Legislator Case Law & Legislation
1731/2009 AI generated

Supreme Court remands case for retrial due to appellate court's failure to declare vague claim inadmissible.

Case Number 1731/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the final and preliminary decisions of the Nafplion Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred by failing to declare the plaintiff's claim inadmissible for vagueness regarding the acquisition of property rights. The court held that the appellate court incorrectly deemed the facts sufficient without addressing the specific lack of clarity in how ownership was acquired, constituting a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: An appellate court commits a procedural error if it fails to declare a claim inadmissible for vagueness when the lower court's reasoning was insufficient to establish the necessary legal elements.

Keywords

AI generated
procedural error inadmissible claim vagueness appellate review Code of Civil Procedure property ownership remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 of the Civil Code
Article 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 of the Civil Code
Articles 8(1), 9(1), 2(20), 6, 76(1), 7(3) of the former Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1731 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1731/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... 2. ..., 3. .... και 4. .... Η 1η και η 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μικρό και η 3η και 4η παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/1998 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης λόγω αρμοδιότητας, 162/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, και 686/2002 μη οριστική, 271/2007 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 24-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 10-2-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση των 271/2007 οριστικής, και 686/2002 προδικαστικής, αποφάσεων του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 974,1041,1042,1043,1045,1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, από δε τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14 ), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ.( 23.3) του προϊσχύσαντος β.ρ.

Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση της κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, συνάγεται ότι ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία με την άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Ως νομή, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, όπως είναι η επίβλεψη του ακινήτου, η περίφραξή του, η συντήρησή του, η εκμίσθωσή του, η καλλιέργεια αυτού, εφόσον αυτό είναι αγροτικό, η διαμονή του σε υπάρχουσα σ' αυτό οικία, κλπ.

Επίσης, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ. Δικαίου, των ν.12 πανδ. (18.7), ν.14 παρ.8 πανδ.(11.7), ν.69 πανδ. (29.2), οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρ.92 ΕισΝΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι που ορίζει ο ν.2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής), εκτός από τους οικείους, δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούν την επαχθείσα σ` αυτούς κληρονομία με μονομερή δήλωση της βουλήσεώς τους για αποδοχή αυτής (υπεισέλευση στην κληρονομία).

Η δήλωση αυτή, που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία, εκφράζεται είτε ρητώς (εγγράφως ή προφορικώς), είτε σιωπηρώς, συναγόμενη από τις πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση ανάμιξης στην κληρονομία και απόκτηση αυτής, χωρίς να απαιτείται πανηγυρικός τύπος γι` αυτήν. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων άρθρου 216 παρ.1 περ.α,β ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ, κατά την οποία ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Αν η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση της κυριότητας του επιδίκου, δεν απαιτείται κατ` αρχήν ο καθορισμός, με το δικόγραφό της, του τρόπου κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, εάν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητά του, ο ενάγων οφείλει, προς παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής, με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης (άρθρ.224 εδ.β ΚΠολΔ), να καθορίσει με σαφήνεια τα γεγονότα που συγκροτούν τον τρόπο κτήσης του δικαιοπαρόχου, αλλά και των απώτερων δικαιοπαρόχων, αν απαιτείται, ενόψει των αμφισβητήσεων του εναγομένου, μέχρι του πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας αυτών.

Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή, ως θεμέλιό της έχει την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με χρησικτησία, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή αυτού και εν ανάγκη και τη νομή του δικαιοπαρόχου του, καθορίζοντας ταυτόχρονα και τις μερικότερες εμφανείς, υλικές διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγμα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, μεταξύ των οποίων και οι θεμελιωτικοί της αγωγής, προκύπτει ότι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά περιστατικά της αγωγής, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια περιστατικά, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή.

Αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του προαναφερόμενου άρθρου 559. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των κατωτέρω αναφερόμενων διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, προς θεμελίωση της από 20-1-1997 ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής τους, οι ήδη αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριες, η κάθε μία κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά που αναφέρονται, των περιγραφόμενων σ' αυτήν δώδεκα αγροτικών και ενός αστικού(οικόπεδο με οικία) ακινήτων, με παράγωγο τρόπο, ήτοι από κληρονομίες, τις οποίες νόμιμα αποδέχθηκαν, των κατά τα έτη 1995 και 1980 αποβιωσάντων, αντίστοιχα, μητέρας των τριών πρώτων, ...

και πατέρα της τέταρτης,..., στους οποίους περιήλθαν τα ακίνητα από κληρονομία του εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος, το έτος 1939, πατέρα τους,..., την οποία αποδέχθηκαν ρητώς "δι' αναμείξεως".Στον τελευταίο τα αγροτικά ακίνητα περιήλθαν, κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου,από κληρονομία του κατά το έτος 1911 εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος πατέρα του, ..., την οποία "απεδέχθη και ρητώς ανεμείχθη " και κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου από άτυπη δωρεά, το έτος 1939, του αδελφού του ....

Επίσης, ισχυρίσθηκαν, οι ίδιες και οι δικαιοπάροχοί τους κατέστησαν κύριοι των επιδίκων, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής, αυτοπροσώπως και δια των αντιπροσώπων τους στην άσκηση της νομής συγγενών τους, " φροντίζοντας αλλά και εκδηλώνοντας πάντα μέριμνα για την ύπαρξη και την περιποίησή τους" έως το έτος 1995 που πληροφορήθηκαν την αποβολή τους από τη νομή των ακινήτων από την αντίδικό τους.

Παρόλο όμως ότι η εναγομένη αμφισβήτησε, με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την κυριότητα των εναγουσών και των φερόμενων ως δικαιοπαρόχων τους επί των επιδίκων, οι ενάγουσες δεν καθόρισαν, με τις προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, τον τρόπο με τον οποίο απέκτησαν οι δικαιοπάροχοί τους την κυριότητα επί των επιδίκων, καθορίζοντας τις μερικότερες εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις στα ακίνητα, από τις οποίες, αν αποδεικνύονταν, θα μπορούσε να συναχθεί η βούλησή τους ότι υπεισήλθαν, ως κληρονόμοι, στις κληρονομίες των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι απεβίωσαν πριν την εισαγωγή του ΑΚ(23-2-1946), καθώς και ότι κατείχαν αυτά ως κύριοι, μέχρι να φθάσουν σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητάς τους, αλλά περιορίσθηκαν να προβάλλουν αορίστως άσκηση νομής στα επίδικα με τη φράση " φροντίζοντας αλλά και εκδηλώνοντας πάντα μέριμνα για την ύπαρξη και την περιποίησή τους", χωρίς να διευκρινίζουν σε τι συνίσταται η "φροντίδα" και η "εκδήλωση μέριμνας για την ύπαρξη και την περιποίηση " των ακινήτων αυτών.

Συνεπώς, η αγωγή έπασχε αοριστία, το δε Εφετείο, που, κατά παραδοχή της έφεσης των εναγουσών κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με οποία απορρίφθηκε αυτή ως αόριστη για τον ανωτέρω λόγο, έκρινε αυτήν, με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις του, ορισμένη και δεν την απέρριψε ως αόριστη, διότι θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά γεγονότα, παρά μάλιστα την εναντίωση της εναγομένης, η οποία επανέφερε, με τις ενώπιον αυτού προτάσεις της, τους ανωτέρω περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμούς της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ 14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, και ο σχετικός, από τη διάταξη αυτή, τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθούν οι πληττόμενες αποφάσεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε τις αναιρούμενες αποφάσεις, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, τις 271/2007 οριστική και 686/2002 προδικαστική αποφάσεις του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ