Legislator Case Law & Legislation
1731/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal inadmissibility due to death of co-appellant terminating legal representation. The court ruled that death automatically ends representation without court order.

Case Number 1731/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Thessaloniki. The appellant argued that a final court decision was required to terminate legal representation after the death of the original co-appellant. The court held that death automatically terminates representation under the Civil Code, rendering the appellant's interest in continuing the appeal void.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1685-1686 of the Civil Code; Upon the death of the co-appellant, legal representation terminates automatically without a court order, and the successor lacks standing to continue the appeal.

Keywords

AI generated
legal representation termination death of co-appellant automatic termination standing to appeal cassation inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 577 paragraphs 1 and 3 in conjunction with Article 741 of the Code of Civil Procedure
Articles 1685-1686 of the Civil Code
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1731 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1731/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Α. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Μπορδόκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 18-5-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Α. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Γιαλάογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2011 αίτηση του ήδη αποβιώσαντος Ε. Α. του Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκε με την από 21-3-2011 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου (και διά των προτάσεων) πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσίβλητης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2011 μη οριστική και 30/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 11-5-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 7/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 (δικονομικό απαράδεκτο) και συνακόλουθα την απόρριψη της αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 14-7-2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 7/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 σε συνδ. 741 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1685-1686 του ΑΚ συνάγεται ότι το καθεστώς της δικαστικής συμπαράστασης λήγει με: α) τον θάνατο του συμπαραστατουμένου, β) την κήρυξη του συμπαραστατουμένου σε αφάνεια, γ) την άρση της δικαστικής συμπαράστασης. Στις περιπτώσεις α και β η λήξη της δικαστικής συμπαράστασης επέρχεται αυτοδικαίως, ενώ στην γ περίπτωση χωρεί κατόπιν δικαστικής απόφασης.

Η λήξη της δικαστικής συμπαράστασης διαφέρει από την παύση του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη για λόγους που τον αφορούν και οδηγούν στον διορισμό νέου. Ειδικότερα, άρση της δικαστικής συμπαράστασης είναι η κατάργηση του καθεστώτος αυτού με δικαστική απόφαση, οπότε το πρόσωπο επανέρχεται (δικαιοπρακτικώς) στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν από την κήρυξη της δικαστικής συμπαράστασης.

Η άρση της δικαστικής συμπαράστασης δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται δικαστική απόφαση. Δικαιολογητικό λόγο αποτελεί η προστασία του συμπαραστατουμένου και η κατοχύρωση της ασφάλειας των τρίτων. Σύμφωνα με την ΑΚ 1685 παρ. 3 η απόφαση που αίρει τη δικαστική συμπαράσταση υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 1675 ΑΚ.

Κατά της απόφασης που αίρει τη δικαστική συμπαράσταση μπορούν να ασκήσουν ένδικα μέσα, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της ΚΠολΔ 803 παρ. 1, όλα τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία σύμφωνα με το νόμο. Το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει, αν θα άρει ή όχι τη δικαστική συμπαράσταση. Σε περίπτωση άρσης το πρόσωπο καθίσταται πλέον ικανό προς δικαιοπραξία.

Ζήτημα γεννιέται ως προς το χρόνο ισχύος της απόφασης του δικαστηρίου, με την οποία αίρεται η δικαστική συμπαράσταση και αποκαθίσταται η δικαιοπρακτική ικανότητα του συμπαραστατουμένου. Υπό το προηγούμενο δίκαιο η κρατούσα άποψη δεχόταν ότι -κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παλαιάς ΑΚ 1693 (η οποία όριζε ως χρόνο έναρξης των αποτελεσμάτων της απαγόρευσης τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, όπως και η ισχύουσα ΑΚ 1681 εδ.

α’ ) τα αποτελέσματα της απόφασης που αίρει τη δικαστική συμπαράσταση επέρχονται από τη δημοσίευσή της. Η ίδια άποψη έχει υποστηριχθεί και υπό το ισχύον δίκαιο. Ωστόσο έχει διατυπωθεί η γνώμη ότι τα αποτελέσματα της απόφασης που αίρει τη δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν από την τελεσιδικία της (πρβλ. ΑΠ 1298/2014).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 516 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 286 ΚΠολΔ,η οποία εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη (άρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνάγεται ότι αν ο διάδικος αποβιώσει μετά την άσκηση της έφεσης, επέρχεται διακοπή της δίκης, οπότε ακολουθεί επανάληψη έναντι των κληρονόμων. Αλλά, επί αυστηρώς προσωποπαγών αγωγών, οι κληρονόμοι δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν έφεση ή να συνεχίσουν τη δίκη (Ολ.ΑΠ 653/1984, πρβλ. ΑΠ 1381/2003). Στην περίπτωση αυτή η δίκη καταργείται. Η ρύθμιση αυτή οφείλεται στον αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα του ασκούμενου δικαιώματος, το οποίο αποσβήνεται με το θάνατο του δικαιούχου και δεν περιέρχεται στους κληρονόμους. Κατ’ εξαίρεση, η δίκη δεν καταργείται αλλά διακόπτεται, αν οι κληρονόμοι του θανόντος είχαν και οι ίδιοι δικαίωμα να ασκήσουν την αγωγή (ΑΠ 809/2004).

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον ως γενική διαδικαστική προϋπόθεση (άρθρ. 68 ΚΠολΔ) πρέπει να υπάρχει για την έφεση και για καθένα από τους λόγους αυτής. Συνίσταται τούτο στη δυνατότητα να διαμορφωθεί η δικαστική κρίση προς όφελος του εκκαλούντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση της έφεσης, όπως και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις παραδεκτού της έφεσης κρίνεται από το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου, δηλαδή από το χρόνο της κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Πρέπει όμως να υπάρχει έννομο συμφέρον και κατά τη συζήτηση της έφεσης (πρβλ. ΑΠ 288/2014, ΑΠ 1381/2003).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 67/2015). Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αναιρετικό λόγο του αριθμού 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν το δικόγραφο της αγωγής (ή της έφεσης) δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 772/2014).

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η ανάιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (δικονομικό απαράδεκτο), με την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε την από 2-4-2012 (αρ. κατ. ...2012) έφεσή της κατά της εκκαλουμένης, υπ’ αρ. 30/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (εκουσία δικαιοδοσία) ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας να συνεχίσει τη δίκη, μετά το θάνατο του συμπαραστατέου πατέρα της, του οποίου είχε διοριστεί αυτή προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια, ενώ, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις συνέχισης της δίκης στο Εφετείο, στην οποία αυτή μετείχε ως κυρίως παρεμβαίνουσα-εκκαλούσα για να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης, ώστε να γίνει δεκτή η έφεσή της κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που είχε διατάξει την άρση της δικαστικής συμπαράστασης και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση να διατηρηθεί σε ισχύ η δικαστική συμπαράσταση του πατέρα της, που είχε διαταχθεί με την υπ’ αρ. 4/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (εκουσία δικαιοδοσία).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα - εκκαλούσα άσκησε την από 2-4-2012 (αρ. κατ. ...2012) έφεσή της κατά των εφεσιβλήτων, Ε. Α. του Π., πατέρα της και κατά της Α. Α., αδελφής της. Το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος εφεσίβλητος με την από 25-2-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2-2011 αίτησή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ζήτησε, όπως εκτιμήθηκε η αίτησή του, την άρση της πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, στην οποία τέθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4/2011 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Η εκκαλούσα, διορισθείσα με την ως άνω απόφαση ως δικαστική συμπαραστάτρια του πρώτου εφεσιβλήτου, καθώς και οι αποτελούντες τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου της δικαστικής συμπαράστασης, με την από 21-3-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-3-2011 κύρια παρέμβασή τους ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης η δεύτερη εφεσίβλητη άσκησε προφορικά πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αιτούντος και ήδη πρώτου εφεσιβλήτου.

Με την υπ’ αριθμ. 138/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που εκδόθηκε με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αφού συνεκδικάσθηκαν η αίτηση, η κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση, απορρίφθηκε η κύρια παρέμβαση ως προς τους δεύτερο, τρίτο, και τέταρτη των κυρίως παρεμβαινόντων -μελών του εποπτικού συμβουλίου και αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη.

Μετά τη διενέργεια της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης η υπόθεση με κλήση του πρώτου εφεσιβλήτου - αιτούντος - καθού η κύρια παρέμβαση και υπερού η πρόσθετη παρέμβαση, επανεισήχθη προς συζήτηση και εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας η υπ’ αριθμ. 30/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία απέρριψε την κύρια παρέμβαση ως αβάσιμη στην ουσία της και δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη στην ουσία της και την πρόσθετη παρέμβαση και διέταξε την άρση της πλήρους δικαστικής συμπαράστασης στην οποία είχε τεθεί ο αιτών - πρώτος εφεσίβλητος με την υπ’ αριθμ. 4/2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.

Την υπ’ αριθμ. 30/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης εξεκάλεσε η κυρίως παρεμβαίνουσα, με την από 2-4-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2-4-2012 έφεσή της, πλην όμως μετά την άσκηση της έφεσης επήλθε την 25-7-2013 ο θάνατος του αιτούντος-καθού η κύρια παρέμβαση-υπερού η πρόσθετη παρέμβαση-πρώτου εφεσιβλήτου (βλ.

σχ. την υπ’ αριθμ. ...2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Κομοτηνής), που γνωστοποιήθηκε με την κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. σχ. την από ...-12-2013 πράξη κατάθεσης δικογράφου), αλλά και δηλώθηκε από τον μέχρι τον θάνατό του πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου των εφεσιβλήτων.

Κατά συνέπεια μετά τον θάνατο του αιτούντος την άρση της πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, η σχετική δίκη θεωρείται ως εκ του σκοπού της ως ματαιωθείσα, γιατί δεν έχει πια αντικείμενο και δεν μπορεί να διεξαχθεί η δίκη για τη δικαστική συμπαράσταση στον δεύτερο βαθμό, που ούτως ή άλλως αυτή έληξε αυτοδικαίως, αφού δεν είναι πια διάδικος το πρόσωπο που αυτή αφορά, κατά τα προεκτεθέντα άλλωστε στη μείζονα σκέψη, δεδομένου δε ότι πρόκειται για καθαρά προσωποπαγές δικαίωμα που κατήχθη σε δικαστική διάγνωση, το οποίο αποσβέσθηκε με το θάνατο του αιτούντος-πρώτου εφεσιβλήτου, οι κληρονόμοι του δεν νομιμοποιούνται για συνέχιση της δίκης αυτής.

Τα υποστηριζόμενα δε από την εκκαλούσα-κυρίως παρεμβαίνουσα ότι υφίσταται έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της έφεσης, παρά το θάνατο του αιτούντος την άρση της δικαστικής συμπαράστασης, ώστε να κριθεί αν από το χρόνο κήρυξής του σε δικαστική συμπαράσταση μέχρι και το χρόνο θανάτου του ήταν ικανός για δικαιοπραξία ή όχι, ώστε να ελεγχθεί το έγκυρο των πράξεων στις οποίες προέβη (όπως ανάληψη μετρητών και κατάθεση σε άλλο λογαριασμό) δεν θεμελιώνουν το απαιτούμενο άμεσο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της προκείμενης κατ’ έφεση δίκης, καθώς δεν αρκεί το γεγονός ότι ενδέχεται να προκύψει μελλοντικά συναφής διαφορά για τις περιουσιακές διαθέσεις του ήδη θανόντος αιτηθέντος την άρση της δικαστικής συμπαράστασής του, λαμβανομένου προς τούτο υπόψη ότι, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, με την έφεση δεν δημιουργείται νέο αντικείμενο δίκης, η δε δικαστική προστασία που ζητήθηκε ήδη λόγω του θανάτου του πρώτου εφεσιβλήτου καθίσταται άνευ αντικείμενου, πέραν του ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκτός από τη δεσμευτική ισχύ τους, δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου και δεν δημιουργούν δεδικασμένο για τις δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και όταν το δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως ορισμένο ουσιαστικό δικαίωμα του αιτούντος.

Κατά συνέπεια διαπιστουμένης λόγω του θανάτου του πρώτου εφεσιβλήτου της καταργήσεως της δίκης και μη υφισταμένου εννόμου συμφέροντος για τη συνέχιση αυτής με τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως απαράδεκτη". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση, διότι, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας απόφασης, μετά το θάνατο του 1ου εφεσιβλήτου, πατέρα των διαδίκων-αιτούντος την άρση της δικαστικής συμπαράστασης αυτού, επήλθε η αυτοδίκαιη λήξη του καθεστώτος της δικαστικής συμπαράστασης χωρίς να απαιτείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου προς τούτο και λόγω του αυστηρώς προσωποπαγούς χαρακτήρα της δικαστικής συμπαράστασης δεν νομιμοποιείται η αναιρεσείουσα δικαστική συμπαραστάτρια, διότι δεν δικαιολογεί πλέον έννομο συμφέρον στο πρόσωπό της, να συνεχίσει τη δίκη της έφεσης, που αφορούσε την άρση της δικαστικής συμπαράστασης του πατέρα της, εφόσον η λήψη του μέτρου της δικαστικής συμπαράστασης είχε επιβληθεί προς το συμφέρον αυτού, με την προστατευτική επέμβαση στην προσωπική σφαίρα αυτού και η αναιρεσείουσα ως διορισθείσα, κατ’ άρθρ. 1672 του ΑΚ, δικαστική συμπαραστάτρια αποτελούσε όργανο προστασίας των συμφερόντων αυτού.

Τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ότι δηλαδή απαιτείται να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την άρση της δικαστικής συμπαράστασης, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι και η θεωρητική άποψη της νομολογίας, που υποστηρίζει την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, αφορά την περίπτωση λήξης της δικαστικής συμπαράστασης με την άρση αυτής με απόφαση του Δικαστηρίου και όχι στην περίπτωση λήξης της δικαστικής συμπαράστασης με το θάνατο του προσώπου, οπότε η λήξη είναι αυτοδίκαιη και χωρίς την παρέμβαση του Δικαστηρίου, όπως συμβαίνει στην ένδικη υπόθεση.

Επομένως, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την έφεση ελλείψει εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας και συνεπώς, δεν ιδρύεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί να εισαχθεί το παράβολο, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β’ δ’ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-7-2014 (αρ. κατ. ...2014) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 7/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης (εκουσία δικαιοδοσία).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ