Supreme Court partially allowed appeal against eviction ruling, remanding case to re-evaluate unjust enrichment claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the Third Instance Court's decision rejecting the plaintiff's claim for rent arrears. While the court dismissed the primary claim based on prescription, it found the appellate court erred by failing to examine the secondary claim for unjust enrichment. Consequently, the case was remanded to the same court for further proceedings on this specific legal ground.
Legislator headnote
AI generatedArticles 961, 962, 1098 of the Civil Code; The appellate court must examine all valid legal bases of a claim presented by the appellant, including secondary grounds like unjust enrichment, and cannot dismiss the case if it fails to address a valid claim that was previously rejected at first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1731 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1731 /2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΔΗΜΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΙ ΔΥΤ. ΑΤΤΙΚΗΣ, για την ίδρυση κοινού Νεκροταφείου", που εδρεύει στο Σχιστό Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηγιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) κοινοπραξίας των ανωνύμων εταιρειών με την επωνυμία "... - ... - ... - ...", πρώην "... - ... - ... - ...", πρώην "... - ... - ... - ..." που προήλθε από την "... - ... - ... - ...", η οποία έχει την έδρα της στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την διαχειρίστρια και μέλος της, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και 2) του μέλους της ανωτέρω Κοιπραξίας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία έχει την έδρα της στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κατσαμπάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3595/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 413/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 23-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν για τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, με την από 4-6-2015 αγωγή του, αφού εξέθετε ότι τυγχάνει κύριος του αναφερόμενου κυλικείου, που βρίσκεται στο χώρο της Κεντρικής Πλατείας του Νεκροταφείου Σχιστού, του οποίου την εκμετάλλευση είχε παραχωρήσει ως εργολαβικό αντάλλαγμα στην πρώτη εναγόμενη Κοινοπραξία, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, της οποίας μέλος τυγχάνει η δεύτερη εναγόμενη, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, για το διάστημα από 28-2-1998 έως και 28-2-2004, και ότι η ως άνω Κοινοπραξία δεν απέδωσε το εν λόγω κυλικείο, όταν παρήλθε ο ως άνω συμφωνημένος χρόνος, αντιποιούμενη έτσι τη νομή του, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες να της καταβάλουν, καθεμία εις ολόκληρον, το ποσό των 2.135.000,00 ευρώ, κυρίως, ως μισθώματα που θα εισέπραττε, για το διάστημα από 29-2-2004 έως και Μάρτιο 2009, τα οποία θα εισέπραττε με την εκμίσθωσή του, μετά από δημόσιο διαγωνισμό, σε τρίτον και τα οποία στερήθηκε λόγω της αυθαίρετης στέρησης της εκμετάλλευσής του, επικουρικά δε, ως όφελος της πρώτης αναιρεσίβλητης κοινοπραξίας από την απ' αυτήν εκμετάλλευση του ανωτέρω κυλικείου, με αυτεπιστασία, αποκομίζοντας η ίδια μηνιαία εισοδήματα, άνω των 35.000,00 ευρώ μηνιαίως, το ως άνω διάστημα, κατά τα οποία, επί ζημία του, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη, άλλως, και επικουρικώς, ως ωφελήματα που απέκτησε η ίδια ως κακόπιστος νομέας κατά το αυτό χρονικό διάστημα.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμ. 3595/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, έγινε δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 1099 ΑΚ, και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσίβλητες να καταβάλουν, καθεμία εις ολόκληρον, στην αναιρεσείουσα, ως κυρία του αναφερόμενου κυλικείου, το ποσό του 1.793.000,00 ευρώ, απορρίποντας ως απαράδεκτη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί παραγραφής της ένδικης απαίτησης, ως προβληθείσα το πρώτον με την προσθήκη - αντίκρουση μετά τη συζήτηση της υπόθεσης.
Στη συνέχεια, επί της ασκηθείσας από τις αναιρεσίβλητες έφεσης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου, το οποίο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή λόγω παραγραφής, κατά παραδοχή της προβληθείσας από τις αναιρεσίβλητες σχετικής ένστασης, τόσο κατά την κύρια βάση, ως προς την οποία είχε γίνει δεκτή, όσο και κατά τη δεύτερη, μη εξετασθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επικουρική βάση αυτής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096 και 1098 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο, πέρα από την αναγνώριση της κυριότητάς του, την απόδοση του πράγματος, και την απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής, αλλά και των ωφελημάτων που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, και, περαιτέρω, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία, ήτοι ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης να εξαγάγει (ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1290/2019).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1096, 1098, 961 και 962 ΑΚ προκύπτει ότι ωφελήματα είναι οι φυσικοί καρποί, δηλαδή τα φυσικά προϊόντα του πράγματος και καθετί που πορίζεται αυτός από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, αν και δεν είναι προϊόν αυτού, καθώς και κάθε πρόσοδος που αποφέρει το πράγμα δυνάμει κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή οι πολιτικοί καρποί, όπως π.χ.
το μίσθωμα, αλλά και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 1232/2017, ΑΠ 435/2016, ΑΠ 707/2016).
Κατά το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην παραγραφή της διάταξης αυτής υπάγονται και οι αξιώσεις από τα άρθρα 1096-1100 του ΑΚ και μόνον κατ` εξαίρεση η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 1290/2019, ΑΠ 572/2017, ΑΠ 907/2015, ΑΠ 1372/2014, αντίθ.
ΑΠ 1771/2014, ΑΠ 2267/2013). Με το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ, θεσπίζεται εξαίρεση της κατά το άρθρο 249 του ίδιου Κώδικα παραγραφής των αξιώσεων και σύμφωνα με αυτό, οι αξιώσεις των καθυστερούμενων προσόδων, κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά κλπ. παραγράφονται σε πέντε χρόνια. Στην έννοια των καθυστερούμενων προσόδων υπάγονται οι φυσικοί ή πολιτικοί καρποί και τα εν γένει ωφελήματα που παρέχει η χρήση του πράγματος βάσει έννομης σχέσης.
Περιοδικώς επαναλαμβανόμενη παροχή είναι εκείνη η οποία έχει εκ των προτέρων καθορισμένο περιεχόμενο και επαναλαμβάνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, χωρίς να τελεί ως προς τη γέννηση και την ύπαρξή της υπό κάποια αίρεση, ενώ παρέχεται με μόνη την πάροδο του χρόνου που έχει τεθεί από το νόμο ή από δικαιοπραξία, χωρίς να είναι αναγκαίο το περιεχόμενο των εκάστοτε παροχών να είναι ακριβώς όμοιο, αρκεί μόνο να πρόκειται για παροχές σαφώς προκαθορισμένες που στηρίζονται σε ενιαία σχέση και είναι ενωμένες σε ενιαία νομική και οικονομική οντότητα (ΑΠ 574/2020, ΑΠ 566/2016), ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 251 και 253 ΑΚ η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΠ 1290/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ενάγον ΝΠΔΔ, Σύνδεσμος Δήμων διαμερισμάτων Πειραιώς και Δυτικής Αττικής (Πειραιώς, Νίκαιας, Κερατσινίου, Αγίου Ιωάννη Ρέντη, Μοσχάτου και Κορυδαλλού) (αναιρεσείον) συστήθηκε με την με αρ. 8608/1.11.1984 απόφαση του Νομάρχη Αττικής (ΦΕΚ Β 805/1984) για την ίδρυση και λειτουργία κοινού κοιμητηρίου.
Στην κυριότητα του ενάγοντος περιήλθε κατόπιν δωρεάς από την Εκκλησία της Ελλάδος, όπως συνομολογείται από τις εναγόμενες - εκκαλούσες (αναιρεσίβλητες) εδαφική έκταση 330 στρεμμάτων, κείμενη στην περιοχή Λακώμματα Σχιστού Σκαραμαγκά, του Δήμου Περάματος Αττικής. Κατόπιν διενέργειας της από 20.05.1994 δημοπρασίας, με την από 26.7.1994 σύμβαση παραχώρησης, το ενάγον ανέθεσε στην πρώτη εναγόμενη - εκκαλούσα κοινοπραξία τη μελέτη, κατασκευή και χρηματοδότηση κοινού κοιμητηρίου, στην άνω εδαφική έκταση.
Η πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία συστάθηκε με το από 1.5.1994 ιδιωτικό συμφωνητικό, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα από 26.7.1994, 8.10.1996, 1.1.1997, 24.6.1997, 19.12.2002, 15.3.2007 και 26.1.2011 συμφωνητικά, για την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, δηλαδή για εμπορικό σκοπό, της οποίας μέλος είναι η δεύτερη εναγόμενη - εκκαλούσα. Ως εργολαβικό αντάλλαγμα (άρθρο 4) ορίστηκε στη σύμβαση παραχώρησης ότι η ανάδοχος θα είχε δικαίωμα εκμετάλλευσης ορισμένων χώρων του νεκροταφείου και μεταξύ αυτών του μοναδικού κυλικείου επιφάνειας 300 τ.μ., που προοριζόταν αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση των προσερχόμενων στις τελετουργικές εκδηλώσεις του κοιμητηρίου, για χρονικό διάστημα 6 ετών.
Από την έναρξη λειτουργίας του έργου οι Δήμοι υποχρεούντο να σταματήσουν τη λειτουργία των υπαρχόντων νεκροταφείων τους (Ανάστασης - Νεάπολης - Περάματος) και να κάνουν αποκλειστική χρήση του συγκεκριμένου κοιμητηρίου (άρθρο 15 αρ. 5) και σε περίπτωση παράβασης της άνω υποχρέωσής τους από οποιονδήποτε Δήμο ορίστηκε ποινική ρήτρα ποσού 500.000.000 δραχμών σε βάρος του ενάγοντος (άρθρο 7).
Εξάλλου, με τον από το έτος 1997 Κανονισμό Λειτουργίας των Δικαιωμάτων Χρήσεως του Νεκροταφείου, η έναρξη της πλήρους λειτουργίας αυτού, καθορίστηκε ως ο χρόνος έναρξης της πρώτης ταφής, η οποία έλαβε χώρα στις 28.02.1998, οπότε και η πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία απέκτησε τη χρήση και την εκμετάλλευση του κυλικείου και παράλληλα άρχισε η διαδρομή του χρόνου της εξαετούς διάρκειας παραχώρησης του κυλικείου σε αυτή.
Ο χρόνος έναρξης της πλήρους λειτουργίας του νεκροταφείου, όπως καθορίστηκε πιο πάνω, δεν συνδέθηκε με την υποχρέωση των Δήμων να κάνουν αποκλειστική χρήση αυτού, ώστε, η μη πλήρης συμμόρφωση των Δήμων με την άνω υποχρέωσή τους - περίπτωση για την οποία προβλέφθηκε ποινική ρήτρα σε βάρος του ενάγοντος, κατά τα ανωτέρω - δεν μετέβαλε τον χρόνο έναρξης της πλήρους λειτουργίας του νεκροταφείου και το χρόνο παραχώρησης των εργολαβικών ανταλλαγμάτων.
Οι εναγόμενες, παρόλο που εκμεταλλεύονταν το επίδικο κυλικείο από την 28.2.1998, δεν παρέδωσαν την νομή και κατοχή αυτού, με το πέρας της εξαετούς εκμετάλλευσης (28.2.2004). Το ενάγον με τις με τις από 13.10.2003 εξώδικες προσκλήσεις που κοινοποίησε στις εναγόμενες στις 29.10.2003, κάλεσε αυτές να προσέλθουν την 1.3.2004 στο γραφείο του Προέδρου του για την υπογραφή του σχετικού πρωτοκόλλου, χωρίς όμως ανταπόκριση από μέρους τους, με αποτέλεσμα το ενάγον να υποχρεωθεί να ασκήσει σε βάρος τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 25.02.2005 και με αριθμ.
κατάθ. 1548/2005 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί νομέας του επίδικου κυλικείου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του το αποδώσουν. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 1493/2006 απόφαση αυτού του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 80/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Μετά την έκδοση της ανωτέρω τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, το ενάγον επέσπευσε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των εναγόμενων και δυνάμει της υπ' αριθμ. 422/05.06.2009 έκθεσης αποβολής και εγκατάστασης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σωτηρίας Καραγιάννη, απέβαλε τις εναγόμενες από το επίδικο ακίνητο και εγκαταστάθηκε το ίδιο σε αυτό.
Με βάση τα ανωτέρω, οι εναγόμενες, από την 29.2.2004, όπως κρίθηκε και με την προαναφερόμενη με αρ. 80/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατείχαν παράνομα το επίδικο κυλικείο, αντιποιούμενες με κακή πίστη τη νομή του ενάγοντος, οφείλοντας έκτοτε να αποζημιώσουν αυτό με την αξία των ωφελημάτων - μισθωμάτων, που ήταν δυνατό να εξαχθούν από το συγκεκριμένο κυλικείο, αν το εκμίσθωνε το ενάγον, το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (29.2.2004- 31.3.2009), τα οποία αυτό αποστερήθηκε.
Οι εκκαλούσες όμως, με τον μοναδικό λόγο της έφεσής τους, ισχυρίζονται ότι η αξίωση του ενάγοντος, τόσο από την αδικοπραξία (άρθρα 1099, 914 ΑΚ), όσο και από αυτή της διάταξης του άρθρου 1098 ΑΚ, έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, δεδομένου ότι από τον Μάρτιο του 2004, όταν γεννήθηκε η αξίωση του ενάγοντος από την αδικοπραξία και το ίδιο έτος, όσον αφορά τα ωφελήματα (όπως εκτιμάται), έως τις 10.6.2015 που ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πάνω από έξι έτη.
Ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως απαράδεκτο και, σε κάθε περίπτωση, αυτός αποδεικνύεται εγγράφως, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, από το δικόγραφο της αγωγής. Ο άνω ισχυρισμός είναι ορισμένος και νόμιμος, αφού αναφέρεται η αφετηρία της παραγραφής, τόσο για την αξίωση από αδικοπραξία (29.2.2004), όσο και την αξίωση από τη διάταξη του άρθρου 1098 ΑΚ (το τέλος του 2004) και ακόμα αναφέρεται ο χρόνος άσκησης της αγωγής του ενάγοντος (10.6.2015).
Ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται παραδεκτά στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθώς αποδεικνύεται εγγράφως, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, από το ίδιο το αντίγραφο του δικογράφου αγωγής του ενάγοντος, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούσες, όπου αναγράφεται το χρονικό διάστημα για το οποίο ασκεί την αξίωσή του το ενάγον (29.2.2004 - 3/2009) και φαίνεται και ο χρόνος επίδοσης της αγωγής, 10.6.2015....
Σημειώνεται ότι το ενάγον δεν προβάλλει αντένσταση διακοπής της παραγραφής.
Συνεπώς, κατόπιν της ένστασης των εκκαλουσών - εναγόμενων που προτείνουν παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το μοναδικό λόγο έφεσής τους, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω παραγραφής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα από τις αναιρεσίβλητες ένσταση παραγραφής, δέχθηκε την ασκηθείσα από αυτές έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή, κατά την κύρια βάση αυτής, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 1099 και 298 ΑΚ, και στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη, τόσο κατά την ως άνω κύρια βάση της, δεχόμενο ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος υπέκυψε στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 937 εδ.
α' ΑΚ πενταετή παραγραφή, όσο και κατά τη μη εξετασθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεύτερη επικουρική βάση αυτής, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1098 ΑΚ, για το λόγο ότι υπέκυψε στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17, 253 ΑΚ παραγραφή, ενώ ως προς την πρώτη επικουρική βάση, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ, ως προς την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη, έκρινε ότι αυτή δεν μεταβιβάστηκε με την έφεση των ηττηθέντων εναγόμενων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού ο αναιρεσείων δεν είχε ασκήσει επικουρική έφεση κατά της σχετικής απορριπτικής διάταξης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι δηλαδή ήταν νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση παραγραφής που πρότειναν οι αναιρεσίβλητες, και κατά παραδοχή αυτής, απέρριψε την ερειδόμενη στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρ. 914, 1099, 298 ΑΚ) κύρια βάση της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις 937 παρ. 1α και 1099 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από 29-2-2004, χρόνο αντιποίησης από την πρώτη αναιρεσείουσα της νομής του παρακρατούμενου απ' αυτήν ακινήτου, οπότε η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου αποζημίωσης, αλλά και από 5-6-2009, χρόνο αποβολής της πρώτης αναιρεσείουσας από το ακίνητο, έως 10.6.2015, οπότε επιδόθηκε η κρινόμενη αγωγή, παρήλθε χρόνος πλέον της πενταετίας, και, συνεπώς, η παραπάνω ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος υπέκυψε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, με αποτέλεσμα να θεμελιούται η απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση αυτής.
Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλόμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων άρθρων 937 παρ. 1α, 914, 1099 και 298 του ΑΚ, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την ουσιαστική παραδοχή της ένστασης παραγραφής της ένδικης απαίτησης από αδικοπραξία, ήτοι το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, με προσδιορισμό της γνώσης του υπόχρεου και της ζημίας, καθώς και ο χρόνος επίδοσης της αγωγής, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναφορά και ετέρων στοιχείων.
Επομένως, οι δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος, από τους αρ. 1 και 19 και τρίτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τις προβαλλόμενες λοιπές αιτιάσεις, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν αιτιολόγησε το παραδεκτό της υποβολής το πρώτον με το εφετήριο της ένστασης παραγραφής της ένδικης απαίτησης και, ειδικότερα τη βραδεία υποβολή αυτής από δικαιολογημένη αιτία, είναι απαράδεκτος, αφού ο παραπάνω λόγος δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για παράβαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 718/2021, ΑΠ 1272/2021).
Καθό μέρος, όμως, το Εφετείο δέχθηκε την προβληθείσα από τις αναιρεσίβλητες ένσταση παραγραφής ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, και κατά παραδοχήν αυτής απέρριψε την ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1098 Α.Κ., και μη εξετασθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, ήτοι της απόδοσης ωφελημάτων που απέκτησε η πρώτη αναιρεσίβλητη ως κακόπιστη νομέας του ακινήτου, για το χρονικό διάστημα από 29-2-2004 έως 31-3-2009, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1098 και 250 αρ. 17 Α.Κ., τις οποίες εσφαλμένως εφάρμοσε, μολονότι δεν ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, καθώς και αυτές των άρθρων 1098 και 249 ΑΚ.
τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού η ένδικη αξίωση αφορά ωφελήματα από την εκμετάλλευση του ακινήτου του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη κοινοπραξία ως κακόπιστη νομέα και όχι ωφελήματα με βάση έννομη σχέση, και ούτε αποτελεί περιοδικά επαναλαμβανόμενη παροχή κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αφού το αντικείμενό της δεν φέρεται προκαθορισμένο από τη σύμβαση ή το νόμο, και συνεπώς η εν λόγω αξίωση δεν υπόκειται, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ αλλά στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και, με βάση τις ανωτέρω ανελέγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπέπεσε σε παραγραφή.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Με τις διατάξεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87), με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, από 1-1-2016, ορίζεται ότι " Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, για να θεωρηθεί, ότι η ένσταση έχει προβληθεί εμπρόθεσμα και ότι είναι, επομένως, παραδεκτή, πρέπει να έχουν προταθεί έγκαιρα, ήτοι κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όλα τα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά, που επάγονται την έννομη συνέπεια που επιφέρει η συγκεκριμένη ένσταση, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπεται από το άρθρο 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 559/2019).
Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς ή ισχυρισμούς οι οποίοι είχαν απορριφθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτοι, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους (ΑΠ 664/2021, ΑΠ 971/2019, ΑΠ 1097/2017) και, συγκεκριμένα, στην περίπτωση της 527 αρ. 6 ΚΠολΔ πρέπει να επικαλεστεί τη δικαστική ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 961/2019, ΑΠ 462/2008).
Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από την επικαλούμενη δικαστική ομολογία και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 755/2021, ΑΠ 198/2021, ΑΠ 961/2019, ΑΠ 98/2015).
Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 755/2021, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 969/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1 εδ. α'ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247, 251, 914, 932 και 937 Α.Κ., προκύπτει ότι, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 εδ α` του Α.Κ. πενταετής παραγραφή, κατ' απόκλιση από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 251 Α.Κ., δεν αρχίζει αφότου γεννήθηκε η αξίωση, αλλά από τότε που ο δικαιούχος της αποζημίωσης έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, εφόσον, όμως, ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη (Ολ.
ΑΠ 40/1996). Επομένως, για να είναι ορισμένη η ένσταση για την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, πρέπει ο ενιστάμενος να επικαλεστεί το χρόνο κατά τον οποίο ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση και την έκτοτε πάροδο πέντε ετών μέχρι της ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 591/2017, ΑΠ 1412/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητες, με την έφεσή τους κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά την κύρια βάση αυτής, θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 1099 και 298 ΑΚ, απορρίπτοντας την προβληθείσα με την προσθήκη - αντίκρουση ένσταση παραγραφής ως απαράδεκτη, ισχυρίστηκαν ότι η απαίτηση του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, για το λόγο ότι από 29-2-2004, χρόνο που έπρεπε να αποδοθεί το παρακρατούμενο ακίνητο και σε κάθε περίπτωση από τον Μάρτιο 2009, οπότε αυτό αποδόθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη και ο αναιρεσείων έλαβε γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αυθαίρετης παρακράτησης του ακινήτου τους και του υπόχρεου προς αποζημίωση, έως τον Ιούνιο 2015, χρόνο επίδοσης της αγωγής, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας, και επίσης ότι και η φερόμενη απαίτηση του αναιρεσείοντος από ωφελήματα που απέκτησε η πρώτη αναιρεσίβλητη, το αυτό παραπάνω χρονικό διάστημα, ως κακόπιστος νομέας, για το αυτό χρονικό διάστημα, υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 250 αρ. 17, 253 και 1098 ΑΚ, καθόσον από το τέλος του έτους που γεννήθηκαν και σε κάθε περίπτωση από το τέλος του έτους 2009 έως το χρόνο επίδοσης της αγωγής τον Ιούνιο 2015, παρήλθε χρόνος πλέον της πενταετίας, επικαλούμενες, για το παραδεκτό της προβολής της ανωτέρω ένστασης το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι τα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά αυτής αποδεικνύεται εγγράφως από το προσκομιζόμενο από τις εκκαλούσες δικόγραφο της κατατεθείσας και επιδοθείσας αγωγής.
Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη την παραπάνω ένσταση και κατά παραδοχή αυτής απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής (την ερειδόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις), κρίνοντας ότι η ως άνω ένσταση παραδεκτά προβλήθηκε από τις αναιρεσίβλητες ενώπιόν του για πρώτη φορά με την έφεσή τους, εφόσον τα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά αποδεικνυόταν εγγράφως από το δικόγραφο της κατατεθείσας, στις 5-6-2015, αγωγής με την επ' αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή για την επίδοσή της στις 10-6-2015, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν, ούτε και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τους αρ. 14 και 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, η προαναφερόμενη ένσταση παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, προβλήθηκε από αυτές κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν και συγκεκριμένα ο χρόνος γένεσης της αξίωσης και έναρξης της παραγραφής, ήτοι ο χρόνος κατά τον οποίο ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρου προς αποζημίωση, και την πάροδο έκτοτε πέντε ετών μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Ειδικότερα, με βάση τα εκτιθέμενα στην έφεση περιστατικά, από τον επικαλούμενο χρόνο γνώσης των επιζήμιων συνεπειών της αυθαίρετης παρακράτησης, στις 29-2-2004 και σε κάθε περίπτωση από το ακρότατο σημείο του Μαρτίου 2009 και μέχρι τον Ιούνιο 2015, χρόνο επίδοσης της αγωγής, διέδραμε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών.
Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας ορισμένη την προβληθείσα από τις αναιρεσίβλητες ένσταση παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο λόγω αοριστίας, ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν παραδεκτά και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τους αρ. 14 και αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, και τούτο ανεξαρτήτως της αοριστίας του λόγου αναίρεσης, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο χρόνος και ο τρόπος προβολής από τον αναιρεσείοντα της επικαλούμενης αοριστίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διότι και εάν συνέτρεχε εξαιρετική περίπτωση των εδ.
α- γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, έπρεπε να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 395/2020, ΑΠ 156/2020, ΑΠ 291/2018). Περαιτέρω, οι αυτοί ως άνω λόγοι αναίρεσης (πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος και δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος), κατά το μέρος που αφορούν την ένσταση παραγραφής της ερειδόμενης στις διατάξεις του άρθρου 1098 ΑΚ δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής είναι αλυσιτελής, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω δεκτού γενόμενου ως βασίμου δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίστηκαν, ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία ή παρά τη ρητή άρνηση θεώρησε ότι συνάγεται έμμεση ομολογία, ή έλαβε υπόψη εξώδικη ομολογία που ανακλήθηκε, ως μη ανταποκρινόμενη προς την αλήθεια (άρθρο 354 ΚΠολΔ) (ΑΠ 675/2021, ΑΠ 1227/2015, ΑΠ 1434/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, ο από τον αρ. 11 περ. β ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για το καταληκτικό πόρισμα περί παραγραφής της απαίτησής του από αδικοπραξία ανύπαρκτη δικαστική ομολογία των πραγματικών περιστατικών της ανωτέρω ένστασης, είναι απαράδεκτος για το λόγο ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του δέχθηκε ότι η ένσταση αποδεικνύεται αμέσως και εγγράφως και, ειδικότερα, από το συνταχθέν νομίμως από τον δικαστικό πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος δικόγραφο της αγωγής του. Οι λοιπές αιτιάσεις του αυτού λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, που, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 625/2020, ΑΠ 666/2019).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008). Έτσι, έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης κ.λπ. (ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 204/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι πρώτος και τρίτος, αμφότεροι κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των διαλαμβανόμενων στην κρινόμενη αγωγή γεγονότων, δεχόμενο κατ' αυτόν τον τρόπο διαφορετικά γεγονότα από εκείνα που θεωρεί ο ίδιος ότι αναφέρονται σ' αυτήν, είναι απαράδεκτος, διότι η αγωγή είναι διαδικαστικό έγγραφο και δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και, αν η ουσία της υπόθεσης ερευνήθηκε στον πρώτο βαθμό, κρατεί αυτό την υπόθεση και την δικάζει κατ` ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα για την οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα και, επομένως, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή.
Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως αγωγή ως προς την κυρία βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την κυρία βάση της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της επικουρικής βάσης.
Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά το νόμο στην θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Εάν δεν ενεργήσει έτσι το Εφετείο αφήνει αδίκαστη αίτηση και δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης. Παραδεκτώς προτείνεται ο λόγος αυτός στον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 εδ. α` του ιδίου Κώδικα, διότι το ελάττωμα της απόφασης, δεν υπήρχε στο χρόνο της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, αφού κατά το χρόνο εκδίκασης της έφεσης του εναγομένου, δεν είχε ακόμη εξαφανισθεί η πρωτόδικη και ο ενάγων δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες, που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και να εξετάσει αίτηση που νόμιμα είχε υποβάλει με την αγωγή του.
Εάν, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερεύνησε και απέρριψε την επικουρική βάση και δέχθηκε την αγωγή κατά την κυρία βάση της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει την έφεση του εναγόμενου, ο οποίος παραπονείται για την παραδοχή με την εκκαλουμένη απόφαση της αγωγής κατά την κυρία βάση της, δεν μπορεί να ερευνήσει την επικουρική βάση της αγωγής, χωρίς έφεση ή αντέφεση του ενάγοντος.
Αν το εφετείο χωρίς ειδικό λόγο έφεσης ή αντέφεσης ως προς την ερευνηθείσα και απορριφθείσα επικουρική βάση, ερευνήσει αυτήν, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και δεχθεί την αγωγή κατά την μη μεταβιβασθείσα ενώπιόν του επικουρική της βάση, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη πραγμάτων (λόγων έφεσης) που δεν προτάθηκαν ενώπιον αυτού νομίμως (ΑΠ 514/2020, ΑΠ 91/2016, ΑΠ 1817/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι επί της από 4-6-2015 αγωγής του αναιρεσείοντος το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με τη με αριθμ. 3595/2017 απόφασή του, αφού απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, κατά την πρώτη επικουρική βάση αυτής, θεμελιούμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, έκανε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 1099 ΑΚ.
Το Εφετείο, ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση κατόπιν έφεσης των ηττηθέντων εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων, παραπονούμενων για την κατά τα ανωτέρω παραδοχή της αγωγής, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή, καθό μέρος αφορούσε τόσο την κύρια βάση της αγωγής όσο και τη μη εξετασθείσα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεύτερη επικουρική βάση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 961, 962, 1098 ΑΚ, ενώ δεν ερεύνησε την απορριφθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με επικουρική έφεση του ενάγοντος, ενώ με την ως άνω ασκηθείσα από τις αναιρεσίβλητες (εναγόμενες) έφεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο η υπόθεση μόνο κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη την αγωγή κατά την κύρια από αδικοπραξία βάση της.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ερεύνησε την παραπάνω πρώτη επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία είχε ερευνηθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως ως μη νόμιμη, δεν άφησε αδίκαστη αίτηση ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τους αρ. 9 και 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι άφησε αδίκαστη αίτηση και παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα με την πρώτη επικουρική βάση, επικαλούμενος ότι αυτεπαγγέλτως έδει να ερευνήσει την απορριφθείσα πρώτη επικουρική βάση, διότι πλεοναστικώς ασχολήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο αναιρεσείων δεν είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση ή επικουρική έφεση, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτεται από τον παραπάνω δεκτό γενόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτής που απέρριψε την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 961, 962 και 1098 ΑΚ ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, λόγω παραγραφής, και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα οριστεί όμως αυτή μειωμένη, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (ΑΠ 300/2021, ΑΠ 3/2020), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 413/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος στους αναιρεσίβλητους, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ