Legislator Case Law & Legislation
1731/2008 AI generated

Appeal dismissed; court upheld damages for moral injury as reasonable and proportional to the tort.

Case Number 1731/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's award of €7,500 in damages for moral injury. The appellant argued the amount was excessive, but the court found the sum reasonable given the nature and extent of the personal insult suffered by the plaintiffs. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews the quantum of damages for moral injury only for manifest error, upholding the lower court's assessment if it is reasonable and proportional to the harm caused without causing undue hardship.

Keywords

AI generated
moral injury damages quantum of compensation proportionality principle appeal against damages Code of Civil Procedure manifest error review legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 25(1) of the Constitution
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 571/04
AP 975/02
AP 43/2005
EDAH: Berger v. France, judgment of 3-12-2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1731 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1731/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων:Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καλαμακίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-11-2002 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-11-2006 αίτησή του και τους από 10-4-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.(ΑΠ 571/04, 975/02) Ο ισχυρισμός για νομική αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί νομικής αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους υπ' αριθμ. 10-11 και 14-15 λόγους του κυρίου δικογράφου, κατά τα οικεία μέρη τους, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείτο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως νομικά αόριστες τις συνεκδικασθείσες αγωγές των αναιρεσιβλήτων εναντίον του, με τις οποίες ζήτησαν την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς τους, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτές ότι η αποδιδόμενη παράνομη συμπεριφορά του εναγομένου (αναιρεσείοντος) ήταν και υπαίτια, ούτε επίσης αναφέρεται η οικονομική θέση και οικονομική κατάσταση των μερών, ως προσδιοριστικών στοιχείων της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης.

Οι λόγοι αυτοί ως προς τις άνω αιτιάσεις τους είναι απορριπτέοι ως αόριστοι διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής για τους προαναφερόμενους λόγους, προέβαλε στο πρωτοβάθμιο και επανέφερε νομίμως στο Εφετείο.

2. Ο όρος "πράγματα" στην διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, τα οποία αν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης κ.λ.π., όχι δε και οι αρνητικοί των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών ισχυρισμοί του διαδίκου, ή τα επιχειρήματα των διαδίκων και του δικαστηρίου από την εκτίμηση και γενικώς τη στάθμιση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5ο λόγο του κυρίου δικογράφου, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι χωρίς απόδειξη δέχτηκε τις αγωγές της Ψ2 και Ψ4, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του, ότι αυτές δεν είχαν συμβληθεί μαζί του, για την τέλεση των μετά την τέλεση των γάμων τους δεξιώσεων.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό κατέληξε στην κρίση του, ότι οι άνω ενάγουσες μαζί με τους τότε μέλλοντες συζύγους τους Ψ1 και Ψ3, συμφώνησαν με το εναγόμενο κατά μήνα Ιούνιο 2002 να επιμεληθεί ο εναγόμενος έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής για την τέλεση των γαμηλίων δεξιώσεων, μετά την τέλεση των γάμων τους, στο κέντρο "....." στην περιοχή ....., αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

3. Ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.

Εξ άλλου, κατά μεν το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", κατά δε το άρθρο 445 ιδίου κώδικα "έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ' αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταπόδειξης και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και επομένως και τους μάρτυρες. (ΑΠ 848/77).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών και ειδικότερα των την αποδεικτική δύναμη των από Ιουνίου 2002 δύο εγγράφων συμφωνητικών που καταρτίστηκαν μεταξύ του υιού του Α και των εναγόντων Ψ1 και Ψ3, των υπ' αριθμ. .....

και ..... τιμολογίων - δελτίων αποστολής εκδόσεως του υιού του Α, τα οποία αυτός προσκόμισε προς ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων (κύριοι λόγοι 1-4, 5ος, 6-7 κατά τα οικεία μέρη τους). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, κατά τα άνω εκτεθέντα, στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα δεν προσδίδεται από το νόμο ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτά δε εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) που προσκόμισαν προς ανταπόδειξη οι ενάγοντες.

4. Ως πράγματα, τα οποία αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (Ολ. 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.

ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1120/07). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

ΑΠ 11/1996), δεν ιδρύεται δε επίσης ο λόγος αυτός αν ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός προβλήθηκε από τον αναιρεσίβλητο και όχι τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 572/1984) Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Και στις δύο δε περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη) πρέπει να αναφέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 493/2002). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο και τις εξής πλημμέλειες α) ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη, μη προταθέντα από τους ενάγοντες Ψ1 και Ψ2 ισχυρισμό, ότι κατά μήνα Αύγουστο 2002 ο Β ενεργώντας ως αντιπρόσωπος των εναγόντων αυτών, εν όψει των επικρατούντων ευμετάβλητων καιρικών φαινομένων, συμφώνησε με τον εναγόμενο ότι ο υπαίθριος χώρος του καταστήματος που αρχικώς είχε συμφωνηθεί να γίνει η μετά το γάμο δεξίωση του ζεύγους Ψ1-Ψ2, θα είχε στεγασθεί κατά το χρόνο τέλεσης της δεξίωσης από τον εναγόμενο (6-7 λόγος του κυρίου δικογράφου κατά το οικείο μέρος του) β) ότι προκειμένου να καθορίσει το ύψος του επιδικασθέντος για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ποσού, παρά το νόμο έλαβε υπόψη την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών και το βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, χωρίς όμως τα περιστατικά αυτά να προταθούν από τους ενάγοντες (14-15 και 16-17 λόγοι του κυρίου δικογράφου κατά τα οικεία μέρη τους) γ)ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό του εναγομένου ότι η μη προσήκουσα εκπλήρωση της συμβατικής του παροχής οφείλονταν σε γεγονός ανώτερης βίας συνεπεία της εκδήλωσης απρόοπτων έντονων καιρικών φαινομένων, τα οποία δεν μπορούσαν να αντιμετωπισθούν και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (λόγοι 16-17 και 18-19 του κυρίου δικογράφου) δ) ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι αποκλειστικώς υπαίτιοι είναι οι ενάγοντες και ε) ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των εναγόντων Ψ1-Ψ2, ότι κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα η τελετή είχε συμφωνηθεί να γίνει σε στεγασμένο χώρο (20ος λόγος κατά το οικείο μέρος του).

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ο άνω υπό στοιχείο α' ως απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως παρά το νόμο ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, αποτελεί περιεχόμενο από τις αποδείξεις, σχετικά με την επικαλούμενη με την αγωγή σύμβαση και το περιεχόμενο αυτής, ο υπό στοιχείο β' επίσης ως απαράδεκτος διότι τα προσδιοριστικά κατά νόμο στοιχεία του ύψους της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο και η κρίση του δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την κρίση πραγματικών γεγονότων.

Ο άνω υπό στοιχείο γ' λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ότι τον στηρίζοντα το λόγο αυτό αναίρεσης ισχυρισμό προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε καθορίζει το νόμιμο τρόπο προβολής του, ο υπό στοιχείο δ' λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της αγωγής, ο δε υπό στοιχείο ε λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, προβλήθηκε, κατά τον αναιρεσείοντα από τους αναιρεσιβλήτους και όχι από αυτόν.

5. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε εν μέρει τις συνεκδικασθείσες αγωγές των ήδη αναιρεσβλήτων, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως βεβαιώνεται σ' αυτή.

Από τη βεβαίωση αυτή του δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε τον αρνητικό ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος, ότι αυτός συνεβλήθη με τους ενάγοντες Ψ1 και Ψ3, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του υιού του Α, και ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση με τις ενάγουσες Ψ2 και Ψ4, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, αδιστάκτως προκύπτει, ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα υπ' αριθμ .....

και ..... τιμολόγια εκδόσεως Α, καθώς και το βιβλιάριο συνταξιοδότησης του εναγομένου από το ΤΕΒΕ, τα οποία έγγραφα αυτός προσκόμισε προς ανταπόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού των εναγόντων, ότι αυτοί συνεβλήθησαν με τον εναγόμενο ατομικώς. Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (αρ. 1 - 4 κατά το οικείο μέρος του) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

6. O από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης (παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου) ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης αποδεικτικού εγγράφου, είτε θετικώς με εσφαλμένη ανάγνωση, είτε αρνητικώς με τη μη ανάγνωση κρισίμων για την απόδειξη η ανταπόδειξη σημείων του περιεχομένου του, και έτσι προσδίδει σ' αυτό στο έγγραφο αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που έχει, στη συνέχεια δε στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εξετίμησε απλώς, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως ακριβώς έχει, ύστερα από ορθή ανάγνωση του (Ολ ΑΠ 1/1999) Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων, ότι οι επικαλούμενες με την αγωγή τους συμβάσεις καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος ατομικώς και όχι μεταξύ των εκ των εναγόντων Ψ1 και Ψ2 και του εναγομένου ενεργούντος ως αντιπροσώπου του υιού του ΕΑ, όπως προς απόκρουση της αγωγής ισχυρίστηκε ο εναγόμενος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από Ιουνίου 2002 δύο εγγράφων συμβάσεων που, όπως από το περιεχόμενο αυτών προέκυπτε, αυτές καταρτίστηκαν μεταξύ του υιού του Α και των εναγόντων Ψ1 και Ψ3,καθώς και το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. .....

και ..... τιμολογίων εκδόσεως του Α και του ΑΜΣ ..... βιβλιαρίου από τα οποία προέκυπτε ότι τα μεν ως άνω τιμολόγια εκδόθηκαν από τον Α στο όνομα των εναγόντων Ψ1 και Ψ3, από δε το βιβλιάριο ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ήταν συνταξιούχος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, τα έγγραφα αυτά εξετίμησε το Εφετείο μαζί μετά λοιπά αποδεικτικά μέσα, μετ'ορθή ανάγνωση του περιεχομένου τους, κατέληξε δε στην κρίση του ότι οι επικαλούμενες με την αγωγή συμβάσεις καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγόντων και του ενάγοντος ατομικώς μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι . 7.

Επί αγωγής για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο μεν ισχυρισμός του εναγόμενου ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ζημίας είναι ο ενάγων , συνιστά άρνηση της βάσεως της αγωγής, ο δε ισχυρισμός του ιδίου ότι ο ενάγων συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, συνιστά ένσταση καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 300 ΑΚ.

Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, αλλά πρέπει να προτείνεται μάλιστα δε να γίνεται επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τον συγκροτούν, και να υποβάλλεται σχετικό αίτημα, σύμφωνα με το άρθρο 262 ΚΠολΔ, χωρίς να μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 1115/1986, Ολ. ΑΠ 423/85). Ο ισχυρισμός αυτός, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ να προτείνεται παραδεκτώς από τον εναγόμενο με τις προτάσεις του και να επαναφέρεται νομίμως στο δευτεροβάθμιο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπ' αριθμ. 12 - 13 λόγο του κυρίου δικογράφου, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο και με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό του που προέβαλε προς απόκρουση των εναντίον του αγωγών, ότι "τον υιό μου ή έστω και εμέ ως προς την υποτιθέμενη ηθική βλάβη των εναγόντων δεν εβάρυνε καμία υπαιτιότητα.

Η υποτιθέμενη ηθική τους βλάβη οφείλεται αποκλειστικά σε δική τους υπαιτιότητα...". Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, αποτελεί, κατά τα άνω άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση συνυπαιτιότητας, και ακολούθως ο λόγος αυτός αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα σκέλη του.

8. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι γενικοί αυτοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά σε μονομερή δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεί από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 363/2001 - ΑΠ 603/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν συνεπεία της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητά τους από τον εναγόμενο, δεχόμενο ότι με συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και του εναγομένου περί τις αρχές Ιουνίου 2002, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση, όπως έναντι της συμφωνηθείσας αμοιβής, διαθέσει για την τέλεση των μετά το γάμο τους δεξιώσεων, χώρους της λειτουργούσας στη ..... .....

επιχειρήσεώς του (ταβέρνας) προσφέροντας προς τους προσκεκλημένους τους τις υπηρεσίες του (εξυπηρέτηση και φαγητά), συμφωνηθέντος ότι οι δύο δεξιώσεις, που θα εγένοντο τον ίδιο χρόνο, εκείνη μεν του ζεύγους Ψ1-Ψ2 θα εγένετο σε μη κλειστό χώρο του καταστήματος, τον οποίο ο εναγόμενος θα εστέγαζε προκειμένου να προστατευθούν οι συμμετέχοντος από τυχόν εκδήλωση καιρικών φαινομένων (βροχής κλπ), εκείνη δε του ζεύγους Ψ3-Ψ4 σε κλειστό χώρο του καταστήματος, ώστε οι δε εκδηλώσεις να διεξαχθούν σε χωριστούς και όχι σε ενιαίο χώρο.

Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δέχεται, ότι χωρίς κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεων των συμβληθέντων, ρητώς συμφωνήθηκε ότι οι δύο γαμήλιες δεξιώσεις θα ελάμβαναν χώρα σε χωριστούς χώρος του καταστήματος και όχι σε ενιαίο χώρο Επομένως ο υπ' αριθμ. 23 - 24 λόγος του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι μολονότι εμμέσως διαπίστωσε κενό ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων, σχετικά με τη δυνατότητα του εναγομένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ενιαίο χώρο, για τους προσκεκλημένους και των δύο γάμων, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

9. Η αθέτηση της σύμβασης, καθεαυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).

Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθέτησης της συμβάσεως όσο και της αδικοπραξίας. Στην περίπτωση αυτήν το πραγματικό γεγονός υπόκειται σε πολλαπλή αξιολόγηση και αντιμετωπίζεται από διαφορετικές απόψεις. 'Όπως δε κρατεί στη νομολογία, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ.

ΑΠ 967/73 ΑΠ 1190/07). Περαιτέρω από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Σε περίπτωση δε που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο η γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου κ.ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα Από αυτά παρέπεται ότι αν εκτός από την υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση κάποιας σύμβασης, συντρέχουν επί πλέον γεγονότα που συνιστούν συμπεριφορά προσβλητική της προσωπικότητας του αντισυμαλλομένου, κατά την άνω έννοια, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος υπέστη ηθική βλάβη συνδεομένη αιτιωδώς με την με τη συμπεριφορά αυτή του υπαιτίου γεννιέται αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 59 και 932 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε τις συνεκδικασθείσες αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος και επιδίκασε το αναφερόμενα σ' αυτή ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς τους, δεχόμενο ότι αποδείχτηκαν τα εξής: 'Ότι περί τις αρχές Ιουνίου 2002 τα τότε μελλόνυμφα ζεύγη των εναγόντων Ψ1-Ψ2 και Ψ3-Ψ4, εν όψει τελέσεως των γάμων τους την 31.8.2002, και επιθυμούντες μετά την τέλεση αυτών να διοργανώσουν γαμήλιες δεξιώσεις, συμφωνήσαν με τον εναγόμενο, ο οποίος εκμεταλλεύονταν κέντρο (ταβέρνα) στην περιοχή ....., όπου ελάμβανα χώρα τέτοιου είδους εκδηλώσεις, να παραθέσουν στο εν λόγω κέντρο του εναγομένου, έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής του εναγομένου, μετά τους γάμους τους, δεξιώσεις, το μεν ζεύγος Ψ1-Ψ2 για 370 άτομα, σε υπαίθριο χώρο του καταστήματος του εναγομένου, το δε ζεύγος Ψ3-Ψ4, για 400 άτομα σε κλειστό (στεγασμένο) χώρο του ιδίου καταστήματος.

Ότι περί τις αρχές Αυγούστου 2002 και επειδή υπήρχε κίνδυνος για την ομαλή οργάνωση και διεξαγωγή της συνεστιάσεως του ζεύγους Ψ1-Ψ2, εξ αιτίας των άστατων καιρικών συνθηκών, ο πατέρας της Ψ2, Β, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος αυτής και του Ψ1, συμφωνήσαν με τον εναγόμενο και ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να στεγάσει τον υπαίθριο χώρο όπου θα ελάμβανα χώρα η δεξίωση αυτών, ούτως ώστε αυτή να γίνει με ασφάλεια και ευπρέπεια, στην περίπτωση που κατά το χρόνο διεξαγωγής της εκδηλώνονταν καιρικά φαινόμενα (βροχοπτώσεις) που θα καθιστούν αδύνατη τη διεξαγωγή της στον υπαίθριο χώρο.

Ότι μετά την τέλεση του γάμου του ζεύγους Ψ1-Ψ2, οι νεόνυμφοι και οι προσκληθέντες να συμμετάσχουν στη δεξίωση, μετέβησαν στο εν λόγω κέντρο του εναγομένου, και τοποθετήθηκαν στον συμφωνηθέντα υπαίθριο χώρο, τον οποίο ο εναγόμενος είχε στεγάσει πρόχειρά με νάϋλον, χωρίς να καλύπτονται και οι πλευρικές του διαστάσεις, και άρχισε η γαμήλια δεξίωση, με την κοπή της τούρτας από τους νεονύμφους, κατά τα συνηθιζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Μετ' ολίγο όμως χρόνο, εκδηλώθηκε έντονη βροχόπτωση, που καθιστούσε αδύνατη την παραμονή των προσκεκλημένων στον υπαίθριο αυτό και υποτυπωδώς και πρόχειρα στεγασθέντα από τον εναγόμενο με νάϋλον χώρο, εξ αιτίας ότι το νάϋλον σκέπαστρο κατέρρευσε να εισέρχονταν εντός του χώρου τα όμβρια ύδατα. Εν όψει της κατάστασης αυτής ο εναγόμενος πρότεινε στους προσκεκλημένους να μετακινηθούν στον κλειστό (στεγασμένο) χώρο του καταστήματός του, στον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμφωνηθεί να γίνει η δεξίωση του ζεύγους Ψ3-Ψ4.

Πράγματι το ζεύγος Ψ1-Ψ2 και οι προσκεκλημένοι τους μεταφέρθηκα στον κλειστό χώρο του καταστήματος, όπου όμως μετ' ολίγο κατέφθασε το ζεύγος Ψ3-Ψ4 και οι προσκεκλημένοι τους. Εξ αιτίας της δημιουργηθείσας κατάστασης με την κατ' εντολή του εναγομένου σύμπτυξη των προσκεκλημένων αμφοτέρων των ζευγών Ψ1-Ψ2 και Ψ3-Ψ4 στο ίδιο κλειστό χώρο του καταστήματος, όπου κατά τα συμφωνηθέντα θα ελάμβανε χώρα μόνο η δεξίωση του ζεύγους Ψ3-Ψ4, δεν ήταν δυνατή η ευπρεπής και ομαλή διοργάνωση και διεξαγωγή και των δύο εκδηλώσεων, με αποτέλεσμα, η μεν δεξίωση του ζεύγους Ψ3-Ψ4 να μη αρχίσει καν, και οι προσκεκλημένοι του και οι ίδιοι να αποχωρήσουν, η δε δεξίωση του ζεύγους Ψ1-Ψ2, να ματαιωθεί και αυτή με την αποχώρηση των προσκεκλημένων τους και των ιδίων.

Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι ο εναγόμενος, παρά την αναληφθείσα συμβατικώς υποχρέωση να στεγάσει κατά τρόπο ασφαλή τον υπαίθριο χώρο του καταστήματός του, όπου, κατά τα συμφωνηθέντα, θα γίνονταν η δεξίωση του ζεύγους Ψ1-Ψ2, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος και συνετός επιχειρηματίας, με βάση τις συγκεκριμένες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις, όπως θα έπρεπε κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, όπως επιτάσσεται από τις κρατούσε συναλλακτικές αντιλήψεις, που επιβάλλουν τυποποιημένα μέτρα ασφαλούς διοργάνωσης τέτοιου είδους κοινωνικών εκδηλώσεων, με πρωταρχικό γνώμονα την ασφαλή και ευπρεπή ψυχαγώγιση των νεονύμφων και των προσκεκλημένων τους, δεν μερίμνησε να στεγάσει κατά τρόπο ασφαλή τον υπαίθριο χώρο, αλλά εντελώς πρόχειρα τοποθέτησε μόνο στην οροφή, όχι δε και στις πλευρικές του διαστάσεις, νάϋλον κάλυμμα, το οποίο λόγω της προχειρότητας του, κατάρρευσε από τα όμβρια ύδατα, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η ομαλή διεξαγωγή της συνεστίασης στο χώρο αυτό, ακολούθως δε υπέδειξε στο ζεύγος Ψ1-Ψ2 και τους προσκεκλημένους του, να μετακινηθούν στον κλειστό χώρο του καταστήματός του, που προορίζονταν, κατά τα συμφωνηθέντα, μόνο για την συνεστίαση του ζεύγους Ψ3-Ψ4, συμπτυχθέντων έτσι των προσκεκλημένων αμφοτέρων των νεονύμφων ζευγών, με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η ομαλή και κατά τα συνηθισμένα σε παρόμοιες περιπτώσεις διεξαγωγή των γαμηλίων εκδηλώσεων και έτσι να προσβληθεί υπαίτια και παράνομα η προσωπικότητα των νεονύμφων, κατά την πλευρά της κοινωνικής υπόληψής τους, έναντι των προσκεκλημένων τους, τους οποίους είχαν προσκαλέσει να συμμετάσχουν στις εν λόγω ματαιωθείσες και να υποστούν αυτοί ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας επιδίκασε υπέρ ενός εκάστου των εναγόντων το ποσό των 7.500 ευρώ. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο, ότι η άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, εκτός από παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων συνιστά και παράνομη και υπαίτια (από αμέλεια) προσβολή της προσωπικότητας των εναγόντων, ορθώς, με πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ.

Επομένως οι υπ' αριθμ 1 - 4, 8 - 9 και 16 - 17 λόγοι του κυρίου δικογράφου κατά το οικείο μέρος τους, καθώς και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί τις αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, παρά το νόμο εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932 ΑΚ και δεν εφάρμοσε την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου αυτές διατάξεις, προσέτι δε ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες εφάρμοσε τις άνω διατάξεις και δεν εφάρμοσε εκείνη του άρθρου 211 ΑΚ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

10. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, κατά δε το άρθρο 59 ιδίου κώδικα, στις περιπτώσεις των δύο προηγουμένων άρθρων (57 και 58) το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην περίπτωση που έλαβε χώρα παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας άλλου, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ, και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσεως.

Εξ άλλου, το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εισάγοντας ως νομικό κανόνα την "αρχή της αναλογικότητας", επιβάλει σε όλα τα κρατικά όργανα, συνεπώς και τα δικαιοδοτικά, κατά τη στάθμιση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, να λαμβάνουν υπόψη τους την εκάστοτε αντιστοιχία μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκεται εκάστοτε (βλ.

Ολ. ΑΠ 43/2005, πρβλ. και ΕΔΔΑ: Berger κατά Γαλλίας, απόφ. της 3-12-2002). Ετσι, σε περίπτωση προσδιορισμού του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως επιδικάζοντας χαμηλό ποσό όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας δια της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης.

Η παραβίαση της υπερνομοθετικής αυτής αρχής ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα αναφερόμενα στην υπ' αριθμ. 9 σκέψη της παρούσας απόφασης πραγματικά περιστατικά και με βάση τις εκεί περιγραφόμενες παραδοχές επιδίκασε υπέρ ενός εκάστου των εναγόντων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 7.500 ευρώ.

Το ποσό αυτό, εν όψει του είδους και της έκτασης της προσβολής που υπέστησαν στην προσωπικότητά τους οι ενάγοντες από την άνω αναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, σε συνδυασμό και με τις γενικότερες συνθήκες υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα και την εξ αυτής προκληθείσα σε ένα έκαστο των εναγόντων ηθική βλάβη, είναι εύλογο και ανάλογο προς αποκατάσταση της προσβολής που υπέστησαν οι ενάγοντες και επομένως ο τρίτος πρόσθετος λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.11.2006 αίτηση και τους από 10.04.2008 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 155/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από ευρώ 1.800 από κοινού.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ