Legislator Case Law & Legislation
1731/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559(8) grounds for rejecting vague credit offset arguments.

Case Number 1731/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a debt dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a specific defense regarding credit offsets for debts prior to 2014, claiming this omission violated Article 559(8) of the Code of Civil Procedure. The court ruled this argument inadmissible because the defense was explicitly rejected by the lower court as vague and unsubstantiated, meaning the court had properly considered the claim and dismissed it for lack of clarity rather than ignoring it.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal under Article 559(8) when the lower court has considered a defense and rejected it as vague or unsubstantiated, rather than failing to consider a valid legal argument.

Keywords

AI generated
Article 559(8) appeal vague defense rejection credit offset argument Code of Civil Procedure debt dispute resolution insufficient evidence legal argument dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 416 of the Civil Code
Article 422 of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 650/2020
Supreme Court Case 326/2018
Supreme Court Case 1746/2013
Supreme Court Case 1079/2019
Supreme Court Case 279/2019
Supreme Court Case 258/2019
Supreme Court Case 1376/2022
Supreme Court Case 339/2021
Supreme Court Case 15/2021
Supreme Court Case 250/2020
Supreme Court Case 1162/2019
Supreme Court Case 96/2019
Supreme Court Case 25/2003
Supreme Court Case 14/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1731 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1731/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Βιομηχανικής Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΕΜΑΝ ΕΛΛΑΣ Α.Β.Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "KLEEMAN HELLAS A.B.E.E.", που εδρεύει στο Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλέκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΒΕΕ, ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ", που εδρεύει στην Δάφνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπετχαβά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1240/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3346/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/5/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 3346/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη έφεση κατά της υπ' αρ. 1240/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την αγωγή της αναιρεσείουσας και εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε εν μέρει δεκτή η ως άνω αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη - αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα το ποσό των 141.923,69 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων, ως υπόλοιπο τιμήματος από καταρτισθείσες μεταξύ τους διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεων.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή.

Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής, ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 650/2020, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1746/2013). Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί κατ` ένσταση ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008).

Ο δανειστής, αμυνόμενος, δικαιούται, κατ` αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του προς αυτόν.

Στην τελευταία περίπτωση, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται την ύπαρξη του άλλου χρέους, ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί και ν` αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα, ο δε οφειλέτης ν` αποκρούσει την αντένσταση προβάλλοντας, κατ` επανένσταση, και αποδεικνύοντας, ότι η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επίδικου χρέους με βάση το μονομερή καθορισμό του εξοφλητέου (από τα περισσότερα) χρέους είτε βάσει της διατάξεως του άρθρου 422 εδ. β`ΑΚ (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 1147/2020, ΑΠ 580/2019). Ειδικότερα, όπως σε κάθε ένσταση, πρέπει ν` αναφέρονται από το δανειστή, που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους, τα γεγονότα που, κατά νόμο, την θεμελιώνουν και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από τo δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα ν` αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλουμένων περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, γιατί αλλιώς η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα (ΑΠ 428/2023, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 575/2015, ΑΠ 531/2015). Αν τελικά ο δανειστής δεν μπορέσει ν` αποδείξει ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος που οφείλει ο τελευταίος (ΑΠ 428/2023).

Aπό τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται με το λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ1014/2010).

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση, μολονότι το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, της ενστάσεως είναι αόριστο, ή αντιστρόφως απορρίπτει την ένσταση παρά την επαρκή έκθεση των παραπάνω στοιχείων, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1424/2017 ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 558/2008, ΑΠ 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ενστάσεως, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1014/2010).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε, ως αόριστη, την αντένσταση που προέβαλε με τις προτάσεις της, ότι οι επικαλούμενες από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη καταβολές δεν αφορούν στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος της προς αυτήν, με συνέπεια, κατά παραδοχή της ενστάσεως εξοφλήσεως της τελευταίας, να δεχθεί εν μέρει την αγωγή της.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του Εφετείου προκύπτει ότι προς απόκρουση της προταθείσας από την αναιρεσίβλητη ενστάσεως εξοφλήσεως πρόβαλε την εκ του άρθρου 422 αντένσταση, ισχυριζόμενη τα εξής : "...α) Από τη καρτέλα του προμηθευτή με ημερομηνία εκτύπωσης στις 3-1-2017 και πρώτη καταχώρηση στις 11-2-2010, ήδη από τις 11-2-2010 το χρεωστικό υπόλοιπο της εκκαλούσας ανερχόταν στο ποσό των 2.417.496,67 ευρώ, προκύπτει ότι επομένως η ύπαρξη υπολοίπου σε βάρος της πριν την έκδοση των επίδικων τιμολογίων ήταν δεδομένη........

Εν προκειμένω, εκ των όσων αναφέρει η αντίδικος στις έγγραφες, κατατεθείσες προτάσεις της, σε συνδυασμό με τα πραγματικά περιστατικά αλλά και με το ιστορικό της υπό κρίση αγωγής μας, συνάγεται αναντίρρητα, η εκ μέρους της αναγνώριση της επίδικης οφειλής. Προς επίρρωση δε τούτου, αναφερόμεθα αναλυτικώς: Στο από 17.02.2010 Ιδιωτικό Συμφωνητικό αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας μας και της αντιδίκου. Σε όλα τα σημεία της εκ μέρους της εναγομένης έγγραφης αναφοράς στην αναγνώριση οφειλής της και ειδικότερα : 1) "Δυνάμει του από 17.02.2010 ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΥ η εταιρεία μας αναγνώρισε χρέος της προς την ενάγουσα (Παράγραφος

ΙΙ.Α.

ΙΙ.Α των επίδικων Α' βαθμιων προτάσεων της αντιδίκου όπως αναφέρονται και στην έφεσή της)...

Στην επίδικη περίπτωση, εξαιτίας της υπερημερίας της αντιδίκου ως προς την εξόφληση των επίδικων τιμολογίων και την καταβολή του από 17.02.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού οφειλόμενου υπολοίπου ....προσκαλέσαμε προφορικώς και γραπτώς της εκκαλούσα προκειμένου να τηρήσει τις αναληφθείσες δεσμεύσεις της...". Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω αντένσταση είναι αόριστη, διότι δεν αρκεί μόνον η αναφορά ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της αναιρεσίβλητης στις 11-2-2010 ανερχόταν σε 2.417.496,67 ευρώ, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι υπήρχε μεταξύ τους αλληλόχρεος λογαριασμός και ότι το ποσό αυτό ήταν το οριστικό κατάλοιπο, δεν προσδιορίζει τον χρόνο καταρτίσεως και το τίμημα των επιμέρους πωλήσεων προς την αναιρεσίβλητη, τα αντίστοιχα τιμολόγια, τα οφειλόμενα γι' αυτά ποσά, καταλογίζοντας τις συνομολογούμενες από αυτήν καταβολές της αναιρεσίβλητης σε αντίστοιχες οφειλές της, ούτε συσχετίζει τις καταβολές της αναιρεσίβλητης με τις οφειλόμενες μηνιαίες δόσεις του από 17-2-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνωρίσεως χρέους. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την ως άνω αντένσταση αόριστη και την απέρριψε, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 258/2019).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα με τις προτάσεις της αντένσταση ότι, οι επικαλούμενες από την αναιρεσίβλητη πιστώσεις, για το χρονικό διάστημα προ του έτους 2014, δεν καταλογίζονταν άνευ ετέρου στις επίδικες χρεώσεις, αλλά, ελλείψει ειδικής συμφωνίας ή προτάσεως της αναιρεσίβλητης, καταλογίζονταν στις προγενέστερες οφειλές της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, η ως άνω αντένσταση, όπως προεκτέθηκε, λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε, ως αόριστη.

Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 3346/2020 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ