1731/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔιεκδικητική αγωγή κυριότητας. Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ). Λόγοι αναίρεσης: Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1731/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1731 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Διεκδικητική αγωγή κυριότητας. Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 ΑΚ). Λόγοι αναίρεσης:
1)από 1 και 19 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.
2)από 11γ απορρίπτονται ως αόριστοι
Αριθμός 1731/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Θ. Ρ. του κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελένη Τύρου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Ν. Γ. συζ. Δ. Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Γαλούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12094/1995 μη οριστική, 9560/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 648/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1411/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 16/10/2010 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 23/4/2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την Υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995 Ολ.ΑΠ 7/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο εμβαδού 1031,20 τμ. μετά της εντός αυτού ισογείου οικίας, η οποία αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους. Το πιο πάνω οικόπεδο είχε περιέλθει στην Ε. Α. πρώην σύζυγο Κ.
Ρ. και μητέρα της ενάγουσας με αγορά από το Συνεταιρισμό Στεγάσεως Μακεδόνων και Θρακών με το .../1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Λύρη, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Αχαρνών στον τόμο 122 και με αριθμό ..., επί του οποίου η αγοράστρια ανήγειρε την ως άνω οικία.
Τούτο (επίδικο) βρίσκεται στη θέση "Μπίλιτζα" ή "Μπίλιγα" ή "Βίλιζα" της περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών Αττικής, επί της οδού ... αριθμός 7 και αναφέρεται με τον αριθμό 26 του 27 οικοδομικού τετραγώνου στο διάγραμμα εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου του μηχανικού Κ. Σ., που είναι προσαρτημένο στο .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Γρηγορόπουλου, συνορεύει δε ανατολικά με το οικόπεδο 25 του ίδιου τετραγώνου, δυτικά με το οικόπεδο 27 του ίδιου τετραγώνου, βόρεια με τα οικόπεδα 6 και 7 του ίδιου τετραγώνου και νότια με την οδό ... . Η Ε. Α. με το .../9-10-1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Ζαγκλή, εκπροσωπούμενη από το δεύτερο σύζυγό της Θ.
Α., πατριό της ενάγουσας, δυνάμει του .../1991 πληρεξουσίου του ίδιου συμβολαιογράφου, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το πιο πάνω επίδικο ακίνητο (οικόπεδο και οικία) στην εναγομένη αντί τιμήματος 35.000.000 δραχμών, το οποίο η αγοράστρια κατέβαλε στην πωλήτρια μέσω του ως άνω πληρεξουσίου της κατά την υπογραφή του συμβολαίου με την παράδοση σε αυτόν της ...
τραπεζικής επιταγής, πληρωτέα από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Υποκατάστημα Ασπροπύργου), εκδοθείσα στις 8-10-1992 σε διαταγή της αγοράστριας και οπισθογραφηθείσα από την ίδια. Η παράδοση του πωληθέντος ακινήτου στην ενάγουσα έγινε με κάποια χρονική καθυστέρηση κατά παράκληση του συζύγου της πωλήτριας, καθόσον εκτός αυτού υπήρχαν έπιπλα και άλλα αντικείμενα που ανήκαν στις θυγατέρες της Θ.
Ρ., ενάγουσα, και Ε. Ρ., τα οποία θα έπρεπε να μεταφερθούν, ενώ στη συνέχεια η εναγομένη προέβη σε εκτεταμένες επισκευές του ακινήτου που αφορούσαν τα δάπεδα, την εσωτερική διαρρύθμιση αυτού με την καθαίρεση τοίχων, την αντικατάσταση των θυρών, εγκατάσταση καλοριφέρ, αντικατάσταση υδραυλικής εγκατάστασης κλπ, έτσι η εγκατάσταση της ίδιας και της πολυμελούς οικογενείας της (είναι μητέρα τεσσάρων τέκνων) σε αυτό έγινε το καλοκαίρι του 1993.Σημειωτέον, ότι η εναγομένη, η οποία είναι πολιτικός μηχανικός, έχει γεννηθεί στη Ρωσία το έτος 1952 και είναι Ρωσίδα υπήκοος, ήλθε δε στην Ελλάδα ως πρόσφυγας το πρώτον το έτος 1991.
Η ανωτέρω, κατά το χρόνο υπογραφής του προαναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ενόψει του ότι είχε έλθει στην Ελλάδα πριν από λίγο χρονικό διάστημα, ελάχιστα γνώριζε την Ελληνική γλώσσα, πολύ σε περισσότερο αγνοούσε τους ισχύοντες στην Ελλάδα νόμους, και ειδικότερα ότι, για να περιέλθει σε αυτήν η κυριότητα του αγορασθέντος με το πιο πάνω συμβόλαιο ακινήτου, ήταν αναγκαίο κατά τον Ελληνικό Νόμο και η μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου.
Έτσι, εύλογα πίστευε ότι, αφού είχε καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα και τις σχετικές δαπάνες (φόρο, αμοιβή δικηγόρου και συμβολαιογράφου), είχε γίνει κυρία με την υπογραφή του συμβολαίου από όλους τους συμβαλλομένους. Η πεποίθηση της αυτή ενισχύονταν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην έχει την ελάχιστη αμφιβολία, και από το γεγονός, ότι κατά την υπογραφή του συμβολαίου, κατά τα αναγραφόμενα σ' αυτό, παραστάθηκε ως εντολοδόχος της και ο δικηγόρος Ιωάννης Γρηγοριάδης, που και αυτός υπέγραψε το εν λόγω συμβόλαιο, ο οποίος είχε προβεί και σε σχετικό έλεγχο των τίτλων του πωληθέντος ακινήτου, στον οποίο και κατέβαλε τη νόμιμη αμοιβή του καθώς και η δικηγόρος Στυλιανή Λούλη -Μπαμπούνη για λογαριασμό της πωλήτριας, χωρίς όμως κανένας από αυτούς αλλά ούτε και ο ανωτέρω συμβολαιογράφος να κάνουν τη παραμικρή αναφορά ότι για να περιέλθει η κυριότητα σε αυτήν του πωλουμένου είναι αναγκαίο να προβεί και στη μεταγραφή του οικείου συμβολαίου.
Άλλωστε, η εναγομένη έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στον ως άνω δικηγόρο της και στο συμβολαιογράφο δικαιολογημένα πίστευε ότι αυτοί θα διεκπεραίωναν οτιδήποτε ήταν αναγκαίο για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ακινήτου, αφού μάλιστα ρητά ο πρώτος εξ αυτών τη διαβεβαίωσε ότι "τα χαρτιά θα της τα έφερνε ο ίδιος στο σπίτι της στο Μενίδι".
Σε κάθε δε περίπτωση έχοντας αυτή καταβάλει ολόκληρο το πιο πάνω τίμημα και όλα τα σχετικά έξοδα δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να αδιαφορήσει για τη μεταγραφή του συμβολαίου, αν γνώριζε ότι ήταν αναγκαία η ενέργεια αυτή, ενόψει και ότι η σχετική δαπάνη ήταν ελάχιστη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο της πώλησης του διεκδικούμενου ακινήτου (9-10-1992) η ενάγουσα κατοικούσε στη ..., ενώ η μητέρα της και η αδελφή της έμεναν σε διαφορετικά διαμερίσματα στην επί της οδού ...
αρ. 17 πολυκατοικία στην ... . Οι σχέσεις των δύο αδελφών μεταξύ τους αλλά και με τη μητέρα τους, η οποία ήταν σοβαρά άρρωστη και απεβίωσε στις 28-2-1993, ήσαν καλές, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα ότι δηλαδή δεν είχε καλές σχέσεις με την αδελφή της και καμία επικοινωνία με τη μητέρα της κρίνονται ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Έτσι, η ενάγουσα λογικά είχε πληροφορηθεί από τη μητέρα της όσο ζούσε την πώληση από αυτήν στην εναγομένη του πιο πάνω ακινήτου της ενός δηλαδή τόσο σημαντικού περιουσιακού της στοιχείου και αντί σημαντικού τιμήματος, σε κάθε δε περίπτωση η αδελφή της που γνώριζε την πώληση αυτή, η οποία (πώληση) είχε γίνει αναγκαία και για την αντιμετώπιση των σοβαρών εξόδων που απαιτούνταν για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της μητέρας τους, προφανώς όσο ζούσε η μητέρα τους την είχε πληροφορήσει για το γεγονός αυτό, αφού δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι είχε κάποιο λόγο να της αποκρύψει την πώληση αυτή ούτε εξάλλου προκύπτει ότι η μητέρα της αγνοούσε την πώληση του ακινήτου της από το σύζυγο της, ο οποίος την είχε εκπροσωπήσει με σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ούτε λόγω της ασθένειας της δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την πώληση και να ενημερώσει τις θυγατέρες της.
Στις 28-2-1993, τέσσερις δηλαδή περίπου μήνες μετά την πώληση του ακινήτου της απεβίωσε η μητέρα της ενάγουσας ενώ νοσηλευόταν στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "ΥΓΕΙΑ" και δεδομένου ότι δεν είχε συντάξει διαθήκη κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις ανωτέρω θυγατέρες της που είχε αποκτήσει από τον πρώτο της γάμο με τον Κ.
Ρ. κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη και από το νόμιμο δεύτερο σύζυγο, της Θ. Α. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου. Η ενάγουσα με την αδελφή της μετά το θάνατο της μητέρας τους, προκειμένου να προστατεύσουν το κληρονομικό τους δικαίωμα από την κληρονομιά της μητέρας τους, θέλησαν να βεβαιωθούν για το εάν πράγματι το ως άνω ακίνητο είχε πωληθεί από τη μητέρα τους, έτσι η δεύτερη από αυτές, αφού συμβουλεύθηκε κάποιο δικηγόρο, απευθύνθηκε στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο όπου διαπίστωσε ότι το ακίνητο εξακολουθούσε να ανήκει στη μητέρα της, καθόσον το πιο πάνω .../1992 πωλητήριο συμβόλαιο δεν είχε μεταγραφεί.
Αμέσως, πρώτη αυτή έσπευσε με την .../25-5-1993 πράξη συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπαθεοδώρου που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών στον τόμο 620 και με αριθμό ... να αποδεχθεί την κληρονομιά της μητέρας της κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας της (3/8), ενώ ταυτόχρονα ενημέρωσε για το γεγονός αυτό και την ενάγουσα αδελφή της, η οποία και αυτή με την .../9-7-1993 πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου Γεωργίου Παπαθεοδώρου αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας τους κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας της (3/8), την οποία μετέγραψε αυθημερόν στα οικεία βιβλία στον τόμο 512 και με αριθμό ..., στην οποία ως μοναδικό κληρονομιαίο στοιχείο περιέλαβε το επίδικο, ενώ ακόμη δεν είχε μεταγραφεί από την εναγομένη το πιο πάνω .../9-10-1992 συμβόλαιο αγοράς, στην μεταγραφή του οποίου η τελευταία προέβη μόλις στις 26-7-1993, όταν ξαφνικά εμφανίσθηκε η προαναφερόμενη αδελφή της ενάγουσας και προέβαλε δικαιώματα για την ίδια και την αδελφή της στο επίδικο αμφισβητώντας ότι αυτή είναι κυρία και επικαλούμενη ότι τούτο τους ανήκει κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία.
Επομένως, κατά τα προαναφερόμενα η ενάγουσα είτε από την ίδια τη μητέρα της είτε από την αδελφή της είχε πληροφορηθεί την πώληση του επιδίκου και σε κάθε περίπτωση μετά το θάνατο της μητέρας της πληροφορήθηκε την επίμαχη πώληση από την αδελφή της, ενώ αμέσως έλαβε γνώση και της μη μεταγραφής του συμβολαίου αγοράς του από την εναγομένη αγοράστρια.
Έτσι γνωρίζοντας τα περιστατικά αυτά έσπευσε να επωφεληθεί και αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας της, την οποία αποδοχή μετά σπουδής μετάγραψε την ίδια ημέρα. Αφού λοιπόν η ενάγουσα μετάγραψε πρώτη τον ως άνω τίτλο κυριότητας της έγινε κυρία του επιδίκου κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με τα άρθρα 1710, 1193, 1198 ΑΚ, ενώ στη συνέχεια με την υπό κρίση αγωγή άσκησε το σχετικό δικαίωμά της ζητώντας να αναγνωρισθεί κυρία κατά το πιο πάνω ποσοστό του διεκδικούμενου ακινήτου.
Ενόψει όμως των πιο πάνω δεδομένων ότι δηλαδή η ενάγουσα πριν 'αποδεχθεί την κληρονομιά της μητέρας της γνώριζε την πώληση από την τελευταία του διεκδικούμενου ακινήτου στην εναγομένη, η οποία προσφάτως είχε έλθει ως μετανάστης από τη Ρωσία, ότι η εναγομένη από άγνοια της Ελληνικής γλώσσας και της Ελληνικής νομοθεσίας αλλά και μη ενημέρωσης της από το νομικό παραστάτη της, όπως προαναφέρθηκε, δεν προέβη έγκαιρα στη μεταγραφή του συμβολαίου αγοράς και ότι η ενάγουσα παρόλα αυτά έσπευσε και αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας της και μετέγραψε την αποδοχή πριν προλάβει η εναγομένη να μεταγράψει το δικό της τίτλο ιδιοκτησίας (πωλητήριο συμβόλαιο) καθώς και του γεγονότος ότι η εναγομένη αν στερηθεί του ακινήτου αυτού θα μείνει η ίδια και η οικογένεια της χωρίς στέγη, η δια της ένδικης αγωγής διεκδίκηση εκ μέρους της (ενάγουσας), του πιο πάνω κληρονομικού δικαιώματος της επί του επιδίκου ακινήτου παρίσταται καταχρηστική και επομένως ανεπίτρεπτη διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, σύμφωνα με την έννοια των όρων που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αφού ανατρέπεται η κατάσταση που ήδη υπάρχει ενώ επέρχονται αφόρητες σε βάρος της εναγομένης συνέπειες.
Είναι δε προφανής η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων με την άσκηση από την ενάγουσα έναντι της εναγομένης του δικαιώματος συγκυριότητας της στο επίδικο, διότι προκαλείται έντονη η εντύπωση της αδικίας σε βάρος της αλλοδαπής πρόσφυγας που πλήρωσε 35.000.000 δραχμές για να αγοράσει το επίδικο και να εγκαταστήσει τη οικογένεια της σε αυτό και η οποία αγνοούσε τις απαιτούμενες από την Ελληνική νομοθεσία περαιτέρω ενέργειες για την ολοκλήρωση της αγοράς και τη μεταβίβαση σε αυτήν της κυριότητας, πιστεύοντας, μάλιστα ότι ο δικηγόρος της που παρέστη κατά την υπογραφή του συμβολαίου ή ο συμβολαιογράφος που το συνέταξε, θα έπρατταν σε κάθε περίπτωση ότι ήταν αναγκαίο για την κατοχύρωση της.
Επομένως, αποδεικνυομένης ως ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης η ένδικη αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά παραδοχή της πιο πάνω ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε στην κρίση του, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα με το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Τέλος, η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος φέρει το χαρακτήρα γνήσιας αυτοτελούς ενστάσεως, αφού αν συντρέχουν οι γενεσιουργοί λόγοι της δεν αναιρείται η ύπαρξη του δικαιώματος κατά του οποίου προβάλλεται, αλλά καθίσταται απαγορευμένη η άσκηση του.
Έτσι, η ενάγουσα σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ναι μεν έγινε κυρία του επιδίκου κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, αφού πρώτη εκείνη μετάγραψε τον τίτλο κυριότητας της, όμως η άσκηση του δικαιώματος της αυτού (κυριότητας) για τους αναφερόμενους ανωτέρω λόγους είναι απαγορευμένη και ανεπίτρεπτη έναντι της εναγομένης ως καταχρηστική.
Επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα παραπονείται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη που δεν την αναγνώρισε κυρία του επιδίκου και απέρριψε την αγωγή της, μολονότι με τη μεταγραφή από αυτήν της αποδοχής της κληρονομιάς της μητέρας της, που κατά το άρθρο 1199 ΑΚ ανέτρεξε στο χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, έγινε συγκυρία του επιδίκου, ελέγχεται αβάσιμος, αφού δεν αμφισβητείται η ύπαρξη του δικαιώματος συγκυριότητας της στο επίδικο αλλά καθίσταται απαγορευμένη ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της αυτού έναντι της ενάγουσας".
Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192, 1193, 1198 και 1199 ΑΚ, αφού απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη ισχυρισμού που νόμιμα προτάθηκε και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Για να είναι ορισμένος ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και να μνημονεύεται, επίσης, στο ίδιο ότι έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών αυτών μέσων από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν μνημονεύονται σ' αυτόν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.
Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2008 αίτηση της Θ. Ρ. για αναίρεση της 648/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ