Supreme Court dismisses appeal for failure to cite substantive law and rejects distortion of evidence argument.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding inheritance recognition. The appellants argued the lower court distorted a will's content and violated substantive law, but the court found these claims invalid. The court ruled that the lower court's evaluation of the will was a permissible exercise of judicial discretion based on the combined weight of all evidence, not a distortion subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 561(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal for revision must explicitly cite the violated substantive law rules to allow the Supreme Court to verify their application, and a distortion of evidence only constitutes a ground for appeal if the lower court ignored the document's true content rather than evaluating it alongside other evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1732 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1732/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... του Π2, 2. ... του Π2 και 3. ..., το γένος Π2. Ο 1ος παραστάθηκε με τον δικηγόρο Αναστάσιο Κεφαλά και οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: ... του Π1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, για την οποία και δήλωσε ότι παρίσταται. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος της αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 261/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-11-2006 αίτησή τoυς. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν πράγματι παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή τους, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση με τους λόγους αναίρεσης, πρώτο, τρίτο, πέμπτο, έκτο, πρώτο και τρίτο μέρος, έβδομο, πρώτο και δεύτερο μέρος και δωδέκατο, προβάλλονται αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία ως βάση της είχε κληρονομική διαδοχή του κατά το έτος 1941 εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος πατέρα της, και απορρίφθηκαν, ως ουσιαστικώς αβάσιμες, ενστάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, περί κτήσης της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, περί παραγραφής και περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις και διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί των ανωτέρω ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς όμως να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και για τη μη εφαρμογή των οποίων δεν περιέχονται επαρκείς αιτιολογίες.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. γ` ΚπολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 "Επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων...." και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζήτησης είχε ορισθεί για την 2-10-2002, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία τυγχάνει εφαρμογή και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ.524 παρ.1 ΚΠολΔ), με αυτήν ορίζεται περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων, μέχρι τρεις το πολύ, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον αυτές έχουν ληφθεί αποκλειστικώς για τη συγκεκριμένη δίκη.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3, 578 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο του προβλεπόμενου από το άρθρ.559 αριθ. 11γ του ίδιου Κώδικα λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της απόφασης.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τους λόγους αναίρεσης, δεύτερο, δεύτερο μέρος, τέταρτο και έκτο, πρώτο μέρος, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τις ...και .../2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ενώπιον συμβολαιογράφου, που λήφθηκαν μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση της ήδη αναιρεσείβλητης, αποτελούσαν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και τις οποίες μ' επίκληση προσκόμισαν οι ήδη αναιρεσείοντες στο Εφετείο, προς απόδειξη του αναφερόμενου στο λόγο αυτό ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού τους.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την εκκληθείσα 71/2003 αντίστοιχη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το Εφετείο, έλαβε υπόψη, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, τρεις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, ήτοι τις .../2000, .../2002 και .../2002(η οποία στην απόφαση από πρόδηλη παραδρομή αναφέρεται με αριθμό ...), οι οποίες λήφθηκαν μετά εμπρόθεσμη κλήτευση της ήδη αναιρεσίβλητης και μ' επίκληση προσκομίσθηκαν από τους ήδη αναιρεσείοντες, προς απόδειξη των αναφερόμενων σ' αυτές ισχυρισμών τους.
Συνεπώς, εφόσον ίσχυε ο περιορισμός που τίθεται με το άρθρο 270 § 2 εδ. γ ΚΠολΔ, οι δε ...και .../2006 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που προσκομίσθηκαν από τους ήδη αναιρεσείοντες το πρώτον ενώπιον του Εφετείου και επομένως έπονταν των ανωτέρω αντίστοιχων τριών, τις οποίες οι ίδιοι διάδικοι προσκόμισαν στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτό μέσο στην προκείμενη υπόθεση, γιαυτό και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δεν τις έλαβε υπόψη, ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τους λόγους αυτούς αναίρεσης πλημμέλεια.
Με τον δέκατο λόγο, δεύτερο μέρος, αναίρεσης, από την ίδια ως άνω διάταξη, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις .../1991, .../2000, .../1999 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των αναιρεσειόντων, ενώπιον συμβολαιογράφου, χωρίς περαιτέρω να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ενώπιον του Εφετείου.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος. Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικώς με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι .../17-5-2002 ένορκες βεβαιώσεις μάρτυρα, ενώπιον συμβολαιογράφου, που προσκομίζει η ενάγουσα, και οι .../16-5-2000, .../27-9-2002, .../30-9-2002 όμοιες, ενώπιον των αναφερόμενων συμβολαιογράφων, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, σχετικά με την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την ενάγουσα, την μη κτήση της κυριότητας τούτου από τους εναγομένους και το δικαιοπάροχό τους, με έκτακτη χρησικτησία, την μη παραγραφή της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας καθώς και την μη καταχρηστική άσκηση της ένδικης αξίωσης αυτής, και, την 13/1991 απόφαση και τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Πωγωνίου, την αίτηση και τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο αυτό, την από 3-8-1999 αγωγή της αναιρεσίβλητης, την 139/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε επ' αυτής, τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, την .../1991 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων, ενώπιον συμβολαιογράφου, που προσκομίσθηκε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, την .../2002 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, τις .../2000 ..., .../2002 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, ενώπιον συμβολαιογράφου, των αναιρεσειόντων, οι τέσσερις τελευταίες των οποίων μάλιστα ρητώς μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση καθώς και την ...
πράξη αποδοχής κληρονομίας της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Κολυμπάρη, . Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος πρώτο μέρος, έκτος, δεύτερο μέρος, έβδομος, τρίτο μέρος, δέκατος, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τους οποίους ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με το έβδομο λόγο αναίρεσης, τέταρτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια, η παραδοχή ως αληθινών των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών, περί προσαύξησης του κληρονομικού μεριδίου της ενάγουσας, από την κληρονομία του κατά το έτος 1941 αποβιώσαντος πατέρα της, με την κληρονομική μερίδα της αποβιώσασας το έτος 1970 μητέρας της Μ1, καθώς και του ισχυρισμού των εναγομένων, ότι πριν οποιαδήποτε ανάμιξη της τελευταίας στην κληρονομία του συζύγου της, στην οποία περιλαμβάνονταν και το επίδικο ακίνητο, και την έκπτωσή της από αυτήν, ο πατέρας και δικαιοπάροχος των εναγομένων, Π2, απέκτησε το επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην παραδοχή και απόρριψη, αντίστοιχα, των εν λόγω ισχυρισμών, που έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, των εγγράφων και των ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, οι οποίες αναφέρονται στην απόφαση, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Επομένως, στις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001 "Επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων ....", και τυγχάνει εφαρμογής στην προκείμενη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζήτησης είχε ορισθεί για την 2-10-2002, προκύπτει ότι δεν προβλέπεται, στους περιοριστικώς οριζόμενους στο άρθρο 559 λόγους αναίρεσης και ο προβλεπόμενος, πριν την τροποποίηση της ως άνω διάταξη του αριθ.10, λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν διέταξε απόδειξη για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνακόλουθα, ο ένατος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε αποδείξεις αναφορικά με την γνησιότητα της αναφερόμενη στον λόγο αυτό επιστολής, την οποίας προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.11α ΚΠολΔ, με τον οποίο μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη το ως άνω αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν επιτρέπει, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό αυτό μέσο και ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό στοιχείο.
Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Αν με την αναίρεση προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δεν αρκεί ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά πρέπει να είχε επαναφερθεί νόμιμα και στο δεύτερο βαθμό.
Ο ηττημένος στον πρώτο βαθμό αναιρεσείων επαναφέρει νόμιμα τους ισχυρισμούς του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων (άρθρ.520 ΚΠολΔ). Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον έβδομο λόγο, τέταρτο μέρος, αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 550 αριθ.14 (και όχι από τον αριθ 11, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), προβάλλεται η πλημμέλεια της μη κήρυξης, από το Εφετείο, άκυρου του δικογράφου της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, λόγω της αναφερόμενης στο λόγο αυτό απαράδεκτης μεταβολής της βάσης αυτής με την προσθήκη και αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεων της ενάγουσας, με τον δε ενδέκατο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, καθόσον στο δικόγραφό της γινόταν επίκληση, ως τρόπος κτήσης της κυριότητας τούτου από την ενάγουσα, κληρονομία των γονέων της και, περαιτέρω, κληρονομία του πατέρα της .Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί, που στηρίζουν τους λόγους αυτούς και για τους οποίους δεν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 562 παρ2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις.
προτάθηκαν παραδεκτά στο Εφετείο από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες. Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο και όπως πραγματικά είναι το αληθινό περιεχόμενό του, έστω και κατά πλημμελή τρόπο, πείθεται για την ύπαρξη όλου ή μέρους των πραγματικών γεγονότων προς απόδειξη των οποίων προσκομίζεται το έγγραφο, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου η οποία, σύμφωνα με τον κανόνα που διατυπώνεται στο αρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επίσης ο ίδιος λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο, όχι δε και όταν συνεκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο αναφορικώς προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή είναι ανέφικτη η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, αν δεν εκτιμηθούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά αυτό δεν επιτρέπεται στον Άρειο Πάγο.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατά την γενόμενη εκτίμησή του προβάλλεται επικουρικώς, προσάπτεται στο Δικαστήριο της ουσίας η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της προσκομισθείσας ... πράξης αποδοχής κληρονομίας της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Κολυμπάρη, ως προς τη δήλωση της εν λόγω διαδίκου που υπάρχει σ' αυτήν, ότι η αποβιώσασα μητέρα της Μ1 κατέστη κληρονόμος του Π1 κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και ότι κατά τον θάνατό της κατέλιπε γνήσια τέκνα, την αναιρεσίβλητη και τον υιό της, από τον πρώτο γάμο της, ... .
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι η μητέρα της ήδη αναιρεσίβλητης Μ1 προέβη σε σιωπηρή αποποίηση της κληρονομίας του συζύγου της Π1, ότι αυτή δε είχε άλλους γνήσιους κατιόντες και ότι ολόκληρο το κληρονομικό της μερίδιο προσαύξησε το κληρονομικό μερίδιο της αναιρεσίβλητης δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση, η οποία συνάχθηκε από την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων, όπως καταθέσεων μαρτύρων, εγγράφων, χωρίς να εξαιρείται η ιδιαίτερη αποδεικτή αξία του εν λόγω εγγράφου για το ανωτέρω αποδεικτέο θέμα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-11-2006 αίτηση των ..., κλπ, για αναίρεση της 261/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ