Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding procedural timing of legal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Athens' decision in a lease dispute. The appellant argued that errors in the first-instance judgment should be reviewable, but the court found these arguments were not properly raised before the appellate court. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to the failure to present these specific claims in the prior proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 288 A.C.; Art. 495 § 4 C.P.D.: Legal errors in the first-instance judgment may constitute grounds for appeal against the second-instance decision only if they were properly raised before the appellate court; failure to do so renders the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1731 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1731/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία " … " η οποία εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριο Τσικρικά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ή Ιερού Κοινού του Παναγίου Τάφου ή Αγιοταφικής Αδελφότητας, αλλοδαπού νομικού προσώπου, εδρεύοντος στην Ιερά Πόλη των Ιεροσολύμων Ισραήλ, νόμιμα εκπροσωπούμενου από την Α.Θ.Μ. τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων κ.κ. Θ., κατά κόσμον Η. Γ., εκπροσωπείται δε στην Ελλάδα από τον Έξαρχο του Παναγίου Τάφου, Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη Π.Δ., κατά κόσμον Ι. Π., κάτοικο ... και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βαρβάρα Λαμπροπούλου-Δημητριάδου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2274/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4238/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 30-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του δεύτερου και τρίτου λόγων και την απόρριψη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του ΑΚ.
Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.
Επομένως, με βάση την πιο πάνω διάταξη, η οποία είναι εφαρμοστέα και επί των εμπορικών μισθώσεων, ενόψει του άρθρου 44 του Π.Δ/τος 34/1995, ο εκμισθωτής εμπορικής μίσθωσης μπορεί να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του ιδίου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 9/1997 ΑΠ 2154/2007).
Περαιτέρω, τα στοιχεία της βάσης της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ., τα παρακάτω : 1) έγκυρη σύμβαση εμπορικής μίσθωσης, γιατί η αγωγή απορρέει από σύμβαση και συνεπώς σε περίπτωση ακυρότητας δεν χορηγείται, αφού αυτή δεν αναδίδει καμιά συνέπειά της, 2) μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης ή από το χρόνο της τυχόν προγενέστερης - από εκείνην που επιδιώκεται με την αγωγή - συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή.
Η αναπροσαρμογή του μισθώματος χωρεί έστω και αν η μεταβολή των συνθηκών δεν είναι ανυπαίτια, πλην όμως πρέπει το ζήτημα κάθε φορά να κρίνεται ανάλογα και με τις συντρέχουσες συνθήκες καλής πίστης και τούτο διότι το άρθρο 288 υπηρετεί την καλόπιστη εκπλήρωση και λειτουργία της ενοχής, ώστε δεν είναι επιτρεπτό να το επικαλείται ο κακόπιστος και να ζητεί προστασία στο όνομα της καλής πίστης, 3) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συμφωνημένο ή το μετά από αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.
Συνεπώς, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, πρέπει να ιστορούνται στην αγωγή και τα περιστατικά - ήτοι η μισθωτική αξία ομόρων ή και παράπλευρων με το μίσθιο ακινήτων ή ακινήτων χρησιμοποιουμένων για τον ίδιο με το μίσθιο σκοπό - από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρίνεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, 4) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος και 5) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 2154/2007 ΑΠ 2045/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση και την προσήκουσα εκτίμηση (άρθρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) του περιεχομένου της από 15.12.2009 και με αριθμό κατάθεσης 7966/2009 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, προκύπτει ότι το τελευταίο αυτό ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα :
Δυνάμει του από 25.7.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, η οποία εδρεύει στη …, εξεμίσθωσε σε αυτήν, για το από 25.7.1997 έως 25.7.2009 χρονικό διάστημα, ένα ακίνητό του, κείμενο στην και επί της οδού …, αριθμ…, συνολικού εμβαδού 538,55 τ.μ., χρησιμοποιούμενο ως θέατρο (θέατρο " " ή " …"), αντί ετησίου μισθώματος για τα τρία πρώτα έτη της μίσθωσης 10.000.000 δραχμών ή 29.347,03 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ανά διετία ανάλογα προς το κατά τον χρόνο της αναπροσαρμογής ποσοστό του επίσημου πληθωρισμού της Τράπεζας της Ελλάδος, πλέον του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου.
Ότι η μίσθωση αυτή παρατάθηκε αναγκαστικά μέχρι τις 31.12.2011, το δε ετήσιο μίσθωμα, μετά από διαδοχικές κατά τα άνω αναπροσαρμογές, ανήλθε, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, από 26.7.2006 έως 25.7.2008 στο ποσό των 33.558,97 ευρώ και από 26.7.2008 έως 25.7.2010 στο ποσό των 34.580,90 ευρώ. Ότι κατά της ήδη αναιρεσείουσας είχε εγείρει προηγουμένως την από 18.4.2007 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενο κυρίως την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και επικουρικά εκείνη του άρθρου 388 του ίδιου Κώδικα, ζήτησε την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση αυτής μέχρι τη λύση της μίσθωσης, στο ποσό των 86.310 ευρώ, προσαυξανόμενο κατά 5% για κάθε θεατρική περίοδο και ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 1760/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την έκανε δεκτή εν μέρει και κατόπιν άσκησης κατ' αυτής αντιθέτων εφέσεων, η υπ' αριθμ. 5343/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, δεκτής γενομένης της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή καθ' ολοκληρίαν και ειδικότερα ως προς την επί του άρθρου 288 ΑΚ στηριζόμενη κύρια βάση της ως αόριστη, ως προς δε την επί του άρθρου 388 ΑΚ επικουρική τοιαύτη ως μη νόμιμη.
Επικαλούμενο δε περαιτέρω το ήδη αναιρεσίβλητο μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το χρονικό διάστημα από την τελευταία συμβατική αναπροσαρμογή και εφεξής και ουσιώδη απόκλιση (αύξηση) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο μετ' αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, πράγμα που καθιστά αναγκαία την αναπροσαρμογή κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών του καταβαλλομένου μισθώματος, και μνημονεύον προς ενίσχυση του ισχυρισμού του αυτού μισθώματα ετέρων θεατρικών αιθουσών υπέρτερα εκείνου του μισθίου ακινήτου, ζητεί, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω αγωγικό αίτημα, α) την αναπροσαρμογή του κατά τα άνω καταβαλλομένου ετησίου μισθώματος στο ποσό των 86.310 ευρώ από τον χρόνο επίδοσης (2.5.2007) της προαναφερόμενης προγενέστερης αγωγής του και β) την καταβολή της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του καταβαλλομένου και του μέλλοντος να αναπροσαρμοσθεί μισθώματος.
Αυτό το περιεχόμενο και αίτημα έχουσα η ένδικη αγωγή διαλαμβάνει πάντα τα προαναφερόμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία και η ομοίως αποφανθείσα πληττόμενη εφετειακή απόφαση - η οποία επικύρωσε κατά τούτο την ομοίως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση - δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. (όχι και από τον αριθμό 8) πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 562 § 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, που αφορά όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1005/2010, ΑΠ 115/2007), αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (ΑΠ 1011/2010, ΑΠ 1005/2010, ΑΠ 1055/2005). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1011/2010, ΑΠ 1055/2005), αλλά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, άρα και αυτοί που για την επαναφορά τους από προηγούμενη συζήτηση δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ. διαδικασία (ΑΠ 1011/2010, ΑΠ 1005/2010, ΑΠ 1933/2006). Ενόψει αυτών πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1011/2010, ΑΠ 343/2009, ΑΠ 760/2004).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασής του ή της επαναφοράς του, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.- Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 9 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δ. δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στο εφετείο η πλημμέλεια ότι επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, υπό την έννοια ότι, ενώ με βάση το αίτημα της προαναφερόμενης στην υπ' αριθμ. ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας αγωγής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε την δυνατότητα να αναπροσαρμόσει το ετήσιο μίσθωμα του μισθίου ακινήτου μόνο για το από 2.5.2007 έως 25.7.2008 χρονικό διάστημα, εντούτοις αυτό (πρωτοβάθμιο δικαστήριο) με την υπ' αριθμ. 2274/2010 απόφασή του, η οποία, μετά την κατ' αυτής απόρριψη της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, ενσωματώθηκε στην πληττόμενη απόφαση του εφετείου, προέβη σε αναπροσαρμογή του μισθώματος έως τις 25.7.2009, ήτοι για ένα επιπλέον έτος, χωρίς τούτο να έχει ζητηθεί.
Περαιτέρω, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στο εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 263 εδ. β' και 288 του ΑΚ. Συνίσταται δε η πλημμέλεια αυτή, κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης, στο ότι το δικαστήριο εκείνο με την πληττόμενη απόφασή του δέχθηκε - κατ' επικύρωση και κατά τούτο της ομοίως αποφανθείσας πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του - ότι το κατ' αναπροσαρμογή καθορισθέν κατ' άρθρο 288 ΑΚ μίσθωμα οφείλει να το καταβάλει η εναγόμενη - αναιρεσείουσα από τον χρόνο της όχλησής της με την από 18.4.2007 προηγούμενη της παρούσας αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την υπ' αριθμ. 5343/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και όχι από τον χρόνο επίδοσης (30.12.2009) της εντός εξαμήνου εγερθείσας από την απόρριψη της προηγούμενης αγωγής επίδικη από 15.12.2009 αγωγή.
Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου επισήμου αντιγράφου της από 22.3.2011 και με αριθμό κατάθεσης 1390/2011 έφεσης της εναγόμενης - νυν αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 2274/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως νόμιμη και μερικώς κατ' ουσίαν βάσιμη η από 18.4.2007 προαναφερόμενη αγωγή του ενάγοντος - νυν αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί ουδόλως προβλήθηκαν ενώπιον του εφετείου.
Επομένως, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, οι ερευνόμενοι αυτοί λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στο Εφετείο οι παραπάνω πλημμέλειες, πρέπει, κατ' αποδοχήν του σχετικού περί απαραδέκτου της προβολής αυτών ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου, πράγμα άλλωστε που και αυτεπαγγέλτως ερευνάται, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Κατά την γνώμη όμως του εισηγητή αρεοπαγίτη Παναγ. Χατζηπαναγιώτη οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης έπρεπε να γίνουν δεκτοί ως παραδεκτώς προβληθέντες και τούτο διότι μετά την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσης και την ένεκα τούτου ενσωμάτωση της πρωτόδικης απόφασης σε εκείνην του εφετείου, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του εφετείου (Ολ.ΑΠ 16/1990, Ολ.ΑΠ 40/1996 ΑΠ 1725/2005), οι δε νομικές πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης μπορούν να αποτελέσουν λόγους αναίρεσης της δευτεροβάθμιας απόφασης, ως σφάλματα προκύπτοντα από αυτήν (ΑΠ 127/1987).
Κατόπιν λοιπόν όλων όσων προαναφέρθηκαν πρέπει α) να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου το οποίο κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.12.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1094/2012 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 4238/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών.- Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου το οποίο κατάθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ