Supreme Court dismisses appeal due to lower court's failure to read specific document excerpts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding private forest ownership. The appellants argued the lower court erred by omitting to read and consider critical excerpts from a 1837 Ministry of Finance document and a 1837 Ottoman Committee decision. The court ruled that the lower court's failure to explicitly address these specific documents constituted a legal error warranting the annulment of the appealed judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. a, b of the Decree of 17 November 1836 on Private Forests; Art. 3 of the same Decree; Art. 559 para. 16 of the Code of Civil Procedure: The lower court's failure to read and consider specific, critical excerpts from submitted documents constitutes a legal error requiring the annulment of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1732 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1732/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Ι. Γ., 2. Η. Ι. Γ., 3. Γ. Ι. Γ., 4. Α. Ι. Γ., κατοίκων ..., 5. ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Γ. και Αδελφοί ΟΕ", και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, 6. Π. Α. Λ., 7. Μ. Α. Λ. και 8. Μ. Ι. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στη Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Παναγιώτη Αθανασούλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με τις από 28-12-1983 αγωγές, β) με τις από 29-12-1983 ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις και γ) με τις από 12-3-1984 παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3865/1985, 5054/2001, 5341/2002 μη οριστικές, 800/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6690/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.α,β του Β.Δ. της 17.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", "Ιδιωτικά δάση, μεταξύ των δασών του Βασιλείου, θεωρούνται μόνον εκείνα όσα δι' εγγράφων, εκδιδομένων κατά τους νομίμους τύπους από τας αρμοδίας τουρκικάς αρχάς, αποδειχθώσιν, ότι υπήρχον και πριν της αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών.
Προσέτι ως δάση ιδιωτικά θέλουν θεωρείσθαι αναμφισβητήτως και τα κείμενα εις όσα ιδιωτικά χωρία (τζεφλίκια) δεν αναφέρουν μεν τα νόμιμα έγγραφα ονομαστί, τα εμπεριεχόμενα εις αυτά δάση, προϋποτιθεμένου, ότι κείνται αληθώς εντός των ακριβώς αποδειχθέντων ορίων του αρμοδίου ιδιωτικού κτήματος (τζεφλικίου), επομένως σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτού",κατά δε το άρθρ.3 αυτού, "εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος οφείλουν οι ιδιοκτήτες των υπό τα άρθρ. 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματέων...
τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των. Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει δώσει επισήμως την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτες, εις δε την δευτέραν αποπέμψει τας ελλειπούσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων.
Εις την περίπτωσιν αυτήν όμως μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται όλα τα δάση περί των οποίων δεν παρουσιαστούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα εθνικά και θέλουν διατίθενται ως τοιαύτα".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, ακόμη και εκείνων που ευρίσκονταν εντός των ορίων ιδιωτικού κτήματος (τζεφλικίου), εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου ή, σε αρνητική περίπτωση, από τα δικαστήρια (ΑΠ 874/2006,191/1997,426/1987,575/1967).
Περαιτέρω, με την από 16 Απριλίου/4 Μαΐου 1842 δηλοποίηση της επί των Οικονομικών Β. Γραμματείας συστάθηκε Τριμελής Επιτροπή προς εξέταση των τίτλων ιδιοκτησίας, που υποβλήθηκαν εντός της ανωτέρω ενιαύσιας προθεσμίας και δεν ελέγχθηκαν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία. Παρόμοια διαδικασία οριζόταν και ενώπιον της "Επιτροπής των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν κτημάτων", που συστήθηκε εις εκτέλεση της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832(παρ.7) και των διατάξεων των άρθρων 5,6 του Πρωτοκόλλου περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος, που υπογράφηκε στο Λονδίνο, στις 3 Φεβρουαρίου 1830,με τις οποίες επετράπη στους μετανάστες Οθωμανούς η πώληση των ιδιωτικών ιδιοκτησιών τους στην Ελλάδα, η οποία με την από 27 Δεκεμβρίου 1832 διακήρυξή της (ΦΕΚ 15/1838)συνέστησε όπως, προς διασφάλιση των Ελλήνων αγοραστών, οι πωλήσεις τουρκικών κτημάτων περιβάλλονται τον κατά τους τουρκικούς τύπους χοντζετίου, υποβάλλονταν δε, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις καθώς και εκείνες της από 28-3-1835 Σύμβασης μεταξύ αυτής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης, που εγκρίθηκε με το β.δ.
από 4/16 Απριλίου 1835(ΦΕΚ 15/1838) προς έγκριση από των υπουργό οικονομικών (ΑΠ145/1854).Η τήρηση όμως της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής αυτής δεν αναπλήρωνε την έλλειψη τήρησης της διαδικασίας με τις συνέπειές της, που, κατά τα προεκτιθέμενα, προέβλεπε το άρθρο 3 του ως άνω β.δ. περί ιδιωτικών Δασών, διότι, αφενός το διάταγμα αυτό ως μεταγενέστερο της σύστασης της Επιτροπής, ενώ είχε υπόψη του την ενώπιον εκείνης τηρούμενη διαδικασία, δεν αρκέστηκε σ` αυτήν, αλλά απαίτησε και πάλι την κατάθεση των τίτλων από τους ιδιώτες που πρόβαλλαν δικαιώματα επί των προαναφερομένων γαιών, στο προβλεπόμενο από αυτό αρμόδιο όργανο, αφετέρου στην Επιτροπή, όπως προκύπτει και από δική της ανακοίνωση, υποβάλλονταν, ως τίτλοι της αρμόδιας Οθωμανικής Κρατικής Υπηρεσίας ταπία ή χοτζέτια, ενώ στην προβλεπόμενη από το ως άνω Β.Δ.
Γραμματεία, για την αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί δάσους υποβάλλονταν, κατά τα περί δασών κρατούντα στο Οθωμανικό Δίκαιο ως τέτοιοι τίτλοι μόνο ειδικά ταπία, τα οποία αναφερόταν ότι η παραχωρούμενη γαία ήταν δάσος (ΑΠ 874/2006, 1053/1982). Επομένως, Τα χοτζέτια δεν συνιστούσαν νόμιμο τίτλο μεταβιβαστικό δικαιώματος κυριότητας επί των δασών και δασικών εκτάσεων και αν ακόμη είχαν επικυρωθεί από την επί των πωλήσεων οθωμανικών ιδιοκτησιών συσταθείσα εξεταστική επιτροπή (Ολ.ΣτΕ 1251 και 1252/1975).
Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΛΧΝ'/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ` αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999).
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.
Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των νόμων 8 και 1 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), οι οποίες κατά τα άρθρ. 51 (ή 64) του ΕισΝΑΚ έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση σ` αυτό νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε κατά τις διατάξεις του Ν. 2 παρ. 2 Πανδ. (41.4) Ν. 6 Πανδ. (44.3), Ν. 76 παρ. 1 πανδ. (23.3) να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον όμως είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος εκείνου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρ.18 και 21 του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ΝΔ της 22/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ` αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη του νομέα να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (Ολ.
ΑΠ 75/1987). Τέλος, κατά το άρθρο 1 του ΒΔ διατάγματος της 3/12-12-1833, όλα τα λειβάδια (ή βοσκοτόπια) για την υπέρ ιδιώτη επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο ειδικού σχετικού περιεχομένου, που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια Οθωμανική Κρατική Υπηρεσία, ήτοι ειδικό ταπίο, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Κατάλυση της κυριότητας του Δημοσίου και δημιουργία κυριότητας του ιδιώτη δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέτι, γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να προσπορίσουν (ΑΠ 1239/1996). Η παραπάνω διάταξη (άρθρ. 1Δ/τος 3/12-13-1833) αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, που προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.
Η έννοια αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 1 παρ. 2ν. ΚΘ` 31-1/18-2-1964 και 3ν. ΨΗΖ/1880.Επομένως, και στα ακίνητα αυτά χωρεί, υπό τις ίδιες ως άνω προϋποθέσεις, έκτακτη χρησικτησία μέχρι 11-9-1915(ΑΠ 874/2006).Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμησή του, τα εξής ουσιώδη, αναφορικά με τις ένδικες αναγνωριστικές κυριότητας αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου:Τα επίδικα ακίνητα αποτελούν συνεχόμενες εδαφικές εκτάσεις συνολικού εμβαδού 222.322 τ.μ., κείμενες στη θέση Καταφύγι της Περιφερείας Κοινότητας Π.
Φωκαίας Αττικής και περιήλθαν στους ενάγοντες ως εξής:1) Με το .../29-4-1974 συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Ιωάννη Τριαντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ήδη αποβιώσασα Α. χα Α. Λ. και ο Π. Λ. του Α., δήλωσαν ότι έχουν στην αποκλειστική τους κυριότητα, νομή και κατοχή κοινώς και κατ' ισομοιρία, ένα αγρόκτημα, που περιγράφεται στην απόφαση, εμβαδού 163.172 τ.μ., το οποίο περιήλθε σε αυτούς, α) κατά το μεν περιγραφόμενο στην απόφαση τμήμα, εμβαδού1.564 τ.μ., με το .../5-3-1973 συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Χαράλαμπου Δαούτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με ανταλλαγή από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Υπαλλήλων της ΑΤΕ, στον οποίο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση με αγορά από τον Α.
Λ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος …/1962 συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Βασιλείου Καντιάνη, και σ' αυτόν (Α. Λ.) και τους δικαιοπαρόχους του, κατά τον αναφερόμενο παρακάτω τρόπο, β) κατά το δε υπόλοιπο τμήμα, εμβαδού 161.608 τ.μ. σε μεγαλύτερη έκταση από κληρονομία, την οποία αποδέχθηκαν νόμιμα, του κατά την 8-4-1966 αποβιώσαντος συζύγου της πρώτης και πατέρα του δευτέρου, Α.
Λ., δυνάμει των από 21-6-1953, 21-6-1953, 4-5-1954 και 4-5-1954 ιδιόγραφων διαθηκών του, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, στους δε δικαιοπαρόχους του από κληρονομία της αποβιώσασας το έτος 1911 μητέρας τον Μ. συζ. Ι. Λ., δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσας από 10-3-1905 ιδιόγραφης διαθήκης και διανομής αυτής με τους συγκληρονόμους αδελφούς του Σ., Ι., Λ.
και Α., δυνάμει του .../23-3-1917 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Κων/νου Ρούσσου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στην απώτερη δικαιοπάροχο Μ. συζ. Ι. Λ., η έκταση αυτή είχε περιέλθει κατά μεν το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση από κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1881 πατέρα της Α. Σ. Μ., δυνάμει της από 18-12-1876 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατά δε το 1/2 εξ αδιαιρέτου από διανομή της εν λόγω έκτασης, δυνάμει του .../1891 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Γρηγορίου Μπουρνιά, που μεταγράφηκε νόμιμα, με τους Μ.
συζ. Γ. Μ., Σ. Π. Μ., Α. Μ. και Α. συζ. Δ. Τ., ως συγκυρίους του άλλου 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1886 πατέρα τους Π. Σ. Μ., του εκ τούτων δε Α. Μ. και λόγω αγοράς της κληρονομικής μερίδας του συγκληρονόμου αδελφού του Γ. Μ., με το .../1890 συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Μπουρνιά, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Στους απώτερους δικαιοπαρόχους Α. Μ. και Π. Μ. η ρηθείσα έκταση είχε περιέλθει κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και συγκεκριμένα στον Π. Μ. με αγορά από τον πατέρα του Σ. Μ., δυνάμει του .../1843 συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Κοσμά Κοκκίδη, ενώ στον Α. Μ. και τον πατέρα τους Σ. Μ. με αγορά από τους Σ. Α. και λοιπούς Οθωμανούς, δυνάμει του από 15ης Σελήνης Σαφέρ του 1252 (1836) Οθωμανικού έτους Χοτζετίου τou Οθωμανού Επιτρόπου Μουχάμεr Σαίδ, που επικυρώθηκε και από την Επιτροπή των Οθωμανικών κτημάτων με 450/ 14-7-1837 απόφαση της, η οποία επικυρώθηκε, στις 20 Ιουνίου 1837 και από την Ελληνική Κυβέρνηση.
Ενόψει των ως άνω τίτλων τους οι ανωτέρω Α. χα Α. Λ. και Π. Λ., από το ακίνητό τους αυτό, μεταβίβασαν λόγω πώλησης στον πρώτο ενάγοντα, με το ανωτέρω .../1974 συμβόλαιο, το περιγραφόμενο στην απόφαση τμήμα, εμβαδού 17.500 τ.μ.2) Με το .../29-4-1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Τριαντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Α.
χα Α. Λ. και ο Π. Λ. μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, στο δεύτερο ενάγοντα Η. Γ., το περιγραφόμενο στην απόφαση τμήμα, εμβαδού 17.500 τ.μ. 3) Με το .../29-4-1974 συμβόλαιο του άνω συμ/φου, Ιωάννη Τριαντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι Μ. Α. Λ., Α. χα Α. Λ., και Π. Λ., δήλωσαν: Η πρώτη από αυτούς, ότι στην αποκλειστική της κυριότητα, νομή και κατοχή έχει τμήμα αγροκτήματος, εμβαδού 42.450 τ.μ.
όπως αυτό περιγράφεται στην απόφαση, το οποίο περιήλθε σε αυτήν, α) τμήμα, που περιγράφεται στην απόφαση, εμβαδού 9.200 τ.μ. από κληρονομία, την οποία αποδέχθηκε νόμιμα, του αποβιώσαντος στις 8-4-1966 πατέρα της Α. Λ., δυνάμει των από 21-6-1953, 21-6-1953, 4-5-1954, 4-5-1954 ιδιόγραφων διαθηκών τον, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα. Στον πατέρα της είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση από κληρονομία της αποβιώσασας το έτος 1911 μητέρας του Μ.
συζ. Ι. Λ., δυνάμει της από 10-3-1905 ιδιόγραφης διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, και διανομής της εν λόγω κληρονομίας της με την κοινή μερίδα των λοιπών εγκαταστάντων, με την ίδια διαθήκη, αδελφών του Σ. Λ. και Α. Λ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../23-3-1917 συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Κων/νου Ρούσσου.
Στην απώτερη δικαιοπάροχο της Μ. συζ. Λ., η ανωτέρω μεγαλύτερη έκταση είχε περιέλθει κατά μεν το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση από κληρονομία τoυ αποβιώσαντος το έτος 1881 πατέρα της Α. Μ., δυνάμει της από 18-12-1876 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, κατά δε το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου από διανομή της εν λόγω μεγαλύτερης έκτασης δυνάμει του .../1891 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Μπουρνιά, που μεταγράφηκε νόμιμα, με τους Μ.
συζ. Γ. Μ., Σ. Μ., Α. Μ. και Α. συζ. Δ. Τ., ως συγκυρίους του άλλου 1/2 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του αποβιώσαντος το έτος 1886 πατέρα τους Π. Μ., του εκ τούτων δε Α. Μ. και από αγορά της κληρανομικής μερίδας του συγκληρονόμου αδελφού του Γ. Μ. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../1890 συμβολαίου του συμ/φου Αθηνών Γρηγορίου Μπουρνιά.
Στους απώτερους δικαιοπαρόχους της, Α. Μ. και Π. Μ. η μεγαλύτερη αυτή έκταση είχε περιέλθει κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα και συγκεκριμένα στον Π. Μ. με αγορά από τον πατέρα του Σ. Μ., δυνάμει του .../1843 συμβολαίου τον συμβολαιογράφου Αθηνών Κοσμά Κοκκίδου, ενώ στον Α. Μ. και τον πατέρα του Σ. Μ., με αγορά από τους Σ.
Α. και λοιπούς Οθωμανούς, δυνάμει του από 15ης Σελήνης Σαφέρ του 1252 (1836) Οθωμανικού έτους Χοτζετίου του Οθωμανού Επιτρόπου Μουχάμετ Σαίδ, που επικυρώθηκε και από την Επιτροπή των Οθωμανικών κτημάτων, με την 450 της 14ης loυvίου 1837 απόφασή της, η οποία επικυρώθηκε ,στις 20-6-1837, και από την Ελληνική Κυβέρνηση. β) Τμήμα, εμβαδού 33.250 τ.μ., που περιγράφεται στην απόφαση, περιήλθε σε αυτή (Μ.
θυγ. Α. Λ.), μαζί με άλλα ακίνητα, λόγω αδιατίμητης προίκας, με το 9516/11-11-1951 προικοσυμβόλαιο του συμ/φου Λαυρίου Σπυρ. Καβέτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα, για τον γάμο της με τον Σ. Κ., που ήδη λύθηκε αμετακλήτως, περιήλθε σε στον προικοδότη πατέρα της Α. Λ. και στους δικαιοπαρόχους του σε μεγαλύτερη έκταση, κατά τον πραναφερόμενο τρόπο και σειρά.
Και 2) ότι το ανωτέρω περιγραφόμενο τμήμα του ακινήτου της (συνολικής έκτασης 42.450 τ.μ.) διαίρεσε σε τρία (3) μερικότερα τμήματα, εμβαδού 17.500, 17.500 και 7.450 τ.μ., αντίστοιχα. Ενόψει αυτών οι ανωτέρω τρεις μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, στον τρίτο ενάγοντα Γ. Γ., η μεν Μ. θυγ. Α. Λ., το περιγραφόμενο στην απόφαση τμήμα, εμβαδού 7.450 τ.μ., οι δε Α.
χα Α. Λ. και Π. Λ., το επίσης περιγραφόμενο τμήμα ακινήτου τους,εμβαδού10.050 τ.μ., ήτοι συνολική έκταση 17.500 τ.μ.. 4) Με το .../29-4-1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Τριαντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η Μ. θυγ. Α. Λ., μεταβίβασε, λόγω πώλησης στον τέταρτο ενάγονrα Α. Γ., από ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο της, τμήμα, εμβαδού 17.500 τ.μ., που περιγράφεται στην απόφαση.5) Με το .../29-4-1974 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμ/φου Αθηνών lωάννη Τριαντόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι Α.
χα Α. Λ., Π. Λ. και Λ., δήλωσαν: ο τρίτος από αυτούς έχει στην αποκλειστική του κυριότητα, νομή και κατοχή το περιγραφόμενο στην απόφαση ακίνητο, εμβαδού 34.200 τ.μ., από κληρονομία, την οποία αποδέχθηκε, του αποβιώσαντος στις 8-4-1966 πατέρα του Α. Λ., δυνάμει των από 21-6-1953, 21-6-1953, 4-5-1954 και 4-5-1954 ιδιόγραφων διαθηκών του, που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, ενώ στον κληρονομούμενο πατέρα του και τους δικαιοπαρόχους του είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση κατά τον τρόπο και σειρά που προαναφέρθηκε στη μερίδα των Α.
χας Α. Λ. και Π. Λ.. Ενόψει αυτών, οι ανωτέρω τρεις μεταβίβασαν λόγω πώλησης στην πέμπτη ενάγουσα εταιρεία υπό την επωνυμία "Γ. Γ. και Αδελφοί Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...", τα περιγραφόμενα στην απόφαση δύο τμήματα του ακινήτου τους, εμβαδού 118.122 και 34.200 τ.μ., αντίστοιχα και συνολικού, 152.322 τ.μ.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ολόκληρη η ως άνω επίδικη έκταση πριν την ισχύ του β.δ. της 17/29-11-1836, ήταν και εξακολουθεί να είναι δασική υπό την έννοια των διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ως καλυπτόμενη κατά το μεγαλύτερο μέρος της από πεύκα, αγριελιές, σχίνα, πρίνα, βένια, και άλλης θαμνώδους μορφής δασική βλάστηση, πετρώδης και κατά τα γαιώδη τμήματά της άγονος, λόγω πτώχειας τον εδάφους της, μη προσφερόμενη για αποδοτική και συμφέρουσα καλλιέργεια, ουδέποτε καλλιεργούμενη, πλην ελαχίστων τμημάτων της, στα οποία επιχειρήθηκαν, με καθαρισμό και εκχέρσωση της ανωτέρω δασικής βλάστησης, διάφορες επεμβάσεις, όπως άρωση, εμβολιασμός αγριελιών, φύτευμα νέων δένδρων (αμυγδαλιές, φυστικιές), προκειμένου να αποβάλλει το δασικό χαρακτήρα της, το δε ανατολικό τμήμα της εμπίπτει στην 250011985 απόφαση, περί κηρύξεως αναδασωτέας έκτασης, του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής.
Ακόμη, δέχθηκε το Εφετείο, με τα από 10-9-1830 ιδιωτικό συμφωνητικό (συνυποσχετικό) ο Σ. Μ. και ο γιος του Α. Μ. αγόρασαν από τους αναφερόμενους Οθωμανούς μετανάστες το πατρικό τσιφλίκι των τελευταίων με το όνομα " Όλυμπος - Κατακήθι - Φοινικία", αντί τιμήματος 40.000 γροσσίων. Το ιδιωτικό αυτό έγγραφο κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αίγινας, στις 6-3-1839, με αριθμό πράξης 9725 και έχει το εξής περιεχόμενο:"Δια του παρόντος συνυποσχετικού και πωλητηρίου γράμματος το οποίο θέλει έχει κύρος και ισχύν ως να έγινε από τινά νοδάρον ή από Μοναστηριακήν Κατζελαρίαν οι κάτωθι υπογεγραμμένοι Σ.
Α. Β. και Σ. Μ., γαμβρός του ειρημένου Σ. A. αυτοθελήτως και με καλήν μας ευχαρίστησιν πωλούμεν (ως ακολούθως) εις τελείαν και καθαράν πώλησιν το πατρικόν μας τσιφλίκι, το ονομαζόμενον εν τη τοποθεσία Όλυμπον Καταθήκι και Φοινικιά, όσην γην και δένδρα εξουσιάζουμε κατά τα παλαιά οροθέσια του ειρημένου τσιφλικιού, δηλαδή ζευγάρια δεκαοκτώ, αριθμός 18, δια γρόσια σαράντα χιλιάδες(40.000) προσέτι πωλούμεν ομοίως οι ειρημένοι Σ.
A. και Σ. A. του ειρημένου κυρίου Μ. και συντροφία (τα εμπεριεχόμενα εις το ειρημένο τσιφλίκι πατρικό μας, το περιβόλι μας με το τρεχούμενο νερό του, και όσα δένδρα ευρίσκονται μέσα, ήμερα και άγρια, ομοίως και τα όσα άλλα δένδρα ήμερα και άγρια ευρίσκονται εντός του οροθεσίου του ειρημένου τσιφλικίου, ομού δε και τους δύο πύργους, όπου εκεί ευρίσκονται με τα ερείπια των σπιτιών, νερόμυλον με τη στέρνα του, ως καθώς ευρίσκονται δια γρόσια δέκα χιλιάδες (10.000), τα δε οροθέσια του ειρημένου τσιφλικιού είναι ως ακολούθως, βορινά Κερατεά, Κουβαράς καθώς χύνουν τα νερά του εκεί βουνά, ανατολικά δε Μητρόπησι, Παπά Στέκας, Ξυντερίνη, Παντελιώτη, Αγίας Φωτεινής της Καισαριανής, νότια δε η Θάλασσα και δυτικά οι ονομαζόμενοι εννέα πύργοι και Καλύβια Κουβαρά.
Προσέτι οι ίδιοι Σ. Α. και Σ. A. ομοίως πωλούμεν προς τον ειρημένον κυρ. Μ. τέσσερας γρασιδότοπους ο μεν εις το Ντουλάπι από κάτω από τον Άγιον Γεώργιον με τις κολώνες, στρέμματα τρία και μισό (ακολουθεί περιγραφή ορίων). Το δε χωράφι εις το αλώνι του Βαλάμα από κάτω στρέμματα δύο και σποριές τρεις (ακολουθεί περιγραφή ορίων).
Το δε χωράφι το λάκκωμα, το μεγάλο κομμάτι στρέμματα πέντε και σποριά (ακολουθεί περιγραφή ορίων). Τα ειρημένα όπισθεν και άνωθεν, δηλ. τζιφλίκι εις τον Όλυμπον, ομού με το περιβόλιον, πύργο, ερείπια σπιτίων, νερόμυλον και στέρναν και τα εμπεριεχόμενα δένδρα όπου ευρίσκονται εντός τον περιβολίου και εις όλο το Τζιφλίκi, ήμερα και άγρια, προσέτι και τους τέσσαρας ειρημένονς γρασιδότοπους και τα 150 ελαιόδενδρα με την γην τα πωλούμεν οι ειρημένοι Σ.
A. και Σ. A. εις τελείαν και καθαράν πώλησιν προς τον ειρημένον κύριον Μ. και συντροφίαν, ελεύθερα δε από κάθε παρακαταθήκη κλπ". Δέχθηκε ακόμη, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι οι ανωτέρω προσέφυγαν στο Τουρκικό Ιεροδικείο, που λειτουργούσε στην Αθήνα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 του από 3-2-1830 Πρωτοκόλλου του Λονδίνου "περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", και εκδόθηκε το από 15 της Σελήνης Σαφέρ του1252 Οθωμανικού έτους (6 Απριλίου 1836 του Ιουλιανού ημερολογίου) Χοτζέτιο, με το οποίο βεβαιώθηκε η αγορά του ως άνω ακινήτου, κατατέθηκε δε τούτο στον Συμ/φο Αθηνών Κοσμά Κοκκίδη στις 2-1-1846 με αριθμό πράξης κατάθεσης 1/2-1-1846.Στο εν λόγω Χοτζέτι βεβαιώνεται ότι ο Σ.
Μ. και ο υιός του Α. αγόρασαν τα "τσιφλίκια" Όλυμπος, Κατακήθι και Φοινικιά, με τα εξής αναφερόμενα όρια: "...εις την προς βορράν πλευράν των τους Κουβαράδες, την Κερατέαν ή μερικώτερον τας κορυφάς των βουνών Πανί και Κερατέας κατά τον ρουν των υδάτων, εις την προς ανατολάς πλευράν rων το Πετροπήσι και μερικώτερον, την Σάκκαν, την κορυφήν του βουνού Ζαρδαβίλλα, Ρέθι, Νέρη, Ρέθι Μωραίτη, Ξηρόν Πηγάδι, Παναρίτη, Παλαιολάτριβον το ανrικρύς του Παλαιολιτροβείου, προς ανατολάς Βουνάκι, Παπα Δημητράκη Στέκας, Γρύπιζα, εκείθεν δια του παρακειμένου ξηρού ποταμίου, άνω προς την κορυφήν του εκεί βουνού Σκανταρίκι Μενδελιώτη, προς Νότον ο Προφήτης Ηλίας και εκείθεν προς τα κάτω επί των κορυφών των βουνών της Αγίας Φωτεινής παραλλήλως του ρου των υδάτων, συμπεριλαμβανομένης της Καστέλλας έως αντίκρυ της θέσεως της καλουμένης Βούλα, όπου ευρίσκεται και κάτω εις τους πρόποδας τoυ βουνού Βούλα, όπου χωρίζεται το σύνορον της Αναβύσσου, εις την προς δυσμάς πλευράν των προς το μέρος του Καταθηκίου και κατά νότον του Ολύμπου, την Ανάβυσσον και μερικώτερον από της θέσεως (προς δυσμάς κατά το Καταθήκι) της ως ανωτέρω καλουμένης Βούλας, τα βαθμηδόν παρρησιαζομένας στέρνας, τα κόκκινα λιθάρια, την πέτραν, την καλουμένην πάλιν Βούλαν και εις το Καπό.
Ομοίως κατά νότον προς τον Όλυμπον, τες Τζούμπες, το πηγάδι εις τον Βότα, όπου ευρίσκεται και πέτραν με βούλαν, το Μετόχι της Καισαριανής και εκείθεν κατευθείαν εις την θέσιν του βουνού την ονομαζομένην Μενταύσι κατά τον ρουν των υδάτων, το Πυργάρι, Ξηρόν Πηγάδι, Κλήσιζαν, Κιάφα Λιόρη και Μαύρο λιθάρι το λήγον εις την θάλασσαν, προς το μέρος της Φοινικιάς, κατά νότον την θάλασσαν, κατά δυσμάς το Λαγονήσι, Λυκουρίζα, Πετράκη και Πετζίνα.
Όλη την ανωτέρω γην δεκτικήν ούσαν δέκα οκτώ ζευγαριών, ομού και όσα περιέχονται εν αυτή την ως ανωτέρω ορισθείσα γη, οίον χέρσοι, τμήματα καλλιεργήσιμα και μη, δάση χειμαδιά και θέρετρα άπαξ άπαντα τα παρεχωρήσαμεν εις τους παρόντας αγοραστάς κ.λ.π.". Παρά την ασάφεια των ως άνω ορίων, δέχθηκε το Εφετείο, οι διορισθέντες πραγματογνώμονες, επιβεβαιώνοντας τους ισχυρισμούς των εναγόντων και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαινόντων δικαιοπαρόχων τους, αποφαίνονται ότι η επίδικη έκταση των 222.322 τ.μ.
περιλαμβάνεται στο αγοραζόμενο από τους Σ. και Α. Μ. τσιφλίκι, συνολικής έκτασης 55.718,249 στρέμματα, γεγονός το οποίο αμφισβητούν οι τεχνικοί σύμβουλοι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Ωστόσο, και υπό την υποστηριζόμενη από τους ενάγοντες εκδοχή, για την επίδικη έκταση δεν έχει τηρηθεί η από το άρθρο 3 του β.δ.
της 17/29-11-1836 επιβαλλόμενη υποχρέωση υποβολής των τίτλων στη Γραμματεία των Οικονομικών, εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή του, προς εξέταση τούτων (τίτλων), όπως θα έπρεπε, κατά τα εκτεθέντα, λόγω τον προαναφερόμενου δασικού χαρακτήρα της. Επομένως, από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η επίδικη δασική έκταση θεωρείται αδιαφιλονίκητα εθνική (δημόσια), ανήκουσα εντεύθεν κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Η μη τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας δεν αναπληρώνεται από την προσκόμιση τον Χοτζετίου, που οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Σ. και Α. Μ. είχαν υποβάλει στην επί των κατά την Αττική και Εύβοια Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπή και την έκδοση της 450/14-6-1837 απόφασης της τελευταίας, καθόσον η εν λόγω απόφαση, ανεξαρτήτως του ότι το κύρος της αμφισβητήθηκε με την 2092/1972 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο, ικανό να προσπορίσει κυριότητα επί της επίδικης έκτασης στους παραπάνω απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί στη μείζονα σκέψη και έχει ήδη κριθεί με την 1252/1975 απόφαση Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο, δεν αποδεικνύεται ότι οι φερόμενοι ως απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν ασκήσει επί της επίδικης έκτασης οποιαδήποτε πράξη νομής και μάλιστα με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πριν από την 11-9-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον, ώστε, καταλυθείσας της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, να καταστούν κύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία, διότι, ειδικότερα, τα προσκομιζόμενα μέχρι το έτος 1915 μισθωτήρια για ρητινοσυλλογή ή καλλιέργεια τμημάτων του τσιφλικίου Όλυμπος δεν προκύπτει ότι αφορούν τα επίδικα ακίνητα.
Επίσης και τα προσκομιζόμενα μισθωτήρια των ετών 1863-1907, με τα οποία εκμισθώνονται για βοσκή, προς τρίτους, τμήματα του κτήματος Καταφύγι, υπερβαίνοντος, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαινόντων, τα 9.000 στρέμματα, δεν αποδεικνύεται ότι αναφέρονται στα επίδικα ακίνητα, ενώ οι εξετασθέντες μάρτυρες των τελευταίων, περιοριζόμενοι σε απλή επίκληση των νομίμων προϋποθέσεων της χρησικτησίας, χωρίς ορισμένη εξειδίκευση διακατοχικών πράξεων στα επίδικα μέχρι το έτος 1937, αναφέρονται σε μεταγενέστερες πράξεις νομής επί τoύτωv, οι οποίες όμως, δεν έχουν οποιαδήποτε αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία έναντι του Ελληνικού Δημοσίου.
Ενόψει αυτών, έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, η κυριότητα των επίδικων ακινήτων συνεχώς μέχρι το χρόνο σύνταξης των επικαλούμενων από τους ενάγοντες ως τίτλων ιδιοκτησίας τους στις 29-4-1974, ανήκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τόσο οι ίδιοι όσο και οι δικαιοπάροχοί τους δεν απέκτησαν τα επικαλούμενα στις ένδικες αγωγές και πρόσθετες παρεμβάσεις δικαιώματα, με συνέπεια οι τελευταίες, να είναι απορριπτέες ως αβάσιμες κατ' ουσία.
Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε τις ένδικες αγωγές, ως προς την κύρια βάση της, της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, κατά παραδοχή αντίστοιχης ένστασης του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και ως προς την επικουρική τους βάση της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με χρησικτησία.
Κρίνοντας έτσι το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και ενδοιασμούς αιτιολογίες σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα, του χαρακτήρα ολόκληρης της επίδικης έκτασης, ως δασικής κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν την ισχύ του β.δ. της 17/29-11-1836, σύμφωνα με το άρθρ.1 του ν.
ΛΧΝ'/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", της μη τήρησης, γιαυτήν, και αν ακόμη επρόκειτο για ιδιωτικό δάσος, από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων της από το άρθρο 3 του ανωτέρω β.δ. διαδικασίας υποβολής των τίτλων του στη Γραμματεία Οικονομικών, η οποία δεν αναπληρώνεται από την προσκόμιση του τίτλου (χοτζετίου) στην Επιτροπή Οθωμανικών Κτημάτων, συνακόλουθα της περιέλευσης αυτής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας αυτής, κατά κυριότητα στο Δημόσιο, καθώς και της μη κτήσης της κυριότητας τούτου, με χρησικτησία, από τους δικαιοπαρόχους των ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 του ν.ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", 1,3 του β.δ.
της 17/29 Νοεμβρίου /1 Δεκεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών", 5,6 του Πρωτοκόλλου περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος που υπογράφηκε στο Λονδίνο, στις 3 Φεβρουαρίου 1830, 7 της από 9/7/1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και των ανωτέρω αναφερόμενων διατάξεων περί χρησικτησίας του β.ρ. δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Διότι, ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ολόκληρη η επίδικη έκταση, πριν την ισχύ του β.δ. της 17/29-11-1836 ( δηλαδή κατά τον χρόνο ισχύος του ν. ΑΧΝ/1888) ήταν δασική, ως καλυπτόμενη κατά το μεγαλύτερο μέρος της, από πεύκα, αγριελιές, σχίνα, πρίνα, βένια και άλλης θαμνώδους μορφής δασική βλάστηση, πετρώδης και κατά τα γαιώδη τμήματά της άγονος, λόγω πτώχειας τον εδάφους της, μη προσφερόμενη για αποδοτική και συμφέρουσα καλλιέργεια, ουδέποτε καλλιεργούμενη, πλην ελαχίστων τμημάτων της, στα οποία επιχειρήθηκαν, με καθαρισμό και εκχέρσωση της ανωτέρω δασικής βλάστησης, διάφορες επεμβάσεις, όπως άρωση, εμβολιασμός αγριελιών, φύτευμα νέων δένδρων (αμυγδαλιές, φυστικιές) προκειμένου να αποβάλλει το δασικό χαρακτήρα της, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων, Σ.
Μ. και Α. Μ., αγόρασαν, αντί τιμήματος 40.000 γροσσίων, από τους αναφερόμενους Οθωμανούς μετανάστες, το εμβαδού 55.718,249 στρεμμάτων πατρικό τσιφλίκι των τελευταίων " Όλυμπος, Κατακήθι, Φοινικία", με το από 10-9-1830 ιδιωτικό συμφωνητικό (συνυποσχετικό), η αγορά αυτή βεβαιώθηκε με τον από 6-4-1836 τίτλο(χοτζέτι) του τουρκικού Ιεροδικείου, που λειτουργούσε στην Αθήνα, αλλά ακόμη και υπό την υποστηριζόμενη από τους αναιρεσείοντες εκδοχή, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση των 222.322 τ.μ περιλαμβάνεται στο ανωτέρω ακίνητο που αγοράσθηκε από τους Σ.
και Α. Μ., δεν έχει τηρηθεί γιαυτό, όπως θα έπρεπε, λόγω του δασικού της χαρακτήρα, η από το άρθρο 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 επιβαλλόμενη υποχρέωση υποβολής των τίτλων στη Γραμματεία των Οικονομικών, εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευση του, η οποία δεν αναπληρώνεται από την προσκόμιση τον χοτζετίου, από τους ανωτέρω απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων στην επί των κατά την Αττική και Εύβοια Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπή και την έκδοση της 450/14-6-1837 απόφασης της τελευταίας, καθόσον η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο, ικανό να προσπορίσει κυριότητα επί της επίδικης έκτασης, και, επομένως, από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η εν λόγω επίδικη έκταση θεωρείται αδιαφιλονίκητα Εθνική, ανήκουσα κατά κυριότητα στο ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι φερόμενοι ως απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν ασκήσει επί της επίδικης έκτασης οποιαδήποτε πράξη νομής πριν από την 11-9-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον, ώστε να καταστούν κύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης, 1) πρώτος, από το άρθρ.559 αρ. 1 α ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση, από το Εφετείο, των ανωτέρω διατάξεων του β.δ. της 17/29 Νοεμβρίου / 1 Δεκεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών", του Πρωτοκόλλου περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος που υπογράφηκε στο Λονδίνο, στις 3 Φεβρουαρίου 1830, και της από 9/7/1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, γιατί, σύμφωνα με τον λόγο αυτό, δεν δέχθηκε το Εφετείο ότι η 450/1837 απόφαση της επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής, που εκδόθηκε εντός της από το ανωτέρω β.δ.
του 1836 προβλεπόμενης ενιαύσιας προθεσμίας και φέρει την υπογραφή των επί των Οικονομικών και Εξωτερικών Γραμματέων, με την οποία εγκρίνεται και αναγνωρίζεται η κυριότητα επί των περιγραφόμενων στο σχετικό χοτζέτιο ακινήτων των απώτερων δικαιοπαρόχων των ήδη αναιρεσειόντων Σ. και Α. Μ., 2) τέταρτος, δεύτερο μέρος, πέμπτος, πρώτο μέρος, από το άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα, του χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, ως δασικής, γιατί δεν διευκρινίζεται αν αυτή ήταν δημόσια ή ιδιωτική, πόσο ήταν το μεγαλύτερο μέρος της που καλύπτεται από την περιγραφόμενη δασική βλάστηση, αν σ' αυτό εμπίπτουν τα επίδικα τμήματα, ποία τα καλλιεργούμενα τμήματα και αν αυτά εμπίπτουν στα επίδικα, καθώς και λόγω έλλειψης αιτιολογίας σχετικά με το ζήτημα της άσκησης νομής επί του επιδίκου από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους.
Με τον τέταρτο λόγο, τρίτο μέρος, αναίρεσης, από την ίδια διάταξη του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω, αφενός ασαφών αιτιολογιών, γιατί ενώ δέχεται ότι το ανατολικό μέρος της επίδικης έκτασης εμπίπτει στην 2500/1985 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής περί κηρύξεως αναδασωτέας, δεν διευκρινίζει ποίο το ανατολικό αυτό μέρος σε σχέση με τα επίδικα, ποία έννομη επιρροή έχει στην έκβαση της δίκης, αν η ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ, και αν το ΣτΕ με την 2092/1972απόφαση,με την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, αμφισβητήθηκε το κύρος της 450/1837 απόφασης της Επιτροπής οθωμανικών κτημάτων, έκρινε παρεμπιπτόντως επί ζητήματος που ανήκε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αφετέρου αντιφατικών αιτιολογιών, γιατί ενώ ενσωματώνει στο σκεπτικό της λέξεις και εκφράσεις δηλωτικές καλλλιέργειας και άσκησης πράξεων νομής, όπως "ήμερα δένδρα, πύργους, σπίτια, νερόμυλο με στέρνα, γρασιδότους, χωράφι στο αλώνι..." αποφάνθηκε, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι ολόκληρη η επίδικη έκταση είναι δασική, ουδέποτε καλλιεργούμενη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, α) με αυτόν πλήττονται αιτιολογίες της απόφασης που εκφέρθηκαν εκ περισσού, όπως εκείνες, ότι το ανατολικό μέρος της επίδικης έκτασης εμπίπτει στην 2500/1985 απόφαση του Νομάρχη ανατολικής Αττικής περί κηρύξεως αναδασωτέας, καθώς και ότι η 450/14-6-1837 απόφαση της Επιτροπής οθωμανικών κτημάτων αμφισβητήθηκε με την 2092/1972 απόφαση του ΣτΕ, αφού υπάρχους άλλες κύριες αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, όπως ότι ολόκληρη η επίδικη έκταση, κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν την ισχύ του β.δ.
της 17/29-11-1836 ήταν δασική και ότι η ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής Οθωμανικών κτημάτων δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο ικανό να προσπορίσει κυριότητα επί της επίδικης έκτασης στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, σύμφωνα με όσα το Εφετείο εκθέτει στη μείζονα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης, β)στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι οι δηλωτικές καλλιέργειας ανωτέρω φράσεις δεν αποτελούν παραδοχές του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αναφέρονται ότι περιέχονται στο ανωτέρω από 6-3-1839 ιδιωτικό συμφωνητικό, καθώς και από 6-4-1836 χοτζέτιο.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, προβάλλονται αναιρετικές πλημμέλειες της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω, α) ενδοιαστικών αιτιολογιών σχετικά με την άσκηση νομής με διάνοια κυρίου από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, β) έλλειψης αιτιολογιών αναφορικά με την μη ύπαρξη καλής πίστης από τους εν λόγω δικαιοπαρόχους, ενόψει των παραδοχών, ότι αυτοί ήταν εφοδιασμένοι με το από 10-9-1830 συνυποσχετικό αγοράς, το από 6-4-1836 χοτζέτιο και την 450/1837 απόφαση της επιτροπής επί των Οθωμανικών Κτημάτων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι φερόμενοι ως απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν ασκήσει επί της επίδικης έκτασης οποιαδήποτε πράξη νομής πριν από την 11-9-1915 και για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών τουλάχιστον, ώστε να καταστούν κύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία.
Ο ίδιος λόγο αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από την ίδια διάταξη αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν των ακινήτων τα οποία αφορούσαν τα προσκομισθέντα από τους ενάγοντες μισθωτήρια για ρητινοσυλλογή, καλλιέργεια τμημάτων και για βοσκή, είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν πλημμέλεια αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα την ανάλυση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξήχθη από αυτές, οι οποίες δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο αυτό λόγο (άρθρ.561 παρ.1ΚΠολΔ), εφόσον το πόρισμα τούτο, ότι δηλαδή τα μισθωτήρια αυτά δεν προκύπτει ότι αφορούν τα επίδικα, εκτίθεται σαφώς.
Ό από την ίδια διάταξη του άρθρ.559 αρ. 1α ΚΠολΔ τέταρτος λόγος, πρώτο μέρος, αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, κατά την γενόμενη εκτίμησή του, η αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης, με εσφαλμένη εφαρμογή, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, των μη εφαρμοστέων στην κρινόμενη υπόθεση διατάξεων των άρθρων 57 του ν.3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και 3 παρ.1,2 του ν.988/1979,είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν προέβη σε εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, αλλά απλώς εξέθεσε, στη μείζονα σκέψη του , ότι ο ορισμός του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1του ν.
ΑΧΝ/1888, την οποία και εφάρμοσε (ορθώς) προς εξειδίκευση της έννοιας αυτού, "...περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν.3077/1924 και δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1 και 2του ν.998/1979...". Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί.
η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από την ανωτέρω διάταξη, αποδίδεται στο Εφετείο, ως πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων, ότι το επίμαχο το από 6-4-1836 χοτζέτιο παρουσιάσθηκε, από τους Σ.
και Α. Μ.υ, εντός της από το άρθρο 3 του β.δ. περί ιδιωτικών δασών οριζόμενης ενιαύσιας προθεσμίας στην επί των Οικονομικών Γραμματεία της Επικρατείας, εκδόθηκε η 450/14-6-1837 απόφαση της Επιτροπής επί των Οθωμανικών κτημάτων, με την οποία κρίθηκε το κύρος τούτου και η οποία προσεπικυρώθηκε και κηρύχθηκε έκτοτε εκτελεστή με την από 20-6-1837 πράξη των επί των Εξωτερικών και Οικονομικών Γραμματειών της;
Επικρατείας, της οποίας η αρμοδιότητα επεκτάθηκε με το άρθρ.3 του από 17-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών" και η οποία καταχωρίσθηκε στις σελίδες 313-314 του βιβλίου του Υπουργείου επί των Οικονομικών αγοράς Οθωμανικών κτημάτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι η ανωτέρω 450/14-6-1837 απόφαση της Επιτροπής επί των Οθωμανικών κτημάτων, δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο ικανό να προσπορίσει κυριότητα επί της επίδικης έκτασης στους ανωτέρω απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων διότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη του Εφετείου , η διαδικασία αυτή ενώπιον της Επιτροπής αυτής δεν αναπλήρωνε την έλλειψη τήρησης της διαδικασίας που προέβλεπε το άρθρο 3 του β.δ.
της 17/2911-1836, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, ως προς μεν το πρώτο μέρος του ρητώς, ως προς δε το δεύτερο μέρος του, το σχετικό με την επικύρωση της ανωτέρω απόφασης με πράξη των επί των Εξωτερικών και Οικονομικών Γραμματειών, ως εκ του πράγματος.
Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με το ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης παραγώγως και με χρησικτησία, τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους ενάγοντες, ήτοι ακριβές αντίγραφο εγγράφου, με τίτλο, σελίς 313 και 314 αρ.
εγκρ.450 έγκριση ιδιοκτησίας Σ., Μ., με περιεχόμενο, "θεωρήσασα εγκρίνει Ιούνιος 1837,που εκδόθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών στις 15-6-1951, τις αποφάσεις, 145/1854, 82/1860, 1061/1991, 1385/1987, 1780/1990, 1296/1993, 325/1839 του Αρείου Πάγου, 11505/1853, 12617/1988, 10502/1986, 9409/1989, 7258/1992, 516/42430/1876, 1362/1877, 1970/1890, του Εφετείου Αθηνών, 1787/1987, 5536/1985, 7717, 6157/1991, 1559/1875, 812/1871, 378/1876 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την 518/1840 απόφαση της Δικαστικής Μικτής Επιτροπής, 311/1937, 506/1936 του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, το απόγραφο της 75/1876 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, της 1177/1877 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, τα από 8-3-1878,19-121877, 28-3-1878 αποδεικτικά επίδοσης προς τον Υ.
Οικονομικών, την από 20-5-1895 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους το .../20-12-1895 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγ. Φουρτούνα, το 116/1925 ΦΕΚ, την 45/1930 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, και φωτοτυπικό αντίγραφο 4 καταστάσεων σε μικρογραφία. Επομένως, οι τρίτος, πρώτο μέρος, και έβδομος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρ. 559 αριθ.20 KΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 450/1837 απόφασης της Επιτροπής Οθωμανικών κτημάτων, διότι δεν ανέγνωσε το περιεχόμενο αυτής από το οποίο μπορούσε να οδηγηθεί σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος και δεν προσέδωσε στο ανωτέρω έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, αλλά το έλαβε υπόψη και το εκτίμησε ως αποδεικτικό μέσο, όπως πράγματι ήταν, και έκρινε ότι αυτό δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο ικανό να προσπορίσει κυριότητα επί της επίδικης δασικής έκτασης στους δικαιοπαρόχους των εναγόντων.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου (της Αρεοπαγίτη Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη):
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17 (29) Νοεμβρίου / 1 Δεκεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΕτΚ, φ. 69/1-12-1836), που εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 3§ε' του διατάγματος "περί των κυβερνητικών εργασιών κατά τον καιρό της απουσίας της ΑΜ του Βασιλέα" της 23 Απριλίου / 5 Μαΐου 1836 (ΕτΚ, φ. 18/5.5.1836), ως "οδηγητική διάταξη του είχε δύναμη νόμου" και επικυρώθηκε με το διάταγμα "περί των κατά την απουσία του Βασιλέα διαταγμάτων και νόμων που εκδόθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο" της 23/4-5 Μαΐου 1837 (ΕτΚ, φ. 17/26-5-1837), ορίζεται, ότι: "ιδιωτικά δάση, μεταξύ των δασών του Βασιλείου, θεωρούνται μόνον εκείνα όσα δι' εγγράφων, εκδιδομένων κατά τους νομίμους τύπους από τας αρμοδίας τουρκικάς αρχάς, αποδειχθώσιν, ότι υπήρχον και πριν της αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος, ιδιοκτησία πλήρεις ιδιωτών.
Προσέτι δε ως δάση ιδιωτικά θέλουν θεωρείσθα αναμφισβητήτων και τα κείμενα εις όσα ιδιωτικά χωρία (τζεφλίκια) δεν αναφέρουν μεν τα νόμιμα έγγραφα ονομαστί τα εμπεριεχόμενα εις αυτά δάση, προϋποτιθεμένου ότι κείνται αληθώς εντός των ακριβώς αποδειχθέντων ορίων του αρμοδίου ιδιωτικού κτήματος (τζεφλικίου), επομένως σχηματίζουν αναγκαίον και φυσικόν συστατικόν μέρος αυτού (....)".
Με τη διάταξη, επίσης, του άρθρου 3 του ίδιου πιο πάνω β.δ. ορίζεται, ότι: "Εντός ενός έτους από την ημέραν της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου οφείλουν οι ιδιοκτήται των από τα άρθρα 1 και 2 δασών να παρουσιάσωσιν εις την Ημετέρας επί των Οικονομικών Γραμματείαν, ή απ' ευθείας, ή δια των αρμοδίων υπαλλήλων, τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των.
Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τας αναγνωρίσει ή απορρίψει, και εις την πρώτην περίπτωσιν, θέλει επισήμως δόσει την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτας, εις δε την δευτέραν, θέλει αποπέμψει τας ελλειπούσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών, ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων (...). Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας, θεωρούνται όλα τα δάση, περί των οποίων δεν παρουσιασθώσιν, οι, ως άνω, απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδαιφιλονείκητα εθνικά, και θέλουν διατίθεσθαι ως τοιαύτα".
Από τις συνδυασμένες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι: α) ιδιωτικά δάση θεωρούνται μόνο εκείνα των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας, που εκδόθηκαν κατά τους νόμιμους τύπους από τις αρμόδιες τουρκικές αρχές πριν από την έναρξη του αγώνα της ανεξαρτησίας, είχαν υποβληθεί από τους φερόμενους ως ιδιοκτήτες αυτών προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία μέσα στην οριζόμενη (από τη διάταξη του άρθρου 3§α) ανατρεπτική ετήσια προθεσμία (από την ημέρα δημοσίευσης του από 16-11-1836 β.
δ/τος, δηλαδή από την 1 Δεκεμβρίου 1836) και β) ότι εάν οι ήδη υπάρχοντες τίτλοι ιδιοκτησίας δεν είχαν υποβληθεί μέσα στην παραπάνω ετήσια προθεσμία, τα δάση στα οποία αναφέρονταν αυτοί, θεωρούνταν ως δημόσια (αδιαφιλονείκητα εθνικά). Ειδικότερα, με τις εν λόγω διατάξεις αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου σε κάθε έκταση, η οποία πριν από την έναρξη ισχύος του πιο πάνω β.
δ/τος του (1-12-1836) αποτελούσε δάσος, με εξαίρεση εκείνες τις εκτάσεις ως προς τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη τουρκικής αρχής ότι πριν από την έναρξη του αγώνα της ανεξαρτησίας ανήκαν σε ιδιώτες ή σε ιδιωτικά χωρία - τζεφλίκια - και εφόσον στις περιπτώσεις αυτές υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία οι σχετικοί της ιδιοκτησίας τίτλοι μέσα στην προμνημονευόμενη ετήσια προθεσμία (ΑΠ 575/1967).
Καθιδρύθηκε, δηλαδή, με τις διατάξεις αυτές το υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών και, παράλληλα, καθορίστηκε εξ αντιδιαστολής η έννοια του δημόσιου δάσους. Επισημαίνεται ότι στις διατάξεις του β. δ/τος της 17 / 29 / Νοεμβρίου /1 Δεκεμβρίου 1836, που προπαρατέθηκαν, δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένος τύπος ή τρόπος διαδικασίας δεσμευτικής για την επί των Οικονομικών Γραμματεία για το έργο που της ανατέθηκε, συνιστάμενο στην αναγνώριση ή την απόρριψη των τίτλων ιδιοκτησίας των δασών που προβλέπονται σ' αυτές τις διατάξεις (των άρθρων 1 και 2).
Εξάλλου, με την από 16 Απριλίου / 4 Μαΐου 1842 δηλοποίηση της επί των Οικονομικών Β. Γραμματείας (φ. 8), που εκδόθηκε προς ακριβή εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου 3 του "περί δασών" πιο πάνω β. δ/τος, συστάθηκε Τριμελής Επιτροπή προς εξέταση των τίτλων ιδιοκτησίας που υποβλήθηκαν μέσα στην οριζόμενη από το ίδιο άρθρο ετήσια προθεσμία.
Το διάταγμα, ειδικότερα, της 16 Απριλίου 1842, με το οποίο συστάθηκε επιτροπή να εξετάσει τους περί δασών τίτλους ιδιοκτησίας αφορά τους τίτλους που εμφανίστηκαν από τους ιδιώτες καθώς και άλλους ιδιοκτήτες δασών μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 3 του β. δ/τος της 17-11-1836 προθεσμίας τους οποίους δεν επεξεργάστηκε ο Υπουργός των Οικονομικών και όχι εκείνους τους οποίους ο ίδιος θεώρησε και ενέκρινε (ΑΠ 82/1860, π.ρ.β.λ.
Ολ. ΣτΕ 1251/1975). Η άποψη αυτή ενισχύεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος της 3 Φεβρουαρίου 1830, με τις οποίες επιτράπηκε, στους μετανάστες οθωμανούς η πώληση των ιδιωτικών ιδιοκτησίων τους που βρίσκονταν στην Ελλάδα μεταξύ των οποίων και τα ιδιωτικά δάση.
Σε εκτέλεση του εν λόγω Πρωτοκόλλου συστάθηκε η επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπή, η οποία, με την από 27 Δεκεμβρίου 1832 διακήρυξή της (ΦΕΚ 15/1838), υπέδειξε, προς πλήρη εξασφάλιση των Ελλήνων αγοραστών, οι προς αυτούς πωλήσεις τουρκικών κτημάτων - οι οποίες τότε ήταν απολύτως απαγορευμένης σε ξένους υπηκόους και στους ευρισκομένους υπό τον Τουρκικό ζυγό, επιτράπηκαν δε για πρώτη φορά με, τον από 13 της Σελήνης Σαφέρ του τουρκικού έτους 1284 (23-5-1868) Κανονισμό και το από 11 της Σελήνης Ρεμπίουλ - εββέλ του τουρκικού έτους 1284 (20-6-1868) Πρωτόκολλο - τα περιβάλλοντα το κατά τους νόμιμους τουρκικούς τύπους τίτλο πώλησης - χοτζέτι, - πωλήσεις, οι οποίες τελικά επιτράπηκαν με την από 28 Μαρτίου 1835 Σύμβαση των Αθηνών, που καταρτίστηκε μεταξύ της επί των Οθωμανικών Κτημάτων ελληνικής επιτροπής και των αποσταλμένων της "Υψηλής Πύλης" και κυρώθηκε με το από 4/16 Απριλίου 1835 β.δ. "περί εγκρίσεως των 5 άρθρων των αφορώντων την μεταξύ του Επιτρόπου της Υψ.
Πόρτας Σεκίπ Εφέντη και της Ελληνικής Επιτροπής Συμβίβασιν". Ο έλεγχος των τίτλων των πωλήσεων των οθωμανικών κτημάτων, των οποίων ως ιδιωτικών επιτράπηκε η πώληση με το προμνημονευόμενο Πρωτόκολλο ανεξαρτησίας, καθώς και την από 28 Μαρτίου 1835 Σύμβαση των Αθηνών, ανατέθηκε στην Επιτροπή επί των οθωμανικών κτημάτων.
Η τελευταία, δηλαδή, προέβαινε στον έλεγχο "υπό την έγκριση ή αποδοκιμασία του Υπουργού επί των Οικονομικών" της εγκυρότητας ως προς το Ελληνικό Δημόσιο - στο οποίο είχαν περιέλθει τα βακούφια (κτήματα αφιερωμένα στα ιερά) και τα μαχλούλια (εγκαταλελειμμένα κτήματα του Τουρκικού Δημοσίου) ή άλλου τέτοιου είδους κτήματα - των πωλήσεων ακίνητων κτημάτων των οθωμανών προς του Έλληνες (ΑΠ 145/1854). "Αναμφίβολο, εξάλλου, είναι το γεγονός, ότι οι αποφάσεις της αμέσως πιο πάνω Επιτροπής αναφέρονται και στα δάση καθώς και στις δασικές εκτάσεις, εφόσον στις ιδρυτικές τους πράξεις γίνεται λόγος περί εξέλεγξης του κύρους των πωλήσεων επί κτημάτων αδιακρίτως και εκείνων που περιλαμβάνονται στα μεγάλα αγροκτήματα (τσιφλίκια), ιδιαίτερα, όσον αφορά την Αττική, στην περιοχή της οποίας λόγω των καταστροφών από τα πολεμικά γεγονότα είχαν χαθεί οι σχετικοί τίτλοι.
Είναι δε προφανές, ότι, υπάρχουσας απόφασης της Επιτροπής αυτής περί του κύρους της πώλησης από οθωμανούς, της οποίας η νομιμότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και συνέστησε αυτή με καθορισμένη αρμοδιότητα, εφόσον έκτοτε συντρέχει συνεχής και αδιατάρακτη νομή σε τέτοια κτήματα και δασικές εκτάσεις πέραν του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας θα πρέπει να θεωρηθεί ότι θεμελιώνεται ιδιωτική ιδιοκτησία.
Συμπερασματικά πρέπει να ειπωθεί, ότι οι πράξεις της Γραμματείας των Οικονομικών, σύμφωνα με τη διάταξης του άρθρου 3 του β. δ/τος της 17 (29) Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών" αφορούν δάση υπάρχοντα κατά την εποχή εκείνη που αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά, εφόσον αποδεικνυόταν από τα έγγραφα των οθωμανικών Αρχών που είχαν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους, ότι ήταν και πριν από την έναρξη του αγώνα του 1821 ιδιωτική περιουσία, και δεν πρέπει να συγχέονται με τις αποφάσεις της Επιτροπής επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Κτημάτων, ως προς τις οποίες - πωλήσεις - υποβλήθηκαν οι τίτλοι μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του δ/τος του έτους 1836, με τις αποφάσεις δε αυτές κρίθηκε, αλλά και αναγνωρίστηκε η εγκυρότητα των τίτλων των πωλήσεων ιδιοκτησιών κειμένων στην περιοχή της Αττικής, - που ενδιαφέρει, στη συγκεκριμένη περίπτωση -, μεταξύ των οποίων και δάση και δασικές γενικά εκτάσεις - διαρκούντος του απελευθερωτικού αγών και μετά τον τερματισμό του, από μέρους Οθωμανών προς Έλληνες αγοραστές, με βάση διεθνείς συμβάσεις, προκειμένου οι τελευταίοι να αποζημιωθούν - σε ειδικές περιπτώσεις, σύμφωνα με τα πρωτόκολλα της ανεξαρτησίας - ή να διατηρήσουν τις εν λόγω ιδιοκτησίες ως ιδιωτικές.
Τα έννομα, εξάλλου, αποτελέσματα των πιο πάνω αποφάσεων δεν μπορούν να αδρανήσουν, εφόσον δεν επακολούθησε άλλη πράξη της διοίκησης, μέσα στον κρίσιμο χρόνο, η οποία τις ανατρέπει. Παράλληλα, οι έλληνες που αναγνωρίστηκαν με τις εν λόγω αποφάσεις, ότι απέκτησαν νόμιμα ιδιοκτησίες από τους μετανάστες οθωμανούς ιδιώτες - δηλαδή εκείνους που κατά την έναρξη του αγώνα περί ανεξαρτησίας εγκατέλειψαν το ελληνικό έδαφος και επανήλθαν στην Ελλάδα μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου-, δεν μπορούν να στερηθούν των δικαιωμάτων που απέκτησα με αυτές.
Επομένως, το υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών από την πάροδο άπρακτης της ενιαύσιας προθεσμίας από της ισχύος του δ/τος του 1836 δεν μπορεί να κατισχύσει, ούτε να αποτελέσει τίτλο κυριότητας του Δημοσίου, εφόσον από τη σύγχρονη απόφαση της επί των πωλήσεων των οθωμανικών κτημάτων επιτροπής ανατρέπεται αυτό με την εγκυρότητα του τίτλου ιδιοκτησίας που εξετάστηκε (Γνωμοδότηση Νομικού Συμβούλου Υπουργείου Γεωργίας - άρθρ. 9/1958, Γνωμοδότηση Ν.Σ.Κ.
με αριθμό 492/700/44/1959). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των ένδικων αναγνωριστικών κυριότητας ακινήτων αγωγών των πέντε πρώτων αναιρεσειόντων, καθώς και πρόσθετων υπέρ αυτών παρεμβάσεων των λοιπών αναιρεσειόντων προκύπτει, ότι, προς θεμελίωση της κτήσης της κυριότητας των απ' αυτούς εναγόντων, καθώς και των άμεσων δικαιοπαρόχων τους προσθέτως παρεμβαινόντων στα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με βάση την 450/1837 απόφαση της επί των οθωμανικών κτημάτων επιτροπής, ισχυρίστηκαν αυτοί, μεταξύ άλλων, τα εξής:
"Το χοντζέτιον (επίμαχο), παρουσιασθέν παρά των Σ. Μ. και του υιού του Α. Μ. εντός της υπό του άρθρου 3 του ΒΛ. περί ιδιωτικών δασών οριζόμενης ενιαυσίου προθεσμίας εις την επί των Οικονομικών Γραμματείαν της Επικρατείας, εξεδόθη η υπ' αριθ. 450/14.6.1837 απόφασις της Επιτροπής επί των Οθωμανικών κτημάτων, δι' ης εκρίθη το κύρος τούτου, ότι το Δημόσιον ουδέν δικαίωμα έχει επί του Τσιφλικιού "ΟΛΥΜΠΟΣ ΚΑΤΑΘΗΚΙ ΦΟΙΝΙΚΙΑ" και ανεγνωρίσθησαν νόμιμοι κύριοι απασών των εν αυτώ γαιών και εδαφικών εκτάσεων, μη εξαιρουμένων και των δασών των περικλειομένων εντός των ανωτέρω ορίων του, ο Σ.
Μ. και ο υιός αυτού Α. Σ. Μ.. Η απόφασις αυτή (450/1837) προσεπικυρώθη και εκηρύχθη έκτοτε εκτελεστή, συμφώνως με τας εν αυτή αναφερομένας υπ' αριθ. 9573-9574 της 12 Νοεμβρίου 1836 διαταγάς των επί του Βασιλικού Οίκου των Εξωτερικών και Οικονομικών Βασ. Γραμματειών της Επικρατείας δια της παρά πόδας ταύτης και από 20 Ιουνίου 1837 πράξεως των επί των Εξωτερικών και Οικονομικών Γραμματειών της Επικρατείας επεκταθείσης ούτω της αρμοδιότητος της δια του άρθρου 3 του από 17.11.1836 Β.Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως προς αναγνώρισιν ιδιωτικών δασών, της αποφάσεως ταύτης μετά την τοιαύτην αναγνώρισιν παρ' αμφοτέρων των Γραμματειών επί των εξωτερικών και Οικονομικών, καταχωρισθείσης εις τας σελίδας 313-314 του βιβλίου του Υπουργείου επί των Οικονομικών αγοράς Οθωμανικών κτημάτων".
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε σχετικά τα ακόλουθα: "-..... για την επίδικη έκταση δεν έχει τηρηθεί η από το άρθρο 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 επιβαλλόμενη υποχρέωση υποβολής των τίτλων στη Γραμματεία των Οικονομικών, εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από την δημοσίευσή ου, προς εξέταση τούτων (τίτλων), όπως θα έπρεπε, κατά τα εκτεθέντα, λόγω του προαναφερόμενου δασικού χαρακτήρα της.
Επομένως, από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής η επίδικη δασική έκταση θεωρείται αδιαφιλονίκητα εθνική (δημόσια) ανήκουσα εντεύθεν κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Η μη τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας δεν αναπληρώνεται από την προσκόμιση του Χοτζετίου, που οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Σ.
και Α. Μ. είχαν υποβάλει στην επί των κατά την Αττική και Εύβοια Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπή και την έκδοση της 450/14-6-1837 απόφασης της τελευταίας......". Έτσι, που έκρινε το εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι για το γνωστό με το όνομα "Όλυμπος - Καταθήκι - Φοινικιά" τσιφλίκι, - περιλαμβάνον αγροτικές, κατά το μεγαλύτερο μέρος, εκτάσεις, αλλά και δασικές-, τμήματα του οποίου αποτελούν τα και ήδη επίδικα ακίνητα, το οποίο, όπως περαιτέρω δέχεται το Εφετείο, αγοράστηκε από κοινού και κατ' ισομοιρίαν από το Σ.
Μ. και το γιο του Α. από τους τότε κυρίους του Σ. Α. και λοιπούς Οθωμανούς (μετανάστες) με βάση το από 15ης της Σελήνης Σαφέρ του οθωμανικού έτους 1252 (1836) Χοτζέτιο του Τούρκου Ιεροδίκη, δεν εκδόθηκε μόνο η 450/14-6-1837 απόφαση της επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής (μετά μάλιστα την ισχύ του β. δ/τος της 17/ 29 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών"), με την οποία κρίθηκε ότι το Δημόσιο δεν έπεται να έχει απαίτησιν τινά "στο πιο πάνω ακίνητο, αλλά ότι την εν λόγω απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, θεώρησε και ενέκρινε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με τη σημειούμενη στο σώμα της από 20 Ιουνίου 1837 πράξη των επί των Εξωτερικών και Οικονομικών Γραμματειών της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις σ' αυτή αναφερόμενες με αριθμό 9573-9574 της 12 Νοεμβρίου 1836 διαταγές των επί του Βασιλικού Οίκου των εξωτερικών και Οικονομικών Βασ.
Γραμματειών της Επικρατείας και με την οποία προσεπικυρώθηκε η επίμαχη απόφαση και κηρύχθηκε έκτοτε εκτελεστή, ακολούθως δε, καταχωρίστηκε η ίδια στις σελίδες 313-314 του βιβλίου αγοράς Οθωμανικών Κτημάτων του Υπουργείου επί των Οικονομικών. Και ότι, με την προμνημονευόμενη πράξη των αρμόδιων επί των Εξωτερικών και Οικονομικών Γραμματειών της Επικρατείας το αναιρεσίβλητο αναγνώρισε τους αγοραστές Σ.
Μ. και Α. Σ. Μ. ως νόμιμους κυρίους του τσιφλικίου που αγοράστηκε απ' αυτούς με το παραπάνω χοτζέτιο κατά τα ειδικότερα στο χοτζέτιο αναφερόμενα ρητά σύνορά του. Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο αρκέστηκε μόνο στην αναφορά, ότι: "για την επίδικη έκταση δεν έχει τηρηθεί η από το άρθρο 3 του β.δ.
του 1836 επιβαλλόμενη υποχρέωση υποβολής των τίτλων στη Γραμματεία των Οικονομικών, εντός της ετήσιας προθεσμίας από τη δημοσίευσή του, προς εξέταση τούτων (τίτλων) ...., η μη τήρηση της ανωτέρω διαδικασίας δεν αναπληρώνεται από την προσκόμιση του χοτζετίου που οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων είχαν υποβάλει στην επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπή και την έκδοση της 450/14-6-1837 απόφασης της τελευταίας" και δεν έλαβε υπόψη τον αμέσως πιο πάνω αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που περιέχεται στις ένδικες αγωγές και πρόσθετες παρεμβάσεις τους, ότι, δηλαδή, η 450/14-6-1837 απόφαση της επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής προσεπικυρώθηκε και κηρύχθηκε εκτελεστή με τη σημειουμένη στο σώμα της από 20-6-1837 πράξης των επί των Εξωτερικών και Οικονομικών Γραμματειών της Επικρατείας, παράλληλα δε, καταχωρήθηκε στο ευρετήριο εγκρίσεων της πιο πάνω Επιτροπής και, έτσι, η κυριότητα των αρχικών αγοραστών του τσιφλικίου αναγνωρίστηκε επίσημα από το αναιρεσίβλητο, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Με τον τρίτο, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 11 περίπτ. γ' και 20, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας των ένδικων αναγνωριστικών κυριότητας ακινήτων αγωγών των πέντε πρώτων αναιρεσειόντων, καθώς και των προσθέτων υπέρ αυτών παρεμβάσεων των λοιπών αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις ακριβές αντίγραφο εγγράφου με τον τίτλο "Σελίς 313 και 314, αριθ.
εγκρίσ. 450, έγκρισης ιδιοκτησίας Σ. Μ." με περιεχόμενη τη φράση "θεωρήσασα εγκρίνει Ιούνιος 1837", που εκδόθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών την 15 Ιουνίου 1951, στο τέλος του οποίου αναγράφεται "ακριβές αντίγραφο εκ του εν τω 4ου τμήματι του Υπουργείου των Οικονομικών ευρισκομένου βιβλίου αναγνωρίσεων και εγκρίσεων αγορών τουρκικών κτημάτων", που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της κύριας βάσης, των ένδικων αγωγών περί κτήσης, ίδιας κυριότητας των πέντε πρώτων απ' αυτές στα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο και παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 450/1837 απόφασης της επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής, στην οποία αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι: "συμμορφούμενη με τας υπ' αρ. 9573-9574/12 Νοεμβρίου 1835 διαταγάς της επί της Β.
Οίκου και των Εξωτερικών και της επί των Οικονομικών Β. Γραμματείας της Επικράτειας, Αποφασίζει, εγκρίνει και αναγνωρίζει τους ειρημένους Σ. Μ. και τον υιό αυτού Α. ως νομίμους κυρίους των άνω ειρημένων κτημάτων ... 14 Ιουνίου 1837" και στη συνέχεια "ενεργηθήτω η άνωθεν απόφασις της επί των Οθωμανικών Επιτροπής, 20 Ιουνίου 1837, ο επί των Εξωτερικών Γραμματέας και επί των Οικονομικών Γραμματέας" (ακολουθούν δυο υπογραφές), αφού παρέλειψε να αναγνώσει τις παραπάνω μέσα σε εισαγωγικά περικοπές της εν λόγω απόφασης.
Με την προσβαλλόμενη όμως απόφαση, ενώ βεβαιώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν τα σ' αυτή ειδικότερα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα νόμιμα από τους διαδίκους έγγραφα, εντούτοις, από το σύνολο των αιτιολογιών της, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη και το προμνημονευόμενο έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, του οποίου δεν γίνεται καμιά ειδικότερη μνεία ή σχολιασμός του περιεχομένου του.
Το Εφετείο, εξάλλου, όπως, επίσης, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε μεν υπόψη την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες 450/1837 απόφαση της επί των Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής, παρέλειψε, όμως, να αναγνώσει και τις κρίσιμες μέσα σε εισαγωγικά πιο πάνω περικοπές της (τις οποίες μάλιστα ούτε που μνημονεύει), οι οποίες μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα.
Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει του ότι το αμέσως πιο πάνω έγγραφο του Υπουργείου των Οικονομικών κρίνεται κρίσιμο για τη διάγνωση της βασιμότητας του ένδικου αγωγικού ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί κτήσης ίδιας κυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα με παράγωγο τρόπο, ενώ, παράλληλα, η παράλειψη ανάγνωσης των κρίσιμων, επίσης, περικοπών της προμνημονευόμενης απόφασης αποτελεί παραμόρφωση του περιεχομένου της (ΑΠ 1428/2003), το Εφετείο υπέπεσε στις αποδιδόμενες σ' αυτό πιο πάνω πλημμέλειες, γι' αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος λόγος, και κατά τα δύο μέρη του, είναι βάσιμος και πρέπει ως τέτοιος να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο, δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου (Ολ ΑΠ 1339/1985, ΑΠ1909/2007).
Συνακόλουθα, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθ.16 του άρθρου 559ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε, "..εμμέσως πλην σαφώς" την ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς τη νομιμότητα της 450/1837 απόφασης της επί των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, από τις 2092/1972 και 1252 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σ' αυτήν δεν αναφέρεται η ύπαρξη ή μη δεδικασμένου από τις ανωτέρω αποφάσεις του ΣτΕ, αναφορικώς με το ως άνω ζήτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2008 αίτηση των Π. Γ., κλπ, για αναίρεση της 6690/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ