1731/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1731/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ενέργεια των εναγομένων που να αντίκειται στα χρηστά (συναλλακτικά) ήθη και συνακόλουθα παράβαση εκ μέρους τους τόσο της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, δηλαδή πράξη αντικείμενη στα χρηστά ήθη και γενομένη προς τον σκοπό ανταγωνισμού, όσο και εκείνης του άρθρου 13 § 1 και 14 § 1 του ίδιου νόμου. ...
Full text
Απόφαση 1731 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1731/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Γεώργιο Λέκκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "CHIPITA ROMANIA S.R.L", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "VIVARTIA ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "VIVARTIA ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" (και με την προηγούμενη επωνυμία "Vivartia Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία προϊόντων Διατροφής και Υπηρεσιών Εστίασης" και με τον διακριτικό τίτλο "Vivartia Α.Ε.Β.Ε") που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CHIPITA Aνώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "CHIPITA Α.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Ανδρεουλάκο.
Της αναιρεσιβλήτου: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε.Ι.Π. Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Νοεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4473/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4126/2007 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε η από 25 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1477/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου (4126/2007) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 6157/2012 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την 7 Μαρτίου 2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6157/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. H διαδικαστική πορεία της υπόθεσης έχει ως εξής: Επί της από 9-11-2005 αγωγής της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητήθηκε η παροχή έννομης προστασίας κυρίως κατά τις διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό και επικουρικά κατά τις διατάξεις για την προστασία των δύο σημάτων της αναιρεσίβλητης (άρθρα 1 § 1, 2, 14 § 1, 15, 18 §§ 1 και 3, 21 §§ 1-5 και 26 Ν. 2239/1994), εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4473/2006 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία και την απέρριψε στο σύνολό της.
Κατ' αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 22-11-2006 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4126/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που την απέρριψε επίσης. Κατά της απόφασης αυτής η τελευταία άσκησε την από 25-9-2008 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1477/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκαν οι λόγοι της αναίρεσης που αφορούσαν την απορριφθείσα τελεσιδίκως κύρια βάσης της ένδικης αγωγής από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και αναιρέθηκε εν μέρει η ανωτέρω απόφαση καθόσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής από την προστασία σημάτων για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 20 § 1 Ν. 2239/1994 και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Το Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 6157/2012 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή ως προς την επικουρική της βάση από την προστασία των σημάτων. Ήδη, οι αναιρεσείουσες ζητούν, με την από 7-3-2013 αίτησή τους, την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων 1, 3, 4, 18 παρ. 3 και 26 Ν. 2239/1994, οι οποίες ερμηνεύονται σύμφωνα με την Πρώτη Οδηγία του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1998 για την προσέγγιση των Νομοθεσιών των Κρατών Μελών περί Σημάτων (89/104 Ε.Κ), προκύπτουν τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος ή της συσκευασίας του προϊόντος, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα, β) με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ.
του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί, χωρίς τη θέληση του δικαιούχου και κατά τρόπο που προσήκει μόνο στον τελευταίο, ένδειξη η οποία προσβάλλει το σήμα του δικαιούχου, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο, γ) η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα.
Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων). Στο δεύτερο. επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων).
Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προσόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση.
Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων και δ) ότι εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως για oρισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας σήμα, εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, δικαιούται, από την κατάθεση αυτού και εφεξής για όσο χρόνο δεν διαγράφεται νομίμως, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα, ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση, να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά, ή και τα δύο.
Στην προστασία των πιο πάνω διατάξεων υπάγεται και το σχήμα του προϊόντος, αν έχει ικανότητα διακριτική, πράγμα, το οποίο συμβαίνει στις περιπτώσεις εκείνες που παρουσιάζει πρωτοτυπία και ιδιομορφία. Με την παραδοχή της αντίθετης άποψης θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε τρίτος να εμπορεύεται προγενέστερο σήμα, το οποίο, λόγω της ιδιομορφίας του διασχηματισμού του και της πρωτοτυπίας του, έχει αποκτήσει φήμη και έτσι να προσπορίσει στον εαυτό του αθέμιτο όφελος εκμεταλλευόμενος το προγενέστερο σήμα.
Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος (άρθρο 32 του Ν. 2239/1994) και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος, έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη εγκρίσεως ή διαγραφής του.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 20 του ως άνω Νόμου "το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στον δικαιούχο του, δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους, ως και ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά.
Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος". Η διάταξη αυτή, η οποία ως εισάγουσα εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διακρίνει μεταξύ της επιτρεπτής χρησιμοποίησης περιγραφικών ενδείξεων (δηλώσεων) σχετικών με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, που δεν ταυτίζονται με το σήμα, και της επιτρεπτής χρησιμοποίησης αυτού τούτου του σήματος, όταν τούτο είναι αναγκαίο, για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος ή υπηρεσίας, δηλαδή να δηλωθεί σε τι αποσκοπεί και σε τι αποβλέπει η χρήση αυτή.
Επομένως, η χρησιμοποίηση αυτούσιου του σήματος που γίνεται για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του δεν αποτελεί νόμιμη χρήση κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης. Για να είναι νόμιμη η χρήση αυτούσιου του σήματος από τρίτον που δεν είναι κάτοχος του πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: 1) η χρήση του ξένου σήματος να γίνεται προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος του τρίτου, 2) η για τον ανωτέρω σκοπό χρήση πρέπει να είναι αναγκαία, 3) η αναγκαία αυτή χρήση να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και 4) η χρήση από τον τρίτο του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος.
Η χρήση του σήματος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός ενός προϊόντος που διατίθεται στό εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά του εν λόγω προϊόντος.
Περαιτέρω, η χρήση του σήματος πρέπει να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος. Η κρίση, περί του αν η χρήση του σήματος είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και δεν υποκρύπτει προσπάθεια παρασιτικής εκμετάλλευσης ή βλάβης ξένης φήμης του σήματος ή δημιουργία έμμεσου κινδύνου σύγχυσης ή παρεμποδιστικού ανταγωνισμού, επαφίεται στις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Η χρήση του σήματος δεν συνάδει με τα συναλλακτικά ήθη ιδίως όταν γίνεται κατά τρόπο δυνάμενο να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ του τρίτου και του κατόχου του σήματος, θίγει την αξία του σήματος, αντλώντας αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του, συνεπάγεται τη δυσφήμηση ή την υποτίμηση του εν λόγω σήματος και όταν ο τρίτος παρουσιάζει το προϊόν του ως απομίμηση ή αντίγραφο του προϊόντος που φέρει το σήμα του οποίου δεν είναι κάτοχος.
Τέλος, χρήση εν είδει σήματος υπάρχει όταν η χρήση γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να συμπεράνει ότι η χρησιμοποιούμενη ένδειξη λειτουργεί ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων που σηματοδοτούνται με αυτό από άλλα ή όμοια εμπορεύματα που έχουν όμως άλλη προέλευση ή ότι μεταξύ των επιχειρήσεων υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός (ΑΠ 62/2013).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 580 § 4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου και της παραγράφου 1 του άρθρου 561 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από τις παραπάνω αποφάσεις του Αρείου Πάγου και οφείλει να ακολουθήσει τη λύση που δόθηκε με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναίρεσης και, αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού, η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη (ΑΠ 629/2010).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα ιδρύθηκε το έτος 1922 και ασχολείται έκτοτε με την παραγωγή μπισκότων και συναφών ειδών, ενώ είναι δικαιούχος των υπ' αριθμ. ... και ... σημάτων, τα οποία έγιναν δεκτά με την υπ' αριθμ. 3681/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών το πρώτο και με την υπ' αριθμ. 4846/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών το δεύτερο, έχουν δε καταστεί αμετάκλητα και καταχωρήθηκαν την 19.4.1999 και την 17.3.2004 αντίστοιχα.
Τα επίδικα σήματα, μετά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη ανανέωσή τους ισχύουν για μία νέα δεκαετία, δηλαδή μέχρι την 29.4.2013. Το πρώτο (υπ' αριθμ. ...) σήμα έχει διασχηματισμό πούρου (με προορισμό γεμιστές γκοφρέτες κλάση 30), το δε δεύτερο (υπ' αριθμ. ...) έχει διασχηματισμό όρθιου κυλινδρικού κυτίου (με προορισμό επίσης γεμιστές γκοφρέτες κλάση 30).
Από το έτος 1978, πριν τα ως άνω σήματα καταχωρηθούν, μέχρι σήμερα, η ενάγουσα παράγει και κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά το προϊόν της (γεμιστή γκοφρέτα), με την ονομασία "C.", συνδυάζει δε και τα δύο σήματά της, ήτοι τόσο το σχήμα του προϊόντος (γκοφρέτα σε σχήμα πούρου) όσο και το σχήμα του κουτιού συσκευασίας (όρθιο κυλινδρικό κουτί).
Το επίδικο προϊόν της ενάγουσας έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: Είναι μια μακρόστενη κυλινδρική γεμιστή γκοφρέτα σε σχήμα πούρου συσκευασμένη σε όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί, που έχει την επάνω βάση του διασκευασμένη με ειδικό άνοιγμα ασφαλείας μίας χρήσης και λειτουργεί με πίεση της - κατάλληλα διαρρυθμισμένης - οπής υποδοχής του δακτύλου του χρήστη και έλξης του μεταλλικού τμήματος, μετά την απόσπαση του οποίου η εν λόγω (επάνω) βάση καλύπτεται με πλαστικό κυλινδρικό πώμα (καπάκι), επιτυγχάνοντας κατά τον τρόπο αυτό τη διατήρηση αναλλοίωτου του προϊόντος μέχρι την ολοσχερή κατανάλωσή του.
Το εν λόγω προϊόν κυκλοφορεί σε τρεις διαστάσεις (τρισδιάστατο σήμα), α) των 400 γραμμαρίων, β) των 250 γραμμαρίων και γ) των 115 γραμμαρίων και σε πέντε γεύσεις, ήτοι: αα) με κρέμα φουντουκιού και κακάο, ββ) με κρέμα καπουτσίνο, γγ) με κρέμα βανίλια, δδ) με κρέμα φράουλα και εε) με κρέμα πορτοκάλι και κακάο, που διαφέρουν μόνο ως προς τα χρώματα της συσκευασίας και συγκεκριμένα το χρωματικό φόντο του κουτιού είναι γκρι με λευκό, καφέ με λευκό, σιέλ με λευκό, ροζ με λευκό και πορτοκαλί με λευκό αντίστοιχα και το χρώμα των γκοφρετών είναι καφέ, με σκουρότερο καφέ η γέμιση για την πρώτη γεύση, μπεζ με καφέ, με καφέ η γέμιση για τη δεύτερη γεύση, άσπρο με καφέ, με άσπρο η γέμιση για την τρίτη γεύση, άσπρο με ροζ, με ροζ η γέμιση για την τέταρτη γεύση και καφέ με πιο ανοιχτό καφέ, με καφέ η γέμιση για την πέμπτη γεύση.
Το τελευταίο χρονικό διάστημα, η γεύση κρέμα φουντουκιού και κακάο κυκλοφόρησε με νέους χρωματικούς συνδυασμούς και συγκεκριμένα με κόκκινο και λευκό το φόντο του κουτιού, ενώ το χρώμα των γκοφρετών παρέμεινε καφέ και σκουρότερο καφέ η γέμιση. Το κουτί εξωτερικά φέρει μια δέσμη γκοφρετών με λοξό άνοιγμα προς τα επάνω, έχοντας στη μεν βάση της μία ερυθρή κυματοειδή ταινία -πλαίσιο με λευκό περίγραμμα, στην οποία έχει αναγραφεί, με λευκά κεφαλαία στοιχεία, η λέξη "Π.", στη δε κορυφή της την ονομασία "C." και ακολούθως, σε ερυθρή ταινία-πλαίσιο, τη λέξη "Π.".
Το σχήμα του πούρου, ήτοι της μακρόστενης κυλινδρικής γκοφρέτας, έχει έντονο διακριτικό χαρακτήρα, αφού ήταν ασύνηθες στον χώρο των γεμιστών γκοφρετών μέχρι την υιοθέτησή της από την ενάγουσα, όπως επιβεβαιώνεται από την υπ' αριθμ. 3681/1997 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ως προς τον διακριτικό χαρακτήρα του υπ' αριθμ. ...
σήματος τα εξής: "... το προϊόν που διακρίνει το ανωτέρω σήμα δεν είναι πούρο, αλλά γκοφρέτες γεμιστές σε σχήμα πούρου, ήτοι σχήμα που δεν είναι συνηθισμένο στις συναλλαγές για το συγκεκριμένο προϊόν ...". Αντίστοιχα, ως προς το σχήμα της συσκευασίας του εν λόγω προϊόντος της ενάγουσας η υπ' αριθμ. 4846/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών δέχθηκε ως προς τον διακριτικό χαρακτήρα του υπ' αριθμ. ...
σήματος τα ακόλουθα : "... το επίμαχο σήμα ... δύναται πράγματι να εξατομικεύσει το προϊόν της εκκαλούσας επιχειρήσεως, για το οποίο κατατέθηκε (γκοφρέτα γεμιστή της κλάσεως 30), δεδομένου μάλιστα ότι η διάδοση του προϊόντος στο ευρύ καταναλωτικό κοινό επί σειρά ετών πριν από την κατάθεση του εν λόγω σήματος συνέδεσε το συγκεκριμένο σχήμα της συσκευασίας με το προϊόν που περιέχει και έτσι απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα, ώστε να αναγνωρίζεται το συγκεκριμένο προϊόν από το αγοραστικό κοινό".
Οι προαναφερόμενες αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων δεσμεύουν κατ' άρθρο 32 § 2 του Ν. 2239/1994 το παρόν Δικαστήριο. Τα προπαρατιθέμενα τρισδιάστατα σήματα του προϊόντος της ενάγουσας λόγω της ως άνω ιδιότυπης μορφής και συσκευασίας του, κατέχοντος σημαντικό ποσοστό (8%) στο σύνολο της αγοράς του μπισκότου καθώς και της διαρκούς και συστηματικής διαφήμισης του, χαίρουν μεγάλης φήμης στο οικείο συναλλακτικό κοινό, το οποίο, δεδομένου ότι τα καλυπτόμενα από αυτά (σήματα) προϊόντα (γεμιστές γκοφρέτες) απευθύνονται στο σύνολο των καταναλωτών, αποτελείται από τον μέσο καταναλωτή που έχει την συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο μέσος καταναλωτής αναζητεί και αναγνωρίζει το συγκεκριμένο προϊόν. Η πρώτη εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "Cream Line Romania S.A.", που ιδρύθηκε το έτος 1996 στη ... και δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία ζαχαρωδών προϊόντων, είναι θυγατρική της ελληνικής εταιρείας "Cream Line S.A.", η οποία είναι θυγατρική της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τυποποιημένων Τροφών" και τον διακριτικό τίτλο "Chipita International S.A.", που συγχωνεύθηκε (με απορρόφηση) με την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Vivartia", η οποία συνεχίζει αυτοδικαίως την παρούσα δίκη, παράγει από το έτος 1999 κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες με το όνομα "F.
S.", τις οποίες σε πρώτο στάδιο διέθετε σε διάφορες χώρες (όπως η Ρουμανία, Βουλγαρία, Πολωνία, Σερβία κλπ.). Αργότερα, από το μήνα Μάιο του έτους 2005 το παραπάνω προϊόν το εξήγαγε και διέθεσε στην ελληνική αγορά μέσω της εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Τυποποιημένων Τροφών", δικαιοπάροχο της δεύτερης εναγομένης.
Το ως άνω προϊόν είναι μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα γεμιστή σε σχήμα πούρου, συσκευασμένη μέσα σε όρθιο κυλινδρικό κουτί, σε διαστάσεις των 400 και 160 γραμμαρίων, η επάνω πλευρά του οποίου είναι κλεισμένη αεροστεγώς με χοντρό αλουμινόχαρτο, που φέρει στην άνω βάση του πλαστικό κυλινδρικό πώμα. Το εν λόγω προϊόν κυκλοφορεί σε δύο γεύσεις (πραλίνα φουντουκιού και βανίλια), που διαφέρουν μεταξύ τους μόνο ως προς τα χρώματα της συσκευασίας (ερυθρό με πολύ σκούρο ερυθρό, σχεδόν καφέ για τη γεύση πραλίνα φουντουκιού και μπλε με πολύ σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο για τη γεύση βανίλια).
Εντός ερυθρού και πράσινου πλαισίου αναγράφονται με λευκά λατινικά στοιχεία οι λεκτικές διατυπώσεις "F. S." και "H." αντίστοιχα. Στο εξωτερικό μέρος των μεταλλικών κυλινδρικών κυτίων απεικονίζονται οκτώ γκοφρέτες, τοποθετημένες σε πλάγια θέση και έξι φουντούκια, σε σχήμα πούρου, ενώ μέσα σε κάθετο τμήμα ερυθρού χρώματος αναγράφονται τα συστατικά του προϊόντος.
Από τη σύγκριση των ανωτέρω προϊόντων και των συσκευασιών των δύο διαδίκων, προκύπτει ύπαρξη ομοιότητας, α) ως προς το σχήμα της παραγόμενης γκοφρέτας (κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου), β) ως προς το είδος και το σχήμα της συσκευασίας (όρθιο κυλινδρικό μεταλλικό κυτίο που κλείνει αεροστεγώς). Ωστόσο, η συσκευασία του προϊόντος των εναγομένων εμφανίζει ουσιώδεις διαφορές ως προς την εξωτερική εμφάνιση, δηλαδή ως προς το χρώμα, τις απεικονίσεις και τη λεκτική διατύπωση οι οποίες είναι ικανές για να δημιουργήσουν διαφορετική οπτική εικόνα και να αποτρέψουν τη σύγχυση στο μέσο καταναλωτή ως προς την προέλευση του προϊόντος, ως τέτοιος δε θεωρείται εκείνος, ο οποίος δεν αγοράζει μετά από λεπτομερή έλεγχο, ως προς την αληθή προέλευση του πωλούμενου προϊόντος.
Η χρήση των διασχηματισμών του προϊόντος της ενάγουσας τόσο της γκοφρέτας, όσο και του κουτιού από τις εναγόμενες, δεδομένου ότι αυτά συνίστανται από ενδείξεις σχετικές με το είδος, αλλά και με άλλα χαρακτηριστικά του προϊόντος, δεν έγινε κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, διότι θεωρούσαν ότι το σχήμα του πούρου αποτελεί μία τυποποιημένη μορφή (καθόσον αυτό κυκλοφορούσε και από άλλες εταιρείες, όπως το προϊόν "R." της εταιρείας "F." κλπ.), ως προς δε την κυλινδρική συσκευασία, αφού αυτή εξυπηρετεί για την προστασία και ασφάλεια του προϊόντος.
Συνεπώς, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ενέργεια των εναγομένων που να αντίκειται στα χρηστά (συναλλακτικά) ήθη και συνακόλουθα παράβαση εκ μέρους τους τόσο της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, δηλαδή πράξη αντικείμενη στα χρηστά ήθη και γενομένη προς τον σκοπό ανταγωνισμού, όσο και εκείνης του άρθρου 13 § 1 και 14 § 1 του ίδιου νόμου. ...
Β. Ως προς το σήμα: Λόγω του πανομοιότυπου χαρακτήρα των σχημάτων των προϊόντων των διαδίκων, της ισχυρής φήμης των επίδικων σημάτων της ενάγουσας, αλλά και του έντονου διακριτικού χαρακτήρα τους, είτε εγγενούς είτε αποκτηθέντος με τη χρήση τους στην αγορά, θα είναι δυνατή από τον μέσο καταναλωτή συνειρμική διασύνδεση του προϊόντος των μη σηματούχων εναγομένων και των σημάτων φήμης που συνιστούν το προϊόν της ενάγουσας, τούτο δε ανεξαρτήτως της χρήσης διαφορετικών χρωμάτων και απεικονίσεων στις συσκευασίες κάθε προϊόντος, καθόσον δεν πρόκειται για σύνθετο σήμα, το οποίο αποτελείται από λεκτικές ενδείξεις και απεικονίσεις.
Με την ενέργεια τους αυτή οι εναγόμενες επεδίωκαν να επωφεληθούν από την έλξη, την φήμη και το κύρος των επίδικων σημάτων προς απόσπαση πελατείας, χρησιμοποιώντας τα σήματα φήμης της ενάγουσας, μεταφέροντας στο παραγόμενο εκ μέρους τους προϊόν την καλή εντύπωση που έχουν για τα σήματα της ενάγουσας οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η τελευταία βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με αυτές ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά της και στο ως άνω προϊόν τους καρπούμενες χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια της ενάγουσας να καθιερώσει τα επίμαχα σήματά της στην αγορά. 2.
Συνεπώς, η ενέργεια των εναγομένων συνιστά παράβαση των ως άνω διατάξεων των άρθρων 18 § 3 και 26 του Ν. 2239/1994, αφού αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους τους χρησιμοποίηση των διασχηματισμών των σημάτων, των οποίων είναι δικαιούχος η ενάγουσα, δεν έγινε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Ν. 2239/1994, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επιτρέπει την εκ μέρους τρίτων χρησιμοποίηση ενδείξεων ή και του σήματος ακόμη, που χρησιμοποιεί άλλος, εφόσον η χρήση αυτή :
α) Είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός ενός προϊόντος (ή της παρεχόμενης υπηρεσίας) που διατίθεται στο εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά του εν λόγω προϊόντος, β) δεν αντίκειται στα ισχύοντα στη βιομηχανία ή το εμπόριο χρηστά συναλλακτικά ήθη και γ) δεν γίνεται με τη μορφή σήματος, προϋποθέσεις οι οποίες δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση.
Ειδικότερα: α. Οι εναγόμενες προκειμένου να δηλώσουν τον προορισμό του προϊόντος τους (γκοφρέτας) χρησιμοποίησαν τους διασχηματισμούς περί γκοφρέτας, αα) σε σχήμα πούρου, ββ) σε συσκευασία κυλινδρικού κουτιού, οι οποίοι (διασχηματισμοί), όμως, δεν αποτελούν περιγραφικές ενδείξεις αντλούμενες από το σήμα, αλλά αυτούσια τα σήματα, εκ παραλλήλου δε, ενώ δεν δηλώνεται ο προορισμός του προϊόντος τους, δηλαδή που αποβλέπει και σε τι αποσκοπεί από τις εναγόμενες η χρήση των σημάτων της ενάγουσας στο δικό τους όμοιο προϊόν, β.
Η χρήση των εν λόγω διασχηματισμών εκ μέρους των εναγομένων, προκειμένου να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός τους, δεν αποτελεί νόμιμη χρήση, κατά τα προεκτεθέντα. γ. Η χρήση των ως άνω διασχηματισμών της ενάγουσας, δηλαδή των σημάτων της, γίνεται από τις εναγόμενες εν είδει σήματος, καθόσον δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο καταναλωτή είτε ως προς την προέλευση του προϊόντος είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ανωτέρω σήματα, δικαιούχος των οποίων είναι η ενάγουσα, έχουν τύχει διοικητικής αναγνώρισης και συνακόλουθα θεωρείται δεδομένη η διακριτική ικανότητα των διασχηματισμών που η ενάγουσα έχει κατοχυρώσει ως σήματα, στοιχεία που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, όπως έχει προπαρατεθεί ούτε παρεμπιπτόντως ενώπιον του παρόντος πολιτικού δικαστηρίου, αφού ο δικαιούχος σήματος προστατεύεται πλήρως μέχρι την αμετάκλητη διαγραφή του σήματος (περίπτωση που συντρέχει, όταν τούτο ήταν ή κατέστη κοινόχρηστο ή απώλεσε τη διακριτική του δύναμη, σύμφωνα με άρθρο 17 § 1 στοιχ.
γ' Ν. 2239/1994). 3. Επομένως, οι επίμαχοι διασχηματισμοί που χρησιμοποιεί η ενάγουσα συνιστούν διακριτικά γνωρίσματα προσδιοριστικά της προέλευσης της κυλινδρικής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου συσκευασμένης σε όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί ως προϊόντος παραγωγής της, η χρήση τους δε από τις εναγόμενες μπορούν να δημιουργήσουν στον μέσο καταναλωτή συνειρμική διασύνδεση ότι το διακρινόμενο με τα επίμαχα σήματα προϊόν της ενάγουσας και το προϊόν των εναγομένων, στο οποίο γίνεται χρήση των σημάτων, προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ότι μεταξύ των επιχειρήσεων των διαδίκων υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή κατά τη συγκεκριμένη βάσης της".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε την ένδικη αγωγή κατά τη βάση της από τις διατάξεις του Ν. 2239/1994, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 18 παρ. 3, 20 § 1 και 26 του ανωτέρω Νόμου. Ειδικότερα, την εφαρμογή των διατάξεων αυτών δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι 1) η αναιρεσίβλητη, η οποία παράγει το προϊόν της από το έτος 1978, είναι δικαιούχος των υπ' αριθμ. ...
και ... σημάτων, από τα οποία το πρώτο έχει διασχηματισμό πούρου με προορισμό να διακρίνει γεμιστές γκοφρέτες, ενώ το δεύτερο έχει διασχηματισμό όρθιου κυλινδρικού κουτιού, το οποίο επίσης προορίζεται να διακρίνει γεμιστές γκοφρέτες, 2) το σχήμα του πούρου, ήτοι μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα, που ήταν ασύνηθες μέχρι την υιοθέτησή του από την αναιρεσίβλητη, έχει έντονο διακριτικό χαρακτήρα, όπως άλλωστε δέχθηκε και το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 3681/1997 απόφασή του, 3) η εταιρεία με την επωνυμία "Cream Line Romania S.A.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη από τις αναιρεσείουσες, παράγει από το 1999 κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες σε σχήμα πούρου, που τις συσκευάζει σε όρθιο κυλινδρικό κουτί, 4) λόγω του πανομοιότυπου χαρακτήρα των σχημάτων των προϊόντων και του έντονου διακριτικού χαρακτήρα τους, είναι δυνατή η από το μέσο καταναλωτή συνειρμική διασύνδεση των προϊόντων της τελευταίας με εκείνα της αναιρεσίβλητης, 5) η χρησιμοποίηση από πλευράς των αναιρεσειουσών των διασχηματισμών των σημάτων, δικαιούχος των οποίων είναι η αναιρεσίβλητη, έγινε κατά παράβαση του άρθρου 20 § 1 Ν. 2239/1994, καθόσον η χρήση των διασχηματισμών, ήτοι των σημάτων της τελευταίας γίνεται κατά τρόπο που δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή είτε ως προς την προέλευση του προϊόντος είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης και 6) οι διασχηματισμοί, τους οποίους χρησιμοποιεί η αναιρεσίβλητη συνιστούν διακριτικά γνωρίσματα της προέλευσης της κυλινδρικής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου, συσκευασμένης σε όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα της παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων του νόμου περί σημάτων, απορριπτέοι κρίνονται ως αβάσιμοι. O λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη: προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ο ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 307/2013).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αριθμ. 8 πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση καταχρηστικής άσκησης του με την αγωγή ασκουμένου δικαιώματος, την οποία οι αναιρεσείουσες επανέφεραν προσηκόντως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Ειδικότερα, οι τελευταίες ισχυρίστηκαν ότι "... η αντίδικος κατέθεσε τα εν λόγω σήματα εν γνώσει της απαραδέκτου με μοναδικό ή κύριο σκοπό να παρεμποδίσει τρίτες επιχειρήσεις, που ήδη χρησιμοποιούν το σημείο που έχει καταχωρηθεί ως σήμα για μεγάλο χρονικό διάστημα ... Περαιτέρω, το επίδικο σημείο χρησιμοποιείτο ήδη από ικανού χρόνου από περισσότερες επιχειρήσεις ...
οι ανωτέρω ειδικές συνθήκες καθιστούν την άσκηση των δικαιωμάτων εκ των δύο σημάτων στο μέτρο που αυτά απαρτίζουν τόσο το σχήμα του προϊόντος (σχήμα πούρου) όσο και της συσκευασίας (κυλινδρικό κυτίο) ως αθέμιτη κατά το άρθρο 1 ν. 146/1914 όσο και καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ". Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι από το έτος 1978, πριν δηλαδή την καταχώρηση των σημάτων, η αναιρεσίβλητη παράγει και κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά το προϊόν της (γεμιστή γκοφρέτα) με την ονομασία "C.", συνδυάζει δε και τα δύο σήματά της, ήτοι τόσο το σχήμα του προϊόντος (γκοφρέτα σε σχήμα πούρου) όσο και το σχήμα του κουτιού συσκευασίας (όρθιο κυλινδρικό κουτί), ενώ η εταιρεία με την επωνυμία "Cream Line Romania S.A.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη από τις αναιρεσείουσες, παράγει από το 1999 κυλινδρικές γεμιστές γκοφρέτες σε σχήμα πούρου, που τις συσκευάζει σε όρθιο κυλινδρικό κουτί, περιστατικά που είναι αντίθετα με τα συγκροτούντα τη συγκεκριμένη ένσταση.
Κατόπιν τούτων, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 πλημμέλεια, διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι τα σήματα της αναιρεσίβλητης θεωρούνται σήματα φήμης και με βάση την παραδοχή του αυτή έκρινε ότι συντελέστηκε από πλευράς των αναιρεσειουσών προσβολή τους.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, την κρίση της πληττόμενης απόφασης δικαιολογούσαν οι παραδοχές της ότι α) από το έτος 1978, πριν δηλαδή την καταχώρηση των σημάτων, η αναιρεσίβλητη παράγει και κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά το προϊόν της (γεμιστή γκοφρέτα) με την ονομασία "C.", συνδυάζει δε και τα δύο σήματά της, ήτοι τόσο το σχήμα του προϊόντος (γκοφρέτα σε σχήμα πούρου) όσο και το σχήμα του κουτιού συσκευασίας (όρθιο κυλινδρικό κουτί), β) το σχήμα του προϊόντος της αναιρεσίβλητης, ήτοι μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου έχει έντονο διακριτικό χαρακτήρα, σύμφωνα δε και με τις παραδοχές της υπ' αριθμ. 3681/1997 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το σχήμα αυτό δεν ήταν συνηθισμένο στις συναλλαγές για το συγκεκριμένο προϊόν, γ) τα σήματα του προϊόντος της αναιρεσίβλητης, το οποίο κατέχει σημαντικό ποσοστό (8%) στο σύνολο της αγοράς μπισκότου, χαίρουν μεγάλης φήμης στο οικείο συναλλακτικό κοινό, ο δε μέσος καταναλωτής αναζητεί και αναγνωρίζει το συγκεκριμένο προϊόν και δ) οι αναιρεσείουσες επεδίωκαν να επωφεληθούν από την έλξη, την φήμη και το κύρος των επιδίκων σημάτων της αναιρεσίβλητης προς απόσπαση πελατείας, χρησιμοποιώντας τα σήματα φήμης της τελευταίας, μεταφέροντας στο παραγόμενο εκ μέρους τους προϊόν την καλή εντύπωση που έχουν για τα σήματά της οι καταναλωτές και δημιουργώντας την εντύπωση ότι η ίδια βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με αυτές ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά της και στο άνω προϊόν τους, καρπούμενες χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθειά της να καθιερώσει τα επίμαχα σήματά της στην αγορά.
Με τα δεδομένα αυτά ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 103/2013).
Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ειδικότερα, με το πρώτο σκέλος αυτού, ισχυρίζονται ότι στη σελίδα 11 (6ο φύλλο) η πληττόμενη απόφαση δέχεται ότι "Ωστόσο η συσκευασία του προϊόντος των εναγομένων εμφανίζει ουσιώδεις διαφορές ως προς την εξωτερική εμφάνιση, δηλαδή ως προς το χρώμα, τις απεικονίσεις και τη λεκτική διατύπωση, οι οποίες είναι ικανές για να δημιουργήσουν διαφορετική οπτική εικόνα και να αποτρέψουν τη σύγχυση στο μέσο καταναλωτή ως προς την προέλευση του προϊόντος.
Η χρήση των διασχηματισμών του προϊόντος της ενάγουσας τόσο της γκοφρέτας, όσο και του κουτιού από τις εναγόμενες, δεδομένου ότι αυτά συνίστανται από ενδείξεις σχετικές με το είδος, αλλά και με άλλα χαρακτηριστικά του προϊόντος, δεν έγινε κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, διότι θεωρούσαν ότι το σχήμα του πούρου αποτελεί μία τυποποιημένη μορφή (καθόσον αυτό κυκλοφορούσε και από άλλες εταιρείες όπως το προϊόν "R." της εταιρείας "F." κλπ), ως προς δε την κυλινδρική συσκευασία, αφού αυτή εξυπηρετεί για την προστασία και ασφάλεια του προϊόντος ...", ενώ στη ίδια σελίδα δέχεται ότι "...
Λόγω του πανομοιότυπου χαρακτήρα των σχημάτων των προϊόντων των διαδίκων, της ισχυρής φήμης των επιδίκων σημάτων της ενάγουσας, αλλά και του έντονου διακριτικού χαρακτήρα τους, είτε εγγενούς είτε αποκτηθέντος με τη χρήση τους στην αγορά, θα είναι δυνατή από το μέσο καταναλωτή συνειρμική διασύνδεση του προϊόντος των μη σηματούχων εναγομένων και των σημάτων φήμης που συνιστούν το προϊόν της ενάγουσας, τούτο δε ανεξαρτήτως της χρήσης διαφορετικών χρωμάτων και απεικονίσεων στις συσκευασίες κάθε προϊόντος, καθόσον δεν πρόκειται για σύνθετο σήμα, το οποίο αποτελείται από λεκτικές ενδείξεις και απεικονίσεις.
Με την ενέργειά τους αυτή οι εναγόμενες επεδίωκαν να επωφεληθούν από την έλξη, την φήμη και το κύρος των επιδίκων σημάτων της ενάγουσας προς απόσπαση πελατείας, χρησιμοποιώντας τα σήματα φήμης της ενάγουσας, μεταφέροντας στο παραγόμενο εκ μέρους τους προϊόν την καλή εντύπωση που έχουν για τα σήματα της ενάγουσας οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η τελευταία βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με αυτές ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά της και στο άνω προϊόν τους, καρπούμενες χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια της ενάγουσας να καθιερώσει τα επίμαχα σήματά της στην αγορά..." και στη σελίδα 13 (7ο φύλλο) ότι "...
Η χρήση των ως άνω διασχηματισμών της ενάγουσας, δηλαδή των σημάτων της, γίνεται από τις εναγόμενες εν είδει σήματος, καθόσον δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο καταναλωτή είτε ως προς την προέλευση του προϊόντος είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης ..." και ότι οι ανωτέρω αιτιολογίες αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθόσον η πληττόμενη απόφαση αφ' ενός μεν δέχεται ότι το προϊόν των αναιρεσειουσών δεν δύναται να προκαλέσει σύγχυση στον καταναλωτή σε σχέση με το προϊόν της αναιρεσίβλητης, αφ' ετέρου δε ότι στον μέσο άπειρο καταναλωτή θα δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι το επίμαχο προϊόν είναι προϊόν της αναιρεσίβλητης.
Ο ανωτέρω λόγος κατά το σκέλος του αυτό αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον μετά την απόρριψη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1477/2011 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, των λόγων αναίρεσης που αφορούσαν την απορριφθείσα τελεσιδίκως κύρια βάση της ένδικης αγωγής από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, το Εφετείου δεν εδικαιούτο να ερευνήσει τη συγκεκριμένη βάση, πέραν του ότι, ενόψει της παράλληλης ισχύος των διατάξεων του Ν. 2239/1994 με τις διατάξεις του Ν. 146/1914, οι αιτιολογίες της απόρριψης της μίας από τις βάσεις αυτές της αγωγής και η τυχόν αντίφασή τους προς τις αιτιολογίες της παραδοχής της άλλης δεν ιδρύουν τους από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1477/2011).
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω λόγου, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον έκρινε ότι έχει συντελεστεί η εν είδει σήματος χρήση των σημάτων της αναιρεσίβλητης και ότι με τον τρόπο αυτό συντελέστηκε προσβολή τους, κρίση που οδήγησε στην παραδοχή της συγκεκριμένης βάσης της αγωγής.
Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός κατά το συγκεκριμένο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων, πέραν του ότι υπό το πρόσχημα της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, οι αναιρεσείουσες πλήττουν αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 § 1).
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει οι αναιρεσείουσες να καταδικαστούν, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες στο δημόσιο ταμείο Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28 Αυγούστου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ