 577 § § 1, 2 Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως διότι όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση και σε κάθε περίπτωση διότι μετά την εξαφάνισή της (πρωτόδικης) έπαυσε αυτή να ισχύει και σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Eφετείου.-

ΙΙΙ.- Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105, 106 Εισ.Ν.Α.Κ. και του άρθρου 1 § 2 περίπτ. η' του Ν. 1406/1983, η αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, η οποία υπάγεται ήδη, μετά το νόμο 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνει όχι μόνο την ευθύνη που δημιουργείται από εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, αλλά και από υλικές ενέργειες των οργάνων τούτων που τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου ή των ΟΤΑ, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων Επομένως και οι αξιώσεις αποζημίωσης που δημιουργούνται κατά του Δημοσίου ή των ΟΤΑ, από αυτοκινητικό ατύχημα που διαπράττουν τα όργανά τους κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους, υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια (ΑΕΔ 5/1995).- Στην προκειμένη περίπτωση από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.

επισκόπιση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 18.5.2000 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 19708/2000 αγωγή της, στρεφομένη κατά των ήδη τριών αναιρεσιβλήτων, με την οποία ιστορούσε ότι στις 27.5.1998 και περί ώρα 15.50, ο πρώτος εναγόμενος Χ.

Κ., όργανο του δεύτερου εναγόμενου Δήμου Θεσσαλονίκης και οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... απορριματοφόρου αυτοκινήτου, κυριότητας του ως άνω Δήμου, που ήταν κατ' εκείνο τον χρόνο ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, εξ αμελείας του περί την οδήγηση του άνω αυτοκινήτου, που οδηγούσε, προξένησε στην ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα, υπαιτίως και παρανόμως ζημία, συνισταμένη στο ότι επέφερε τον τραυματισμό της και προκάλεσε φθορές στο δίκυκλο ποδήλατο, το οποίο αυτή οδηγούσε τότε.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε η ενάγουσα όπως υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, έκαστος εις ολόκληρον, να της καταβάλουν ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη και ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κυρίως μεν το συνολικό ποσό των 42.570.100 δραχμών, επικουρικά δε το συνολικό ποσό των 39.683.416 δραχμών, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 23140/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία και απορρίφθηκε λόγω ερημοδικίας της ενάγουσας εκ της μη καταβολής του αναλογούντος στο καταψηφιστικό αίτημα αυτής τέλους δικαστικού ενσήμου. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα την από 24.12.2001 και με αριθμό κατάθεσης 5184/2001 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2331/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και λόγω της καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου και κατ' ουσία δεκτή, εξαφανίστηκε η πληττόμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε κατ' ουσία η υπόθεση και έγινε δεκτή η αγωγή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη μόνον όσον αφορά την τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία, ενώ καθόσον αφορά τους δεύτερο και τρίτο τούτων - νυν αναιρεσιβλήτων Χ.

Κ. και Δήμο Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, απορρίφθηκε ως προς τον πρώτο εξ αυτών ως παθητικά ανομιμοποίητη και ως προς τον δεύτερο τούτων ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, με την παραδοχή ότι η ένδικη διαφορά, ως έχουσα αντικείμενο την αξίωση προς αποκατάσταση ζημιών από τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε από μόνιμο υπάλληλο του Δήμου (Χ.

Κ.) κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ως οδηγού ανήκοντος στον Δήμο Θεσσαλονίκης απορριματοφόρου αυτοκινήτου, αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας (μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου Δήμου) υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως προς τον προαναφερόμενο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Δήμο Θεσσαλονίκης ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση αυτής, ουδόλως προέβη, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, σε παρά τον νόμο κήρυξη απαραδέκτου και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με το από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης (AΠ 1309/2002) είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008), όπως στην προκειμένη περίπτωση συνέβη, όσον αφορά τον δεύτερο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Δήμο Θεσσαλονίκης.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης στο άνω κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων (έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διευρεύνηση της υπόθεσης.- IV.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 1852/2007). Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2105/2009, ΑΠ 2068/2007).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα :

Στις 27.5.1998 και περί ώρα 15.50, ο Χ. Κ., υπάλληλος του Δήμου Θεσσαλονίκης, οδηγώντας το ανήκον στην κυριότητα του τελευταίου αυτού υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... απορριματοφόρο όχημα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν προς εκτέλεση υπηρεσίας και ειδικότερα για τον σκοπό αποκομιδής απορριμάτων, επί της οδού …με κατεύθυνση προς την …Η κίνησή του επί της οδού ήταν βραδεία, αφού έπρεπε να σταθμεύει κατά μικρά διαστήματα σε διάφορα σημεία του δρόμου, προκειμένου οι εργαζόμενοι να προβαίνουν στη διαδικασία της αποκομιδής, δηλαδή στη μεταφορά των κάδων, στην απόρριψη των απορριμάτων στο ως άνω όχημα και στην επανατοποθέτηση των κάδων στις προς τούτο θέσεις.

Περαιτέρω, και στα δύο άκρα της οδού αυτής ήσαν παρκαρισμένα ΙΧ επιβατικά αυτοκίνητα, γεγονός που καθιστούσε ακόμη βραδύτερη και προσεκτικότερη την κίνηση του ως άνω οδηγού του απορριματοφόρου. Εξάλλου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, οδηγώντας το δίκυκλο μοτοποδήλατό της, μάρκας "Ούλτιμα θιμάνο 21 V ντριέντο", κινούνταν με αυτό επί της ιδίας ως άνω οδού και πίσω από το απορριματοφόρο όχημα.

Όταν το απορριματοφόρο δημοτικό όχημα βρίσκονταν στο τέλος της οδού αυτής και η εξ αυτής αποκομιδή είχε περατωθεί, ο ως άνω οδηγός αυτού, προτιθέμενος να εισέλθει στην οδό …, η οποία ήταν δεξιότερα από τον άξονα της οδού όπου βρίσκονταν, ξεκίνησε να πράξει τούτο με ελιγμό προς τα δεξιά, χωρίς όμως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο για τους κινούμενους πίσω ή πλάι του ή γι' αυτούς που ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν.

Η ενάγουσα που ήταν πίσω από το απορριματοφόρο όχημα επιχείρησε να το προσπεράσει από δεξιά, μολονότι η κατ' αυτό τον τρόπο προσπέραση δεν επιτρέπεται και ούτε της δόθηκε ανάλογο σήμα και επιπλέον ο ευρισκόμενος στο πίσω δεξιό μέρος του απορριματοφόρου εργάτης την ειδοποίησε να μην προχωρήσει στην ενέργειά της αυτή.

Παρά ταύτα η ενάγουσα επιχείρησε να προσπεράσει το απορριματοφόρο από τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του και ενώ αυτό είχε ήδη αρχίσει την προς τα δεξιά στροφή του, πράγμα που είχε ως συνέπεια να την παρασύρει το εν λόγω αυτοκίνητο με την πίσω δεξιά ρόδα του και να την τραυματίσει στο αριστερό της γόνατο.

Με βάση δε τα ως άνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο εκείνο οδηγήθηκε στην κρίση ότι υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού της ενάγουσας ήταν ο οδηγός του απορριματοφόρου αυτοκινήτου, αλλά συνυπαίτια ήταν και αυτή η ίδια η ενάγουσα.

Τούτο δε διότι η τελευταία επιχείρησε ανεπιτρέπτως να προσπεράσει το απορριματοφόρο από τα δεξιά, κατά τον χρόνο που αυτό είχε ήδη αρχίσει την προς τα δεξιά κίνησή του και ενώ ο μεν εργάτης του Δήμου την είχε προειδοποιήσει να μην πράξει τούτο, ο δε οδηγός του απορριματοφόρου δεν την ειδοποίησε να προσπεράσει.

Στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο εκείνο έκανε δεκτή την νομοτύπως πρωτοδίκως προβληθείσα από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας, την οποία ομοίως νομοτύπως επανέφερε αυτή στην κατ' έφεση δίκη με τις από 1.4.2002 προτάσεις της και καθόρισε (Εφετείο) το ποσοστό συνυπαιτιότητας του μεν οδηγού του απορριματοφόρου αυτοκινήτου σε 30%, της δε ενάγουσας σε ποσοστό 70%.

Έτσι που έκρινε το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες αναφορικά με τα κρίσιμα ζητήματα των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος και της συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην επέλευση τούτου και του εξ αυτού τραυματισμού της, οι οποίες αιτιολογίες και καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των εφαρμοσθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα με το από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.

σχετικό σκέλος των δευτέρου και τρίτου λόγων της αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα δε από τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι το απορριματοφόρο αυτοκίνητο εκινείτο επί του άξονος της οδού …ότι και στις δύο πλευρές της οδού αυτής ήσαν σταθμευμένα (παρκαρισμένα) ΙΧΕ αυτοκίνητα και ότι η ενάγουσα εκινείτο πίσω από το εν λόγω αυτοκίνητο, το οποίο και επιχείρησε να προσπεράσει από τα δεξιά, συνάγεται με σαφήνεια η θέση του ως άνω οχήματος επί της οδού (άξονας - μέσον), ότι αυτό δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να κινηθεί στο άκρο δεξιό της οδού αυτής και ότι η ενάγουσα εκινείτο πίσω και δεξιά σε σχέση με το όχημα τούτο.

Περαιτέρω, α) η αναφορά στην πληττόμενη απόφαση ότι η ενάγουσα οδηγούσε μοτοποδήλατο και όχι ποδήλατο, όπως αναφέρει στην αγωγή της, οφειλόμενη αναμφιβόλως σε προφανή παραδρομή του δικαστηρίου, τούτου (παραδρομής) συναγομένου προεχόντως εκ του ότι στην εν λόγω απόφαση γίνεται ρητή μνεία της αναφερόμενης και στην αγωγή μάρκας του ποδηλάτου ("Ούλτιμα θιμάνο 21 V ντριέντο"), και όχι καμίας ή άλλης μάρκας του οχήματος που αυτή οδηγούσε, και β) η μη αναφορά σ' αυτήν (απόφαση) του αν ο οδηγός του απορριματοφόρου αυτοκινήτου είχε ειδοποιήσει ή όχι για την προς τα δεξιά στροφή του οχήματός του χρησιμοποιώντας προς τούτο τον αντίστοιχο δείκτη πορείας, υπό τις ως άνω δεκτές γενόμενες συνθήκες επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος δεν ασκούν καμία ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ιδίως ενόψει του ότι η ενάγουσα επιχείρησε να προσπεράσει το ογκώδες όχημα από τα δεξιά και αφού αυτό είχε αρχίσει την προς τα δεξιά κίνησή του και ενώ ο μεν εργάτης καθαριότητας την είχε ειδοποιήσει να μην πράξει τούτο, ο δε προπορευόμενος οδηγός του αυτοκινήτου δεν της είχε δώσει σήμα να το πράξει.

Όσον αφορά δε το ποσοστό της συνυπαιτιότητας εκάστου οδηγού στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, ο καθορισμός τούτου ανήκει στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας αναφορικά με τον επιμερισμό της ευθύνης εκάστου οδηγού στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, πλήττων στην πραγματικότητα υπό την πρόφαση αυτή το καθορισθέν από το δικαστήριο εκείνο ποσοστό της συνυπαιτιότητας των εν λόγω οδηγών, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.- V.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 591 § 1, 670, 671 § 1 και 681 Α' του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο και στην περίπτωση που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκινητικό ατύχημα και από τη σύμβαση ασφάλισης του αυτοκινήτου, για να σχηματίσει την δικανική πεποίθησή του ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ.

Έτσι λαμβάνονται υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα ανυπόγραφα, μη φέροντα βέβαιη χρονολογία ή ακόμη και αχρονολόγητα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, ανεπικύρωτα, αλληλοαναιρούμενα, εκδοθέντα και υπό αυτών των διαδίκων (όχι όμως για την συγκεκριμένη δίκη), εξαιρουμένων των πλαστών και μη γνησίων, ο δε αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ.

δεν έχει πεδίο εφαρμογής προκειμένου περί αποφάσεων που εκδόθηκαν κατά την ειδική αυτή διαδικασία (ΑΠ 1438/2009, ΑΠ 1431/2009). Σε κάθε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα, από το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, κρίνει ότι αποδεικνύονται ή δεν αποδεικνύονται ορισμένα πραγματικά γεγονότα από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνακόλουθα, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 12 Κ.Πολ.Δ. σκέλος τους, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου τους, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν προσέδωσε στα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα πλήρη αποδεικτική δύναμη, αλλά τα εκτίμησε ελευθέρως, ομού μετά των λοιπών αποδείξεων, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απαράδεκτοι και απορριπτέοι.- VI.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της απόφασης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 § 1, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή.

Γενικά ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης συντρέχει όταν έγινε σφάλμα διαγνωστικό, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.

Περαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια της εν λόγω διάταξης, έγγραφα, στα οποία αυτή αναφέρεται, είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ, όχι δε και άλλα, όπως τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, λ.χ. η αγωγή, η ανταγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων κλπ (ΑΠ 1007/2009, ΑΠ 980/2003).

Κατά συνέπεια, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης, κατά το από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. σκέλος τους, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση α) του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσείουσας, επί της οποίας έκρινε το Εφετείο και στην οποία ενώ σαφώς αναφέρεται ότι το όχημα που οδηγούσε κατά το ατύχημα ήταν ποδήλατο, στην απόφαση αναγράφεται ότι ήταν μοτοποδήλατο, β) της αγωγής και πάλιν και των μαρτυρικών καταθέσεων, ως προς τις συνθήκες, την πορεία των οχημάτων και τις θέσεις αυτών κατά την επέλευση του ατυχήματος, γ) των εγγράφων που προσκόμισε, από τα οποία ενώ αποδεικνύεται - κατά την αναιρεσείουσα - η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του απορριματοφόρου, εντούτοις κρίθηκε και αυτή συνυπαίτια και δη κατά ποσοστό 70% και δ) των ιατρικών βεβαιώσεων και γνωματεύσεων, αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της, το είδος και την έκταση των τραυμάτων της και τα αποτελέσματα αυτών, τα οποία κρίθηκαν ότι ήταν πολύ ελαφρύτερα των πράγματι προκληθέντων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και ειδικότερα α) οι υπό στοιχεία α' και γ' διότι η αγωγή και οι μαρτυρικές καταθέσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ και β) οι υπό στοιχεία γ' και δ' διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και στο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του.- VII.- Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ., και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας (ΑΠ 519/2009, ΑΠ 1255/2007, ΑΠ 163/2007, ΑΠ 1433/2000).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης όπως το περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό της στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα το χρηματικό ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ και όχι μεγαλύτερο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., γιατί παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ.

Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, το ύψος του καθορισθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού έχει αφεθεί στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία και δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της.

Κατ' ακολουθίαν τούτων ο ερευνόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.- VIII.- Από το άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκβαση της νίκης ή της ήττας του καθενός, προκύπτει ότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφαση του ότι συντρέχει η προϋπόθεση του ως άνω άρθρου, κατανέμει αυτά ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας του καθενός, η περί αυτού δε κρίση του είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς καθώς και ότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να προβαίνει και στην εκκαθάριση του υποβαλλόμενου πίνακα των γενόμενων εξόδων (ΑΠ 1515/2007).- Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδίκασε την τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία να πληρώσει στην ενάγουσα διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για μέρος από τα δικαστικά της έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, αφού δέχθηκε ότι "τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών, μεταξύ της ενάγουσας και της τρίτης εναγόμενης, θα επιβληθούν εν μέρει εις βάρος της ηττώμενης τρίτης εναγόμενης αναλόγως της νίκης και ήττας εκάστου διαδίκου μέρους, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (178 ΚΠολΔ)". 'Ετσι που έκρινε και αποφάνθηκε εμπεριέχει σαφή και επαρκή αιτιολογία και έλαβε υπόψη του τον πίνακα εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας που υπέβαλε η ενάγουσα.

Επομένως ο έκτος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, προσάπτεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη στερείται αιτιολογίας ή έχει ασαφή και ανεπαρκή τέτοια, ως προς τον προσδιορισμό των εξόδων της δίκης, δεν λήφθηκε υπόψη ο πίνακας εξόδων και με την επιδίκαση του προαναφερόμενου ποσού το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 178 και 190 του Κ.Πολ.Δ.

και τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 100, 107 και 110 § 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.- Κατόπιν λοιπόν όλων όσων προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων ενός εκάστου των δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, καθένας των οποίων παραστάθηκε με διαφορετικό δικηγόρο και κατέθεσε και προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 23.6.2005 και με αριθμό κατάθεσης 236/2005 αίτησης για αναίρεση των υπ' αριθμ. 2331/2002 και 23140/2001 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων, ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Χ. Κ. του Π..-

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, α) Δήμο Θεσσαλονίκης και β) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", το οποίο υπεισήλθε στην δικονομική θέση της αρχικώς αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ".-

Απορρίπτει την αναίρεση α) ως απαράδεκτη, καθόσον πλήττεται με αυτήν η ως άνω υπ' αριθμ. 23140/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και β) ως αβάσιμη, καθόσον πλήττεται με αυτήν η ως άνω υπ' αριθμ. 2331/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων ενός εκάστου των ως άνω δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει για έκαστο τούτων στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ