1732/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1732/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αναιρεσείουσα την 11.01.2007 κατάθεση στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 10.01.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, συνταγείσας της υπ' αριθμ. 13/11 Ιανουαρίου 2007 έκθεσης κατάθεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων αυτών λόγων αναίρεσης, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους αναιρεσιβλήτους την 11 Ιανουαρίου 2007, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ....., .....
Full text
Απόφαση 1732 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1732/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..... ΕΠΕ" που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία εμφανίσθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Χ που διόρισε στο ακροατήριο τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καπερνάρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Γρηγοριάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις αγωγές από 19-7-2001 της ήδη αναιρεσείουσας και 5-2-2002 της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4137/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3545/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-10-2005 αίτησή και τους από 10-1-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 12-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατά το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, ως τέτοιας νοουμένης της κατά το άρθρο 568 παρ.2 ιδίου Κώδικα από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου οριζόμενης αρχικώς και όχι μεταγενέστερης, μετ' αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΟλΑΠ 143, 654/84).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α'του ν. 1157/1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών άρχεται από της επιούσης της ημέρας της επιδόσεως ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7η μ.μ. ώραν της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμον εξαιρετέα ή Σάββατον την αυτήν ώραν της επομένης εργασίμου ημέρας. 'Όπως συνάγεται από την αδιάστικτη διατύπωσή της, η άνω διάταξη , όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε, αν η τελευταία ημέρα είναι Σάββατο ή κατά νόμο εξαιρετέα, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, γεγονός που συμβαίνει και επί της από το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ της τασσομένης 30νθήμερης προθεσμίας πριν τη συζήτηση της αναίρεσης, για την κατάθεση και επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης (Ολ.
ΑΠ 33/1996). Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 310.2006 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε αρμόδιο για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στη συνέχεια σε με την υπό ιδία χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω τμήματος ορίστηκε ημερομηνία για συζήτηση της αναίρεσης η 12.02.2007 και ώρα 09.30 κατά την οποία όμως η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14.04.2008).
Η αναιρεσείουσα την 11.01.2007 κατάθεση στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 10.01.2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, συνταγείσας της υπ' αριθμ. 13/11 Ιανουαρίου 2007 έκθεσης κατάθεσης, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων αυτών λόγων αναίρεσης, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους αναιρεσιβλήτους την 11 Ιανουαρίου 2007, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ....., .....
και ..... εκθέσεις επιδόσεων της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιώς ..... . Επομένως η κατά το άρθρο 569 παρ.2 τριακονθήμερη προθεσμία, για κατάθεση και επίδοση των προσθέτων λόγων πριν την προσδιορισθείσα για την πρώτη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 12.02.2007, άρχισε την 12 Ιανουαρίου 2007 και έληγε την 10 Φεβρουαρίου 2007, η οποία, όπως από το ημερολόγιο προκύπτει ήταν ημέρα Σαββάτου και η επόμενη Κυριακή.
Επομένως, σύμφωνα με όσα παραπάνω στις νομικές σκέψεις αναπτύχθηκαν, η άνω τριακονθήμερη προθεσμία έληγε την 7η μ.μ. ώρα της 12.02.2007 που είχε προσδιορισθεί για την πρώτη συζήτηση της αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (εκπρόθεσμοι), αφού τόσο η κατάθεση όσο και οι επιδόσεις αντιγράφου του δικογράφου αυτών στους αναιρεσίβλητους δεν είχαν ολοκληρωθεί μέχρι την ορισθείσα για συζήτηση της αναίρεσης αρχική δικάσιμο της 12.02.2007.
ΙΙ. Ως "πράγματα", τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες ισχυρισμοί, που θεμελιώνουν κατά νόμο βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ και οι λόγοι έφεσης.
Ο λόγος αυτό αναίρεσης δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και απέρριψε αυτόν για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991). Εξ άλλου η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση όμως αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως μη νομίμου συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (Ολ.
ΑΠ 28/1998, ΑΠ 388/2002 ΑΠ 131/06). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις α) ότι με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή της, ως προς την ερειδομένη στο άρθρο 20 ν. 3190/1955 βάση της, δεχόμενο ότι επέλεξε, ασκώντας το παρεχόμενο σ' αυτή διαζευτικώς δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με τις περί αθεμίτου ανταγωνισμού διατάξεις του ν. 146/1914 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297,298 και 932 ΑΚ, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και υπέπεσε την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια (πρώτος λόγος) β) ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άνω άρθρου 20 ν. 3190/55 (δεύτερος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί, πράγματι και ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση ουσιαστικού νόμου), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες απέρριψε την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων, είναι αμφότεροι απορριπτέοι ως αόριστοι, ο πρώτος μεν διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στο αναιρετήριο με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε για τη συγκρότηση της ιστορικής βάσης της αγωγής της, ο δεύτερος δε διότι δεν αναφέρει με πληρότητα τις ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου υπό τις οποίες και παραβιάστηκε με τη μη εφαρμογή της η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 20 ν.3190/55.
ΙΙΙ. Με το νόμο 3.190/1995 "περί εταιρειών περιωρισμένης ευθύνης" ορίζονται και τα εξής: α) "Η συνέλευσις των εταίρων είναι μόνη αρμοδία να αποφασίζη α)... γ) περί εγκρίσεως του ισολογισμού και διαθέσεως των κερδών" (άρθρο 14 παρ.2) β) "Η συνέλευσις συγκαλείται υπό των διαχειριστών... εν τη προσκλήσει δέον να αναγράφηται η ημέρα, η ώρα και ο τόπος της συνελεύσεως ως και τα προς συζήτησιν θέματα (άρθρο 10 παρ.2) γ) "1.
Μία φορά το χρόνο, στο τέλος τη εταιρικής χρήσης, οι διαχειριστές της εταιρείας υποχρεούνται να συντάσσουν απογραφή όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της, με λεπτομερή περιγραφή του κάθε στοιχείου. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας καταρτίζονται από τους διαχειριστές της με βάση την απογραφή αυτή 2.
Για την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 42α, 42β, 42γ, 42δ, 42ε, 43, 43α και 43γ του κ.ν. 2190/1920. 3. Για την κατάρτιση της έκθεσης διαχείρισης του ή των διαχειριστών, που απευθύνονται στη Συνέλευση των εταίρων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 43α του Κωδ. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. 4.
Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις (ισολογισμός, αποτελέσματα χρήσεως, πίνακας διαθέσεως αποτελεσμάτων και προσάρτημα) και οι σχετικές εκθέσεις των διαχειριστών και των ελεγκτών της εταιρείας, υποβάλλονται, με επιμέλεια κάθε εταίρου ή διαχειριστή, στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 8. Η καταχώριση στο Μητρώο των αρχικών και των τροποποιημένων οικονομικών καταστάσεων πρέπει να γίνεται σε χρόνο που να επιτρέπει την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 2 του άρθρου 8.
Οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 43β του Κωδ. Ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης" (άρθρο 22 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ΠΔ 419/86)" δ) "Οι διαχειρισταί υποχρεούνται όπως τηρώσιν εις την Ελληνικήν και τα εξής βιβλία εκτός των υπό άλλων νόμων επιβαλλομένων δεόντως θεωρούμενα υπό του Οικονομικού Εφόρου. 1.
Το βιβλίον εταίρων, εν τω οποίω καταχωρίζονται το όνομα του εταίρου η ιθαγένεια και η διεύθυνσις της κατοικίας αυτού αι εισφοραί εκάστου ως και αι τυχόν μεταβολαί των προσώπων των εταίρων. 2. Το βιβλίον πρακτικών συνελεύσεων εν τω οποίω καταχωρίζονται αι υπό των εταίρων λαμβανόμεναι αποφάσεις. 3. Το βιβλίον πρακτικών διαχειρίσεως εν τω οποίω καταχωρίζονται αι αποφάσεις των διαχειριστών.(άρθρο 25) ε) "1.
Εκτός διαφόρου ρυθμίσεως υπό του καταστατικού οι εταίροι έχουσι δικαίωμα επί των εκ του ετησίου ισολογισμού προκυπτόντων καθαρών κερδών, κατά λόγον των εισφορών αυτών. 2. Εάν εγένετο διανομή κερδών μη πραγματικών οι λαβόντες τοιαύτα εταίροι υποχρεούνται εις απόδοσιν. Η επί αναζητήσει αγωγή παραγράφεται μετά πέντε έτη από της καταβολής." (άρθρο 35).
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι η με απόφαση της γενικής συνέλευσης των εταίρων της Ε.Π.Ε. έγκριση του ισολογισμού και των αρχικών ή τροποποιημένων ετήσιων οικονομικών καταστάσεων στις οποίες αποτυπώνονται τα μετ' έλεγχο αποτελέσματα χρήσης της εταιρίας, δεν συνιστούν και απόφαση περί διανομής στους εταίρους των εμφανιζομένων ως επιτευχθέντων κερδών της ελεγχόμενης χρήσης, αλλά απαιτείται προς τούτο ιδιαίτερη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία μπορεί να ληφθεί εγκύρως με την ιδία απόφαση που εγκρίνει τον ισολογισμό και τις άνω καταστάσεις, αφού μέρος των καθαρών κερδών που επιτεύχθηκαν κατά την ελεγχόμενη χρήση πρέπει κατά το άνω άρθρο 24 ν. 3190/1955 να αφαιρεθούν υποχρεωτικά για το σχηματισμό αποθεματικού, μέχρις αυτό να ανέλθει σε ποσοστό του ενός τρίτου του κεφαλαίου, και μετά δε τον σχηματισμό του αποθεματικού στο εν λόγω ποσοστό, μπορεί με απόφαση των εταίρων να διατεθούν για δημιουργία αποθεματικού ή την απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από την εταιρία, η σχετική δε αξίωση του εταίρου για την απόδοση του αναλογούντος στη μερίδα του καθαρών κερδών γεννάται από του χρόνου που λήφθηκε η σχετική προς διανομή των κερδών απόφαση της γενικής συνέλευσης.
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 559 αρ.20 και 561 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο προβλεπόμενος από την άνω πρώτη διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης αποδεικτικού εγγράφου, είτε θετικώς με την εσφαλμένη ανάγνωση είτε αρνητικώς με εσφαλμένη ανάγνωση, κρισίμων για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών των διαδίκων τμημάτων αυτού, ακολούθως δε αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο που αυτό πραγματικά δεν έχει και ακολούθως στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σ' αυτό καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η συνεκδικασθείσα αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εναντίον της αναιρεσείουσας με την οποία η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει νομιμοτόκως το αναλογούν στην εταιρική της μερίδα ποσό κερδών της εναγομένης εταιρίας για τις χρήσεις των ετών 1999 και 2000.
Στην κρίση του αυτή κατάληξε το Εφετείο δεχόμενο ότι με αποφάσεις της γενικής συνέλευσης των εταίρων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που καταχωρήθηκαν στα υπ' αριθμ. ..... και ..... πρακτικά, με το πρώτο μεν εξ αυτών εγκρίθηκε ο ισολογισμός και αποφασίστηκε η διανομή των κερδών της χρήσης έτους 1999, ανερχομένων στο ποσό των 36.316.788 δρχ., με το δεύτερο δε εγκρίθηκε ο ισολογισμός και αποφασίστηκε η διανομή κερδών, μετ' αφαίρεση ποσού 1.396.932 δρχ.
για το σχηματισμό τακτικού αποθεματικού, ανερχομένων στο ποσό των 45.980.351 δρχ. Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, δεχόμενο ότι από τα άνω πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης των εταίρων, τα οποία ανέγνωσε το Εφετείο, προκύπτει ότι με τις αποφάσεις αυτές της γενικής συνέλευσης εγκρίθηκε και η διανομή των καθαρών κερδών των παραπάνω χρήσεων, δεχόμενο επίσης ότι με τις εγκριτικές των ισολογισμών της εναγομένης αποφάσεις προηγουμένων χρήσεων αποφασίζονταν και η διανομή των κερδών στους εταίρους.
Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει, ότι την κρίση του ότι με τις άνω αποφάσεις έγκρισης των ισολογισμών των χρήσεων 1999 και 2000 αποφασίστηκε και η διανομή των καθαρών κερδών, στήριξε κυρίως το Εφετείο στο περιεχόμενο των εν λόγω πρακτικών και ακολούθως δέχτηκε την αγωγή της ενάγουσας εταίρου.
Από την ανάγνωση του περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών εγγράφων, ήτοι των υπ' αριθμ. ..... και ..... πρακτικών της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης Ε.Π.Ε. προκύπτουν τα εξής: 1) Την 31.03.2000 συνήλθαν σε τακτική γενική συνέλευση μέτοχοι της εναγομένης Ε.Π.Ε. μετά από πρόσκληση του διαχειριστή της, εκπροσωπούντες το 80% του κεφαλαίου της, χωρίς να παρασταθεί η ενάγουσα Ψ1, που συμμετείχε στο εταιρικό κεφάλαιο με ποσοστό 20%, προκειμένου να αποφασίσουν επί των εξής θεμάτων, όπως σ' αυτό αναγράφεται α) έγκριση των ετησίων οικονομικών καταστάσεων της εταιρίας της εταιρικής χρήσεως 1.1.1999 έως 31.12.1999 και κυρίως του ισολογισμού των αποτελεσμάτων χρήσεως και διαθέσεων κερδών β) απαλλαγή του διαχειριστή από κάθε ευθύνη αποζημιώσεως επί των ως άνω ετησίων λογαριασμών και της εν γένει διαχειρίσεως επί της ως άνω χρήσεως γ) λήψη αποφάσεως περί επισκευής (στηρίξεως) του κτιρίου του εργοστασίου της εταιρίας από τις σοβαρές ζημίες που υπέστη από το σεισμό του Σεπτεμβρίου 1999 και δ) αγορά νέων φορτηγών αυτοκινήτων για τις ανάγκες της εταιρίας, προς αντικατάσταση παλαιού και ήδη αποσβενημένου, επίσης αγορά μηχανής πλύσεως χαλιών προς εκσυγχρονισμό της εταιρείας.
Κατά τη συνεδρίαση αυτή της γενικής συνέλευση οι παριστάμενοι αποφάσισαν: α) την έγκριση του ισολογισμού και των οικονομικών καταστάσεων της ελεγχόμενης χρήσης του έτους 1999, από τις οποίες προέκυπταν κέρδη προς διάθεση, μετ'αφαίρεση των αναλογούντων φόρων ποσού 36.316.788 δρχ. β) απήλλαξαν τον διαχειριστή από κάθε ευθύνη από τη διαχείριση κατά την ελεγχόμενη χρήση γ)αποφάσισαν την επισκευή του κτιρίου από τους ιδιοκτήτες του δ)εξουσιοδότησαν τον διαχειριστή για την αγορά φορτηγού αυτοκινήτου για τις ανάγκες της εταιρίας και την έρευνα αγοράς για την αγορά μηχανήματος πλύσεως χαλιών-μοκεττών. 2) Την 28.03.2001 συνήλθαν σε τακτική γενική συνέλευση οι εταίροι της εναγομένης ΕΠΕ, μετά πρόσκληση του διαχειριστή της, και μειοψηφούντος του παρασταθέντος αντιπροσώπου της ενάγουσας, που εκπροσωπούσε 20% του εταιρικού κεφαλαίου αποφάσισαν τα εξής:
α) ενέκριναν τον ισολογισμό και τις οικονομικές καταστάσεις της ελεγχόμενης χρήσης έτους 2000, από τις οποίες προέκυπταν κέρδη για την ελεγχόμενη χρήση, 47.377.283 δρχ. μετ' αφαίρεση φόρων και β) απήλλαξαν το διαχειριστή από κάθε ευθύνη κατά τη διαχείριση της ελεγχόμενης χρήσης. Από το άνω περιεχόμενο των προαναφερομένων αποδεικτικών εγγράφων αποδεικνύεται ότι αυτά δεν περιέχουν αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των εταίρων της εναγομένης Ε.Π.Ε.
με τις οποίες αποφασίστηκε η διανομή στους εταίρους των κερδών των χρήσεων 1999 και 2000, όπως μετ'εσφαλμενη ανάγνωση του περιεχομένου αυτών δέχτηκε το Εφετείο. και ακολούθως, στηριζόμενη κατά κύριο λόγο στα έγραφα αυτά δέχτηκε την αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλτης με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη ΕΠΕ (ήδη αναιρεσείουσα) να της καταβάλλει τα αναλογούντα στην μερίδα της κέρδη των χρήσεων 1999 και 2000.
Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στην συνεκδικασθείσα αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης εναντίον της αναιρεσείουσας, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ως προς τις διατάξεις της που αναφέρονται στην συνεκδικασθείσα αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης εναντίον της αναιρεσείουσας.
Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων από κοινού, συμψηφισθούν δε εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης, μετά κατανομή αυτών ανάλογα με την νίκη και ήττα ενός εκάστου (άρθρα 176 και 178 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.10.2005 αίτηση της εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..... ΕΠΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3.545/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος της που αφορά τις διατάξεις της με τις οποίες απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας και επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η συνεκδικασθείσα από 19-07-2001 (αριθμ. κατ. 6.114/2001) αγωγή της αναιρεσείουσας εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3.545/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και επικυρώθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η από 05.02.2002 (αριθμ. κατ. 1307/2002) συνεκδικασθείσα αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση για περαιτέρω εκδίκαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων από ευρώ 1.800 και συμψηφίζει εξ ολοκλήρου τα μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ