Legislator Case Law & Legislation
1731/2011 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court ruling on property servitude recognition and remands case.

Case Number 1731/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property servitude dispute. The appellant argued the lower court failed to apply specific civil code provisions for recognizing a servitude over an internal road, while the opposing party contended the evidentiary requirements were not met. The court agreed that the lower court erred in not applying the correct legal provisions but found the claim for servitude unsubstantiated due to lack of required evidence, leading to a remand for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 81(3), 82, 110(2), 558 of the Code of Civil Procedure; Article 20(1) of the Constitution: An appeal may be filed against a third party who intervened additionally, provided their intervention is independent; the court partially allowed the appeal regarding the application of specific civil code provisions but rejected the claim for servitude due to insufficient evidence, remanding the case for further proceedings.

Keywords

AI generated
property servitude recognition additional intervention internal road servitude remand for further proceedings civil code provisions evidentiary requirements appeal against judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 81(3) of the Code of Civil Procedure
Article 82 of the Code of Civil Procedure
Article 110(2) of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 20(1) of the Constitution
Article 83 of the Code of Civil Procedure
Article 225(2) of the Code of Civil Procedure
Article 974 of the Civil Code
Article 994 of the Civil Code
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 966 of the Civil Code
Article 967 of the Civil Code
Article 968 of the Civil Code
Article 1118 of the Civil Code
Article 1119 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1731 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1731/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "EFG EUROBANK-ERGASIAS AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, και 2. Ν. Π. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Δαβάλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 27-1-2005 πρόσθετη παρέμβαση του Νικολάου Δέλλιου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3551/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 848/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 31-8-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή των δύο πρώτων λόγων της.

Ο αναιρεσείων ατομικά ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του δεύτερου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 3, 82, 110 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται, ότι η αναίρεση δεν απαιτείται να απευθύνεται και κατά του υπέρ του αναιρεσιβλήτου προσθέτως παρεμβαίνοντος, πλην της περιπτώσεως της αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως του άρθρου 83 ΚΠολΔ. Η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηρίζεται αυτοτελής, όταν η σχετική απόφαση πρόκειται ν' αναπτύξει ενέργειες (όχι απλώς αντανακλαστικές) και στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικο του υπέρ ου η παρέμβαση.

Συνεπώς, αυτοτελής είναι και η πρόσθετη παρέμβαση του ειδικού διαδόχου, κατ' άρθρο 225 παρ.2 ΚΠολΔ, ο οποίος καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παραδεκτώς απευθύνεται η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 848/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης στην πρωτόδικη δίκη, ο οποίος κατέστη ειδικός διάδοχός της κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, συνεπεία της εκ μέρους της μεταβίβασης, λόγω πωλήσεως, του επίδικου ακινήτου δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Όλγας Φωτοπούλου - Χατζηχρήστου.

2.- Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 994,789, 790, 282 και 284 ΑΚ συνάγεται, ότι η νομή μπορεί ν` ανήκει κατά το περιεχόμενό της σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, οπότε υπάρχει κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη, δηλαδή συννομή, η οποία, αν προσβάλλεται παράνομα από τρίτο πρόσωπο, οι συννομείς έχουν πλήρη την προστασία από τη νομή, εάν δε η συννομή προσβάλλεται από συννομέα τότε εάν η έριδα στρέφεται περί την ύπαρξη της συννομής του συννομέα, αυτός έχει πλήρη την προστασία της νομής όπως όταν η νομή προσβάλλεται από τρίτο (δικαστική και αυτοδύναμη), χωρίς βέβαια να αποκλείεται και η άσκηση της απλής αναγνωριστικής αγωγής σε περίπτωση απλής αμφισβητήσεως της συννομής, που είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής των αγωγών περί νομής λόγω αποβολής ή διαταράξεως.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 του ΑΚ προκύπτει ότι επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, εξαιτίας της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος ακινήτου φέρει το βάρος να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση αυτού από τον κύριο του δεσπόζοντος.

Τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα είναι και η δουλεία οδού. Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία, για την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη χρησικτησία στα ακίνητα. Επί παράνομης δε προσβολής παρέχεται στον δικαιούχο της δουλείας αγωγή εκ του άρθρου 1132 ΑΚ με αίτημα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, το οποίο ο Άρειος Πάγος εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, ο ενάγων ισχυρίστηκε, ότι με το .../1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Μασούρου- Τσανάκα, που έχει έκτοτε μεταγραφεί νόμιμα, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω πωλήσεως, από το Γ.

Σ., ως σύνδικο της ενώσεως των πιστωτών της κηρυχθείσας σε κατάσταση πτωχεύσεως ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", ένα (1) αγροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 15.246 τ.μ., με την σ'αυτό υπάρχουσα ισόγεια οικία, επιφανείας 78,15 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "ΣΤΙΠΙΖΑ" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Καλυβιών Θορικού Αττικής και τέμνεται κάθετα από βορρά προς νότο σε δύο (2) τμήματα (ανατολικό και δυτικό) από την αγροτική οδό προς Κόνδρες, όμορο κατά τη νότια πλευρά του με ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγομένης, όπως αυτό (αγροτεμάχιο του ενάγοντος) ειδικότερα περιγράφεται στο δικόγραφο κατά τα όρια και τις πλευρικές του διαστάσεις.

Ότι το ανωτέρω ακίνητο ήταν ανέκαθεν περιφραγμένο σε όλες του τις πλευρές, μάλιστα προς βορρά διαχωρίζεται από το όμορο ακίνητο της εναγομένης με συρματόπλεγμα, οι πάσσαλοι στηρίξεως του οποίου είναι εμπηγμένοι σταθερά στο νότιο κράσπεδο οδού εσωτερικής κυκλοφορίας, η οποία έχει διαμορφωθεί για την εξυπηρέτηση αμφοτέρων των ακινήτων κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

Ότι στο ανατολικό τμήμα του εν λόγω ακινήτου, όπου βρίσκεται η οικία, υπάρχουν 135 φυστικόδενδρα σε 25 σειρές, από βορρά προς νότο, πηγάδι με πλήρες ηλεκτροκίνητο σύστημα άντλησης ύδατος, καθώς και σύστημα άρδευσης, ενώ στο δυτικό τμήμα υπάρχουν 135 φυστικόδενδρα, 120 ελαιόδενδρα, 4 αμυγδαλιές, 4 συκιές, 3 ροδιές και ένα υπεραιωνόβιο πεύκο.

Ότι για την εξυπηρέτηση αμφοτέρων των όμορων αγροτεμαχίων (του ιδίου και της εναγομένης) έχει δημιουργηθεί από τον απώτατο δικαιοπάροχό τους Ν. Δ., στη δυτική πλευρά αυτών. είσοδος με σιδερένια καγκελόπορτα, η οποία εφάπτεται της Λεωφόρου Καλυβιών- Αναβύσσου, πλάτους 4,5 μέτρων. Ότι από την είσοδο αυτή ξεκινά "κοινόχρηστη" οδός, η οποία χωρίζει τα δύο όμορα αγροτεμάχια, καθ' όλο το μήκος του κοινού τους ορίου, με κατεύθυνση από δυσμάς προς ανατολάς, τέμνεται επίσης κάθετα από την αγροτική οδό προς Κόνδρες και συνεχίζει μέχρι το ανατολικό όριο των αγροτεμαχίων, όπου και καταλήγει, μάλιστα στα σημεία τομής της με την ανωτέρω αγροτική οδό έχουν επίσης διαμορφωθεί δύο (2) ακόμη είσοδοι με σιδερένιες πόρτες.

Ότι σε καθεμία από τις πλευρές της εσωτερικής αυτής οδού, η οποία χρησιμεύει και για την πρόσβαση στις εκατέρωθεν αυτής ιδιοκτησίες, είναι κατασκευασμένο κράσπεδο, επί του οποίου είναι σταθερά εμπεπηγμένοι πάσσαλοι στήριξης συρματοπλέγματος, ώστε σαφώς να διακρίνονται τα όμορα ακίνητα και συγκεκριμένα νότια της εν λόγω οδού και πέραν του κρασπέδου εκτείνεται το ακίνητο που απέκτησε ο ίδιος και βόρεια το ακίνητο της εναγομένης.

Ότι από της μεταγραφής του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου (ο ενάγων) εγκαταστάθηκε στη νομή του εν λόγω ακινήτου του εκτεινομένου νότια της εσωτερικής οδού, κατά τα προκτεθέντα, ασκώντας έκτοτε, συνεχώς και αδιατάρακτα, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές, εμφανείς διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές εξουσιάσεως, που ειδικότερα αναφέρονται στο δικόγραφο.

Ότι κατά το έτος 2004 η εναγόμενη αποφάσισε να εκποιήσει το ακίνητό της και γι' αυτό στις 25.5.2004 απέστειλε σ' αυτόν (ενάγοντα), δεδομένου ότι είχε στο παρελθόν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την αγορά του, κάποια έγγραφα, τα οποία περιείχαν πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία και τους όρους πώλησης. Ότι μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβανόταν και το από μηνός Νοεμβρίου του έτους 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ.

Λ., στο οποίο αποτυπωνόταν το προς πώληση ακίνητο να περιλαμβάνει τα 2/3 της ισογείου οικίας, δύο (2) εδαφικά τμήματα, που επίσης περιγράφονται στο δικόγραφο, εκτάσεως 1200,62 τ.μ. και 1215 τ.μ., του εκτεινομένου νότια της εσωτερικής οδού αγροτεμαχίου, τα οποία μέχρι τότε νεμόταν αποκλειστικά ο ίδιος, όλες τις εισόδους, δηλαδή και αυτήν από τη Λεωφόρο Καλυβιών και τις άλλες δύο από την αγροτική οδό προς Κόνδρες, καθώς και τη μεταξύ των δύο αγροτεμαχίων ως άνω εσωτερική οδό.

Ότι η εναγόμενη από το έτος 1993 όταν και εγκαταστάθηκε στη νομή του προς βορρά όμορου αγροτεμαχίου, το οποίο ήταν ανέκαθεν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, ουδέποτε νεμήθηκε το νοτίως της περίφραξης εκτεινόμενο ακίνητο. Ότι η ανωτέρω εσωτερική οδός χρησιμοποιείτο από τον ίδιο και την εναγόμενη για την πρόσβαση στα ακίνητά τους και μάλιστα ως μοναδική δίοδος προσπελάσεως για την εξυπηρέτηση αμφοτέρων, ένθεν και ένθεν της οποίας υπάρχει κρηπίδωμα από μπετόν επί του οποίου είναι εμπεπηγμένοι οι πάσσαλοι στηρίξεως του συρματοπλέγματος.

Ότι το ακίνητο του ιδίου έχει επίσης είσοδο από τη Λεωφόρο Καλυβιών στη δυτική του πλευρά, ενώ ο ίδιος και η εναγόμενη επίσης χρησιμοποιούσαν και τις άλλες δύο εισόδους, που εφάπτονται της αγροτικής οδού προς Κόνδρες. Ότι στις 28.5.2004 διαπίστωσε ότι η εναγόμενη είχε τοποθετήσει αλυσίδες με μεγάλα λουκέτα σε όλες τις εισόδους, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η πρόσβαση στο ακίνητό του και να αποβληθεί έτσι, παράνομα και αυθαίρετα από την επ' αυτού νομή του.

Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων ζήτησε, όπως το αγωγικό αίτημα εκτιμάται, αφενός να αναγνωρισθεί νομέας των πιο πάνω δύο επίδικων εδαφικών τμημάτων του όλου αγροτεμαχίου του και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει τη νομή επ'αυτών και αφετέρου να αναγνωριστεί το δικαίωμα συννομής του επί της ανωτέρω εσωτερικής "κοινόχρηστης" οδού μετά των ως άνω των τριών (3) εισόδων προσβάσεως στο ακίνητό του, άλλως να αναγνωριστεί το δικαίωμα του πραγματικής δουλείας διόδου από την ως άνω εσωτερική οδό υπέρ του ακινήτου του.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, αφού παραθέτει το κατ' εκτίμησή του ιστορικό της ένδικης αγωγής, στη συνέχεια δέχθηκε, αναφορικά με το ορισμένο και νόμιμο αυτής, τα ακόλουθα, επί λέξει, "Η ένδικη αγωγή, ως αγωγή περί προστασίας της νομής επί των επίδικων εδαφικών τμημάτων λόγω αποβολής, στην οποία σωρεύονται και αγωγή αναγνωριστική οδού ως κοινόχρηστης άλλως δικαιώματος δουλείας (οδού) διόδου, είναι μη νόμιμη, αντιφατική και αόριστη κατά τις ακόλουθες διακρίσεις και ως εκ τούτου απορριπτέα.

Ειδικότερα, η πρώτη αγωγή και δη το πρώτο αίτημα ως αγωγή προσβολής της νομής λόγω αποβολής, είναι μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων στηρίζει την αποβολή του ως άνω από τη νομή επί των επίδικων εδαφικών εκτάσεων στην τοποθέτηση αλυσίδων και λουκέτων επί των προαναφερόμενων εισόδων της αναφερόμενης ως κοινόχρηστης οδού και κατά συνέπεια στο αδύνατο της πρόσβασής του στα επίδικα ως άνω τμήματα.

Όμως η παραπάνω πράξη της εναγομένης, και με την προϋπόθεση της επίκλησης των αναγκαίων στοιχείων στο δικόγραφο της αγωγής, συνιστά ενδεχόμενα, είτε προσβολή της προσωπικότητάς του προς χρήση της κοινόχρηστης οδού, (με την έκθεση των αναγκαίων προς τούτο στοιχείων), είτε του δικαιώματος δουλείας οδού, (εάν έχει αποκτηθεί τέτοιο δικαίωμα), είτε προσβολή της οιονεί νομής δουλείας οδού με αποβολή του (εάν έχει αποκτηθεί τέτοια οιονεί νομή), για τις οποίες ως άνω προσβολές έχει τις σχετικές αγωγές.

Οι αναγκαίες δε αντανακλαστικές επενέργειες από την παραπάνω προσβολή οποιουδήποτε δικαιώματος επί της οδού αυτής, δε συνιστούν και προσβολή με αποβολή από τη νομή των επίδικων εδαφικών εκτάσεων, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, και αφού μάλιστα με την αγωγή δεν ζητείται η άρση της επικαλούμενης προσβολής επί της οδού αυτής, (αφαίρεση αλυσίδων και λουκέτων από τις καγκελόπορτες).

Διαφορετική είναι η περίπτωση, (κατά την οποία) η παραπάνω πράξη της εναγομένης θα συνιστούσε αποβολή του ενάγοντος από τα επίδικα εδαφικά τμήματα, εφόσον η πρώτη είχε προβεί σε τοποθέτηση λουκέτων (κλείδωμα) επί πόρτας εισόδου υφισταμένης στο ακίνητο του ενάγοντος και όχι εισόδου οδού. Στην αγωγή δε δεν γίνεται επίκληση άλλου τρόπου αποβολής από τη νομή των επίδικων αυτών εδαφικών εκτάσεων και δη εκβολή του ενάγοντος με αντίστοιχη απώλεια της νομής του και ταυτόχρονα απόκτηση της νομής από την εναγομένη.

Εξάλλου, η αποτύπωση των επίδικων εδαφικών εκτάσεων στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα δεν συνιστά όχι μόνο αποβολή από τη νομή, αλλά ούτε διατάραξη της νομής, αφού η τελευταία απαιτεί υλική επενέργεια επί του πράγματος. Επίσης, ενώ ο ενάγων επικαλείται αποβολή του στις 28.5.2004 από τη νομή των επίδικων ως άνω εδαφικών τμημάτων με την παραπάνω πράξη της εναγομένης και δη με την τοποθέτηση λουκέτων με αλυσίδες στις παραπάνω πόρτες, παρά ταύτα όλως αντιφατικά εκθέτει στην αγωγή, ότι "μέχρι σήμερα (άσκηση της αγωγής) είμαι νομέας των επίδικων εδαφικών τμημάτων" με συνέπεια η αγωγή να καθίσταται και αντιφατική.

Περαιτέρω, η δεύτερη σωρευόμενη αγωγή είναι αόριστη τόσο κατά το κύριο, όσο και κατά το επικουρικό αίτημα. Ειδικότερα, ως προς το κύριο αίτημα της αναγνώρισης της ύπαρξης της κοινόχρηστης οδού, είναι αόριστη, προεχόντως διότι δεν αναφέρονται τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου η οδός να καταστεί κοινόχρηστη με ένα από τους νόμιμους τρόπους.

Καθόσον αφορά το επικουρικό αίτημα της αναγνώρισης του δικαιώματος πραγματικής δουλείας οδού, επίσης είναι αόριστη, προεχόντως, διότι ομοίως δεν αναφέρονται τα αναγκαία στοιχεία περί της σύστασης αυτής (δουλείας), με ένα από τους νόμιμους τρόπους, ενώ, κατά το σαφές ως άνω επικουρικό αίτημα, δεν διώκεται η αναγνώριση ενδεχομένως της οιονεί νομής δουλείας διόδου (οδού) και η απόδοση της οιονεί νομής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της ένδικης αγωγής, αναφορικά με το προαναφερθέν δεύτερο κύριο αίτημά της περί αναγνωρίσεως της συννομής του ενάγοντος στον πιο πάνω εσωτερικό δρόμο και τις τρεις εισόδους, τις διατάξεις των άρθρων 974, 994 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν, (κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή), οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, αλλά αξίωσε στοιχεία που ανάγονται στις διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 ΑΚ, οι οποίες δεν ετύγχαναν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, διότι η αναφορά στην αγωγή του επίδικου δρόμου ως "κοινοχρήστου" δεν έγινε, όπως από το όλο περιεχόμενό της προκύπτει, με την έννοια του κοινοχρήστου των εν λόγω διατάξεων, αλλά με την ιδιότητα αυτού ως εσωτερικού δρόμου αφιερωμένου αποκλειστικά και μόνο στην χρήση-συννομή των εκάστοτε κυρίων των ως άνω δύο ξεχωριστών αγροτεμαχίων, μοναδικές είσοδοι των οποίων είναι οι προαναφερθείσες τρεις καγκελόφρακτες πόρτες.

Είναι, συνεπώς, βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή (και όχι και από τον αριθ.14 του ίδιου άρθρου), με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες. Περαιτέρω, το Εφετείο με το να απορρίψει το ως άνω επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος πραγματικής δουλείας οδού, με την ανωτέρω αιτιολογία, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120 και 1121 1132 ΑΚ, δεδομένου ότι δεν γινόταν στο δικόγραφό της αναφορά των αναγκαίων στοιχείων για τη σύσταση της επικαλούμενης πραγματικής δουλείας με έναν από τους προαναφερθέντες τρόπους (δικαιοπραξία-χρησικτησία) και κατά συνέπεια δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία (για το ορισμένο και νόμω βάσιμο αυτού) από εκείνα που προβλέπει ο νόμος για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Επομένως, η σχετική αιτίαση, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που περιέχεται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμη.

3.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν το προαναφερθέν δεύτερο κύριο αίτημα της ένδικης αγωγής περί αναγνωρίσεως της συννομής του ενάγοντος στον πιο πάνω εσωτερικό δρόμο και τις τρεις εισόδους και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 848/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τη σωρευόμενη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής πρώτη βάση της ως προς το κύριο αίτημά της περί αναγνωρίσεως της συννομής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στον περιγραφόμενο σ' αυτή "κοινόχρηστο" εσωτερικό δρόμο, καθώς και στις τρεις (3) εισόδους πρόσβασης στο ιδιόκτητο ακινητό του.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ