Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for non-appealable arguments under Article 559(8) of the Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the appellate court erred by failing to consider specific claims regarding the employee's performance and the employer's request for relocation. The court ruled that these arguments were merely justifications for the lawsuit rather than independent legal grounds ('things') required to initiate a cassation appeal under Article 559(8) of the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 501 and 520 of the Code of Civil Procedure; Cassation appeals against judgments are inadmissible if they rely on arguments that are merely justifications for the lawsuit rather than independent legal grounds ('things') that could give rise to the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1731 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1731/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΦΕ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "Μ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΦΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Λεβέντη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Ε. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Αγγελίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 594/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που κήρυξε αναρμόδιο καθ' ύλην το δικαστήριο και παρέπεμψε την αγωγή προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1462/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και των από 12-2-2021 προσθέτων λόγων της ήδη αναιρεσείουσας, η 847/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε με την 2109/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Με την ως άνω διάταξη ορίζεται ως πρώτη προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας, να στρέφεται αυτή κατά ερήμην απόφασης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Οι πρόσθετοι λόγοι, παρά τον αυτοτελή τους χαρακτήρα από άποψη περιεχομένου, εξαρτώνται από την έφεση, φέρουν δε, σε σχέση με αυτήν, παρακολουθηματικό χαρακτήρα.
Τούτο προκύπτει από τα εξής: α) Προϋποθέτουν άσκηση έφεσης, συνεπώς χωρίς έφεση πρόσθετοι λόγοι δεν νοούνται. β) Για την κατ' ουσίαν έρευνα αυτών, απαιτείται η έφεση να έχει ασκηθεί παραδεκτώς, εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις. Οι πρόσθετοι λόγοι δεν συζητούνται, αλλ' απορρίπτονται χωρίς έρευνα της ουσίας αυτών, αν η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη ή τυπικώς άκυρη, επειδή δεν περιέχει ένα τουλάχιστον σαφή και ορισμένο λόγο.
γ) Δεν μπορούν να αναφέρονται σε οποιοδήποτε κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, αλλά μόνο στα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια ή τα αναγκαίως συνεχόμενα με αυτά. Ακολούθως, κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ, δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται.
Εξάλλου, δεν είναι δυνατή η για δεύτερη φορά συζήτηση της αυτής έφεσης, μεταξύ των αυτών διαδίκων, όταν αυτή έχει ήδη κριθεί στην ουσία. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι δεν είναι παραδεκτή η χωριστή συζήτηση και εξέταση των πρόσθετων λόγων, όταν δεν εξετάζεται συγχρόνως και ένας τουλάχιστον λόγος της έφεσης, συνακόλουθα δε, ανακοπή ερημοδικίας στρεφόμενη κατά απόφασης, η οποία έκρινε στην ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, δικάζοντας την έφεση αντιμωλία των διαδίκων και τους πρόσθετους λόγους ερήμην του καθ' ου, δεν είναι παραδεκτή.
Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο, είτε να ερευνηθούν στην ουσία οι πρόσθετοι λόγοι ενώ η έφεση έχει ήδη κριθεί, είτε να εξετασθεί στην ουσία για δεύτερη φορά η ίδια έφεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 9-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 3426/64/2018) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 594/2019 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε τούτο καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το τελευταίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εξέδωσε την υπ' αριθ. 1462/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 27-10-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 78981/6458/2020) έφεση και τους από 12-2-2021 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης 1174/186/2021) πρόσθετους λόγους, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθ. 847/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 2109/2022 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ως προς το ονοματεπώνυμο του πληρεξουσίου δικηγόρου της εκκαλούσας - ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης), με την οποία το ως άνω Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και ερήμην της καθ' ης τους πρόσθετους λόγους, όρισε παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας και ακολούθως δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την αναίρεση της τελευταίας (υπ' αριθ. 847/2022) απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, κατά της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 847/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων ως προς την έφεση και ερήμην της καθ' ης ως προς τους πρόσθετους λόγους, δεν χωρεί ανακοπή ερημοδικίας, κατά συνέπεια η εν λόγω απόφαση είναι τελεσίδικη από τη δημοσίευσή της (21-2-2022), χωρίς να απαιτείται προς τούτο επίδοση αυτής και παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας.
Κατόπιν αυτού, η κρινόμενη από 21-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5860/642/2022) αίτηση για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 του άρθρου 564 αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την προαναφερόμενη από 9-1-2018 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι στις 22-10-2013 προσελήφθη από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μερικής απασχόλησης, προκειμένου να εργαστεί επί 20 ώρες εβδομαδιαίως και 4 ώρες ημερησίως σε πενθήμερη βάση, με μηνιαίο μισθό 300 ευρώ, στην επιχείρηση της τελευταίας, η οποία διατηρεί και εκμεταλλεύεται τα καταστήματα παρασκευής και πώλησης καφέ, ροφημάτων και λοιπών προϊόντων με την επωνυμία STARBUCKS ανά την Ελλάδα.
Ότι τα καθήκοντα που της ανατέθηκαν με την ένδικη σύμβαση ήταν εξυπηρέτηση πελατών, παρασκευή και πώληση ροφημάτων, πωλήσεις τροφίμων, εμπορευμάτων και καφέ, παραλαβή-τοποθέτηση-τακτοποίηση εμπορευμάτων, ταμείο, καθαρισμός καταστήματος, εξοπλισμός χώρου, διακόσμηση καταστήματος και δειγματισμός προϊόντων σε εξωτερικούς χώρους.
Ότι με βάση τα καθήκοντα αυτά και σύμφωνα με την τότε ισχύουσα ΕΓΣΣΕ, στην οποία υπαγόταν κατά ρητή πρόβλεψη της ένδικης σύμβασης, είχε την ειδικότητα του μπουφετζή και ανήκε στην κατηγορία των εργατοτεχνιτών, ωστόσο στη σύμβαση εργασίας της αναγράφηκε ψευδώς και ακολούθως αναγγέλθηκε από την εναγομένη στις αρμόδιες αρχές ότι είχε προσληφθεί ως πωλητής - ταμίας, δηλαδή ως υπάλληλος.
Ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της, η εναγομένη της κατέβαλλε αμοιβή υπαλλήλου αντί της οφειλομένης υψηλότερης αμοιβής εργατοτεχνίτη, ενώ την απασχολούσε επιπλέον ώρες, πέραν των συμφωνηθεισών, χωρίς να της καταβάλλει τις αντίστοιχες επιπλέον αμοιβές, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Ότι από την πρόσληψή της έως την εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της ένδικης σύμβασης εκτελούσε προσηκόντως τα καθήκοντα που της είχαν ανατεθεί, χωρίς ουδέποτε να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα, ωστόσο τον Φεβρουάριο του έτους 2017 η εναγομένη τη μετακίνησε από το κατάστημα της Κάτω Κηφισιάς σε εκείνο του Αμαρουσίου και ακολούθως, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, στο κατάστημα Βριλησσίων, χωρίς να υπάρχει υπηρεσιακός λόγος και ενώ γνώριζε ότι της δημιουργούσε πρόβλημα, καθόσον είχε ενημερωθεί εγγράφως από αυτήν ότι η μητέρα της είναι καρκινοπαθής και ότι η ίδια δεν διαθέτει δικό της μεταφορικό μέσο.
Ότι οι ανωτέρω μετακινήσεις έγιναν με σκοπό να εξαναγκαστεί αυτή σε οικειοθελή αποχώρηση, πλην όμως δεν το έπραξε, με αποτέλεσμα στις 19-10-2017 η εναγομένη να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, με επίδοση σ' αυτήν σχετικού εγγράφου. Ότι η ανωτέρω καταγγελία είναι άκυρη, καθόσον έγινε για λόγους εκδίκησης, επειδή αυτή αφενός διεκδίκησε τα νόμιμα εργασιακά δικαιώματά της και αφετέρου ανέπτυξε νόμιμη συνδικαλιστική δράση με σκοπό την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων της ίδιας και των συναδέλφων της.
Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 19.350,51 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2017, Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2018 και σε διαφορές αποδοχών των ετών 2013 έως 2017, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται στο δικόγραφο της αγωγής.
Κατόπιν της προαναφερθείσας διαδικαστικής πορείας της ένδικης αγωγής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 847/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της.
Ι) Κατά το άρθρο 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. της 8/13-12-1928, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 2655/1953, "Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος Νόμου θεωρείται παν πρόσωπον κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ' αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι, οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και παν εν γένει πρόσωπον το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση χαρακτηρισμό αυτού ή τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι' αυτή και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Έτσι, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται και εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως η ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας, το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 1469/2022, ΑΠ 244/2022, 355/2021, ΑΠ 135/2021, ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 1405/2014, ΑΠ 90/2009, ΑΠ 2054/2006).
Οι έννοιες δε του υπαλλήλου και του εργάτη είναι νομικές και ως εκ τούτου υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών και την απόδοση του οικείου χαρακτηρισμού (ΑΠ 1469/2022, ΑΠ 1036/2019).
ΙΙ) Με το άρθρο μόνο παρ. 1 και 2 της υπ' αριθ. 102/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 21768 της 26/27-11-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 11452 της 4/11-2-1985 απόφαση του ίδιου Υπουργού, ορίζεται ότι "1. Στις διατάξεις της απόφασης αυτής υπάγεται το προσωπικό των πάσης φύσεως τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων όλης της χώρας.
Δηλαδή: α) του προσωπικού εν γένει των Εστιατορίων, Ζυθεστιατορίων, Ταβερνών, Μπαρ, Νυκτερινών Κέντρων, Κέντρων Διασκεδάσεως και κάθε καταστήματος στο οποίο λειτουργεί αμιγές τμήμα εστιατορίου καθώς και β) του προσωπικού των καφενείων, Καφέ, Σνακ Μπαρ, Ουζερί, Αναψυκτηρίων Λεσχών, Κυλικείων, Εντευκτηρίων, Καφεζαχαρο-πλαστείων, Καφέ - Ζυθοζαχαροπλαστείων, Γαλακτοπωλείων, Γαλακτο-τροφείων, FAST FOOD, Ντισκοτέκ Καφωδείων, Μπουάτ, Μπυραριών, Πιτσαριών και Καφετεριών, Παμπς, (PUBS), Πιάνο Μπαρ, Καταστημάτων Χορτοφαγίας και ποικίλων εδεσμάτων και κάθε εν γένει καταστήματος όπου λειτουργεί τμήμα καφετέριας, πιτσαρίας, ζαχαροπλαστείων και λοιπών μικτών ή συναφών τοιούτων, ανεξάρτητα της άδειας λειτουργίας των όλης της χώρας. 2.
Καθιερώνεται από 1.1.85 πενθήμερο με 40 ώρες εργασίας και δύο συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης σε όλα τα καταστήματα της παρ. 1 της απόφασης αυτής. Εξαιρούνται τα αμιγή Καφενεία και Καφέ Μπαρ Μεγάρων. Για τα αμιγή Καφενεία από Β' Κατηγορία και πάνω οι ημέρες εργασίας καθορίζονται σε πέντε για δύο εβδομάδες και έξι για άλλες δύο εβδομάδες".
IΙΙ) Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
ΙV) Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2053/2014).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή, με το πρώτο σκέλος αυτού η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και με το δεύτερο σκέλος η πλημμέλεια εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, συνιστάμενες αντίστοιχα σε ευθεία και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων α) του άρθρου 10 του Ν. 3514/1928, όπως τούτο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4558/1930 και ακολούθως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 2655/1953, β) του Ν. 4093/2012, γ) του άρθρου 1 παρ. 2 της υπ' αριθ. 102/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών και δ) της ΕΓΣΣΕ, όσον αφορά το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού της ενάγουσας ως υπαλλήλου ή εργάτριας.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη υπό τα στοιχ. ΙΙΙ και IV, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, όσον αφορά τις υπό στοιχ. β' και δ' αιτιάσεις του, καθόσον δεν προσδιορίζονται οι διατάξεις του Ν. 4093/2012 ούτε η ΕΓΣΣΕ που παραβιάστηκαν.
Περαιτέρω, ως προς τις υπό στοιχ. α' και γ' αιτιάσεις του, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα κατήρτισε στις 22.10.2013 με την εναγόμενη εταιρεία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μερικής απασχόλησης, για να εργαστεί με μηνιαία αμοιβή 300 ευρώ μικτά, και επί 20 ώρες εβδομαδιαία και 4 ώρες ημερησίως, στην επιχείρηση καταστημάτων παρασκευής και πώλησης ροφημάτων της εναγόμενης, με καθήκοντα την εξυπηρέτηση πελατών, παρασκευή και πώληση ροφημάτων, την πώληση τροφίμων εμπορευμάτων και καφέ, την παραλαβή - τοποθέτηση - τακτοποίηση εμπορευμάτων, τη χρήση ταμείου, και τον καθαρισμό και διακόσμηση καταστήματος.
Με βάση τα καθήκοντα που ανατέθηκαν στην ενάγουσα με τη σύμβαση αυτή, η θέση εργασίας την οποία ανέλαβε είναι θέση μπουφετζή καφενείου και όχι ταμία πωλητή, όπως αναγράφηκε στη σύμβαση και τη γνωστοποίηση όρων εργασίας (για τον ορισμό του μπουφετζή βλ. ενδεικτικά για την περιγραφή και οριοθέτηση της ειδικότητας του μπουφετζή το επαγγελματικό περίγραμμα του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού, στην ιστοσελίδα του οργανισμού).
Ανήκει, συνεπώς, κατ' αρχήν στην κατηγορία των εργατοτεχνιτών και όχι των υπαλλήλων, εκτός αν αποδειχθεί.... ότι παρείχε συστηματική και εξειδικευμένη εργασία, απαιτούσα εμπειρία που αποκτήθηκε σε βάθος χρόνου, με ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης, με συνεχή παρακολούθηση και αντίληψη, με συνέπεια το πνευματικό στοιχείο να υπερτερεί του σωματικού.
Πλην όμως, η ενάγουσα ήταν νεοπροσληφθείσα, με μηδενική προϋπηρεσία και επαγγελματική εμπειρία, στη θέση αυτή και δεν προκύπτει ότι της ανατέθηκαν οποτεδήποτε καθήκοντα που να απαιτούν ιδιαίτερες γνώσεις και αντίληψη και ανάληψη πρωτοβουλίας (όπως λ.χ. η εν τοις πράγμασι διεύθυνση καταστήματος, η εκπαίδευση νέων εργαζόμενων κλπ.).
Η ενάγουσα, συνεπώς, ήταν εργάτρια που συμφωνήθηκε -νόμιμα- να αμείβεται με μισθό και όχι με ημερομίσθιο. Ο συμφωνημένος μισθός, όμως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερος των αντίστοιχων με τη θέση και τις ημέρες και ώρες εργασίας της ενάγουσας, που προβλέπονται για τους εργάτες από την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή τις προβλεπόμενες από την τυχόν δεσμεύουσα την εργοδότρια κλαδική σύμβαση.
Σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης ΕΓΣΣΕ και τις διατάξεις του ν. 4093/2012 το ημερομίσθιο του εργάτη άνω των 25 ετών και χωρίς προϋπηρεσία (όπως η ενάγουσα) ανερχόταν σε 26,18 ευρώ. Με το άρθρο 1 παρ. 2 της 102/84 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 21768/1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και υποχρεωτική με την 11452/85 απόφαση του ίδιου Υπουργού οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις επισιτισμού υπάγονται στο σύστημα της πενθήμερης εργασίας....".
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3514/1928, όπως τούτο τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4558/1930 και ακολούθως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 2655/1953, ούτε των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου μόνου της υπ' αριθ. 102/1984 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες δικαίου, ως προς το ζήτημα του χαρακτηρισμού της ενάγουσας ως υπαλλήλου ή εργατοτεχνίτη.
Συνεπώς, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένος, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή για να είναι ορισμένη πρέπει, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ΚΠολΔ, να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 14/2022).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχάς, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (OλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 70/2023, ΑΠ 32/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1321/2015).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 622 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης προφανώς των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στη περίπτωση αυτή, ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές του, λόγω της υπερημερίας του, κατά τα άρθρα 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 601/2013). Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης, λόγω προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως από το νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία κατά την έννοια της διάταξης αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και οι ενέργειες που αποσκοπούν στην κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Για να είναι δε άκυρη, κατά το ως άνω άρθρο, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης του μισθωτού, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής απόφασης του εργοδότη για την καταγγελία, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση (ΑΠ 562/2022, ΑΠ 927/2017, ΑΠ 2183/2013, ΑΠ 713/2010, ΑΠ 282/2009, ΑΠ 561/2007) και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 2183/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1, 8, 14 και 19 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος του ως άνω λόγου προβάλλεται η αιτίαση εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρά τον νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο λόγω αοριστίας της αγωγής, παρότι σχετική ένσταση είχε προβληθεί από αυτήν (αναιρεσείουσα) παραδεκτά με τις πρωτόδικες προτάσεις της και είχε νομίμως επαναφερθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης, η οποία (αοριστία) συνίσταται σε μη εξειδίκευση των περιστατικών που στοιχειοθετούν την επικαλούμενη από την ενάγουσα συνδικαλιστική δράση της, επί των οποίων θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αυτής για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα ισχυρίστηκε, ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα, τα εξής: ".... από την αρχή ακόμη της πρόσληψής μου στην αντίδικο αλλά ιδιαίτερα το τελευταίο εξάμηνο πριν τη μετάθεσή μου από το κατάστημα της Κ.
Κηφισιάς διεκδικούσα τα οφειλόμενα σε εμένα από τη διαφορά της ειδικότητάς μου, τις επιπλέον ώρες εργασίας μου, τις εκκαθαρίσεις μισθοδοσίας μου και λοιπά άλλα εργασιακά μου δικαιώματα, προτρέποντας και άλλους συναδέλφους μου να πράξουν το ίδιο. Το ίδιο συνέχισα να κάνω και κατά την παραμονή μου στο κατάστημα του Mall στα Βριλήσσια.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, άλλη αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μου, μικρό χρονικό διάστημα μετά τη διεκδίκηση των νόμιμων εργασιακών μου δικαιωμάτων, ήταν και η ενημέρωση των συναδέλφων μου προφορικά και έγγραφα για τα δικά τους δικαιώματα και η ανάπτυξη από μέρους μου νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης.
Και για το λόγο αυτό η καταγγελία της σύμβασης εργασίας μου είναι καταχρηστική....". Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι το ασκούμενο με την ένδικη αγωγή δικαίωμα της ενάγουσας για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ως καταχρηστικής, έχει ως βάση λόγους εκδίκησης εκ μέρους της εναγομένης εργοδότριας εταιρείας, επειδή αυτή (ενάγουσα) α) διεκδίκησε τα νόμιμα εργασιακά δικαιώματά της και β) ανέπτυξε νόμιμη συνδικαλιστική δράση.
Εφόσον δε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η αγωγή έγινε δεκτή ως προς αμφότερες τις νομικές θεμελιώσεις του ως άνω δικαιώματος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς την υπό στοιχ.
β' νομική θεμελίωσή της. Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες αντίστοιχα σε ευθεία και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 από το Εφετείο με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ως προς το ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εξαιτίας της ανάπτυξης από αυτήν συνδικαλιστικής δράσης.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, στην οποία προέβη η εναγόμενη την 19-10-2017, επιδίδοντας το σχετικό έγγραφο, πραγματοποι-ήθηκε για λόγους εκδίκησης, επειδή η ενάγουσα είχε αρχίσει να διερευνά και να αμφισβητεί τον τρόπο υπολογισμού των αμοιβών της, είχε ζητήσει αποδείξεις μισθοδοσίας, έχοντας ζητήσει μάλιστα συμβουλή και από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στον Επισιτισμό (ο γενικός γραμματέας, μάλιστα, κατέθεσε για λογαριασμό της ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Αθηνών).
Επιπλέον διέδιδε την αμφισβήτησή της και σε άλλους εργαζόμενους και τους προέτρεπε να πράξουν ότι και η ίδια, είχε δηλαδή έστω και στοιχειώδη συνδικαλιστική δράση. Για το λόγο αυτό δε, η εναγόμενη τη μετακίνησε δύο φορές προκειμένου να την υποχρεώσει να παραιτηθεί. Έτσι τον Φεβρουάριο του έτους 2017 τη μετακίνησε από το κατάστημα Κάτω Κηφισιάς σε αυτό του Αμαρουσίου, καίτοι δεν υπήρχε υπηρεσιακός λόγος και ενώ γνώριζε ότι δημιουργούσε πρόβλημα στην ενάγουσα, αφού κι είχε ενημερωθεί εγγράφως ότι η μητέρα της ήταν καρκινοπαθής και γνώριζε ότι η ίδια δεν κατείχε μεταφορικό μέσο.
Οι δε ισχυρισμοί της, ότι μετακίνησε την ενάγουσα λόγω περιορισμένης υπηρεσιακής απόδοσης και αργοπορημένης προσέλευσης, είναι προδήλως αντιφατικοί, αφού σε αυτή την περίπτωση, μετακινώντας την σε άλλο κατάστημα, στο οποίο είχε ακόμα χειρότερη πρόσβαση, απλά θα χειροτέρευε το πρόβλημα. Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, τόσο ως γενικώς καταχρηστική (εκδικητική) όσο και ως οφειλόμενη σε συνδικαλιστική δράση....
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή, η οποία είναι επαρκώς ορισμένη, παρά τα περί του αντιθέτου διατεινόμενα από την εναγόμενη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία, να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εναγόμενη εργοδότρια που έλαβε χώρα στις 19.10.2017....".
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, διαλαμβάνοντας ως προς το ζήτημα τούτο, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, την αιτιολογία ότι η ένδικη καταγγελία έγινε για λόγους εκδίκησης εξαιτίας της εκ μέρους της ενάγουσας διεκδίκησης των νόμιμων εργασιακών δικαιωμάτων της, καθώς και την επάλληλη αιτιολογία ότι είναι άκυρη επειδή έγινε εξαιτίας της εκ μέρους της ενάγουσας ανάπτυξης νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης.
Συνεπώς, είναι αλυσιτελής ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά την ως άνω επάλληλη αιτιολογία της, όχι δε και ως προς εκείνη περί διεκδίκησης από την ενάγουσα των νόμιμων εργασιακών δικαιωμάτων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 79/2023, ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 79/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο αφενός δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με το δικόγραφο της έφεσης ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ότι οι μετακινήσεις της ενάγουσας (από το κατάστημα της Κάτω Κηφισιάς σε εκείνο του Αμαρουσίου και ακολούθως των Βριλησσίων) έγιναν κατόπιν αιτήσεώς της και με τη σύμφωνη γνώμη της και αφετέρου έλαβε υπόψη του μη προβληθέντα από αυτήν (εκκαλούσα) ισχυρισμό, ήτοι ότι οι μετακινήσεις της ενάγουσας οφείλονταν στην πλημμελή απόδοση και στην ασυνέπεια αυτής. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως προς το τρίτο σκέλος του, καθόσον οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που οδηγούν στη γέννηση ή στην κατάλυση των ασκηθέντων με την αγωγή δικαιωμάτων της ενάγουσας, που είναι η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και η επιδίκαση των οφειλομένων αποδοχών της, αλλά αντιθέτως πρόκειται για επιχειρήματα του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον παραδεκτώς προβληθέντα με τις πρωτόδικες προτάσεις της και επαναφερθέντα με σχετικό λόγο έφεσης ισχυρισμό της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ότι αποκλειστικό λόγο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας αποτέλεσε η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων της, η κακή απόδοσή της και η μη ανταπόκρισή της στις συστάσεις των προϊσταμένων της.
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Κατόπιν αυτού και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 5860/ 642/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 847/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2023.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ