Supreme Court allows appeal against labor court award due to insufficient reasoning on future health impacts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court judgment regarding a worker's compensation award. The lower court failed to adequately address how the appellant's future health condition and career prospects would be affected by the accident. Consequently, the court found the lower court's reasoning insufficient regarding these critical factors.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932 of the Civil Code; Articles 2 and 25 of the Constitution; The Supreme Court held that a labor court judgment is subject to cassation review if it fails to provide adequate reasoning on the future impact of an accident on the injured party's life and profession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1730 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1730/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Δήμο Άνδρου, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Αντωνέλλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: M. B. του F., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλέξανδρου Μαυροειδή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν η 125ΕΙΔ/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 115/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 16-12-2021 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 40/17-12-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 115/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία δέχθηκε τυπικά και α) απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα και β) δέχθηκε κατ' ουσίαν ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες (μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη) την από 17-10-2019 έφεση των δεύτερης, τρίτου και τετάρτης των εναγομένων κατά της εκδοθείσας ερήμην του πρώτου εναγομένου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 125ΕΙΔ/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου την από 31-12-2015 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 2/2016) αγωγή κατά των 1) V. B. του V., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." (ήδη αναιρεσείουσας), 3) Λ.
Τ. του Ν. και 4) Μ. συζ. Ν. Τ., με την οποία ισχυρίστηκε ότι στις 5-1-2011 προσελήφθη, με προφορική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, από τον πρώτο εναγόμενο, προκειμένου να εργαστεί στην εκτέλεση του περιγραφόμενου στην αγωγή έργου (επίστρωση δαπέδων εξωτερικού χώρου υπό ανέγερση οικοδομής), που είχε αναθέσει σ' αυτόν (πρώτο εναγόμενο), ως υπεργολάβο, η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη κατασκευαστική εταιρεία, η οποία είχε αναλάβει την ανέγερση της ως άνω οικοδομής επί οικοπέδου συνιδιοκτησίας των τρίτου και τετάρτης των εναγομένων, κατόπιν συναφθείσας μεταξύ αυτής και των τελευταίων σύμβασης έργου.
Ότι στις 7-1-2011, ενώ εργαζόταν στο ως άνω έργο, υπέστη το περιγραφόμενο στην αγωγή εργατικό ατύχημα, το οποίο οφείλεται σε αμέλεια όλων των εναγομένων, συνισταμένη σε μη τήρηση εκ μέρους αυτών των αναφερόμενων στην αγωγή μέτρων ασφαλείας. Ότι εξαιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων υπέστη περιουσιακή ζημία συνολικού ποσού 46.220 ευρώ, καθώς και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση ποσού 100.000 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω, ζήτησε, κατόπιν μερικής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε αναγνωριστικό, α) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν την υποχρέωση να του καταβάλουν ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 46.220 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 80.000 ευρώ, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, και β) να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την ημέρα του ατυχήματος, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 125ΕΙΔ/2019 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του πρώτου εναγομένου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης συνολικού ποσού 46.220 ευρώ και δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 20.000 ευρώ, εις ολόκληρον ο καθένας, και αναγνωρίζοντας ότι αυτοί έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν στον ενάγοντα, για την ίδια αιτία, το ποσό των 20.000 ευρώ, εις ολόκληρον ο καθένας, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι δεύτερη, τρίτος και τετάρτη των εναγομένων με την από 17-10-2019 έφεσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 115/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και α) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσείουσα) και β) έγινε κατ' ουσίαν δεκτή ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εκκαλούντων, Λ.
Τ. και Μ. Τ. αντίστοιχα, ακολούθως δε, εξαφανίστηκε ως προς αυτούς η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση κατά το μέρος τούτο από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς αμφοτέρους τους ως άνω εναγομένους. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ως προς το σκέλος της με το οποίο απορρίφθηκε η έφεση αυτής, ζητεί η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτησή της.
Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με τον Ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχάς, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7 παρ. 1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχείρισης που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.
Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διάταξης και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.
Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνο ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα τον σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή, πολύ περισσότερο, η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό είτε πολιτικό.
Αθωωτική δε ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υπόθεσης και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω έλλειψης στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης, ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξαιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επιπλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Επομένως, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής δίωξης, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξίωσης για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται βάσει της αρχής ne bis in idem.
Το πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου διατύπωσης των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 1254/2021, ΑΠ 1139/2021).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή μόνον η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ, 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην ως άνω απόφαση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας της πρώτης των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας: "Ο ενάγων εργαζόταν σε οικοδομές, ως τεχνίτης πέτρας κυρίως.
Ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος αναλάμβανε την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, τον προσέλαβε, με την ως άνω ιδιότητα του, με προφορική σύμβαση εργασίας, με ημερομίσθιο ύψους 60 ευρώ, προκειμένου να εργάζεται σε οικοδομές. Οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι, ως κύριοι ιδιοκτησίας που βρίσκεται στη συνοικία ...
στη Χώρα της Άνδρου και προκειμένου να ανεγείρουν οικοδομή επ' αυτής, εξέδωσαν την …/2008 άδεια οικοδομής, με την οποία ορίστηκαν επιβλέποντες μηχανικοί οι Γ. Γ., πολιτικός μηχανικός και Ε. Χ., αρχιτέκτονας μηχανικός. Τις εργασίες κατασκευής ανέλαβε η εναγομένη κατασκευαστική εταιρεία και για το λόγο αυτό συντάχθηκε το από 15-11-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο περιλαμβάνεται όρος, στο κεφάλαιο ΤΡΟΠΟΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ, στον οποίο αναφέρεται ότι "Τα άτομα που θ' αποτελέσουν το συνεργείο κατασκευής του έργου θα επιλεγούν από την εργολήπτρια εταιρεία.
Το σύνολο των ατόμων του συνεργείου θα εκτελέσει το έργο υπό την άμεση επίβλεψη και ευθύνη της εργολήπτριας εταιρείας". Στη συνέχεια, η εναγομένη εταιρεία, δυνάμει του από 19-11-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο, ως υπεργολάβο, την επίστρωση των εξωτερικών δαπέδων της οικοδομής με πέτρα, εργασία η οποία συμφωνήθηκε να ολοκληρωθεί στο τέλος Ιανουαρίου 2011.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 7-1-2011 και περί ώρα 7.00 το πρωί, ο ενάγων προσήλθε στην ως άνω οικοδομή για να παράσχει την εργασία του στην τοποθέτηση πλακών πέτρας, σύμφωνα με τις εντολές του πρώτου εναγομένου. Προκειμένου να εκτελέσει την εργασία του, είχε ανάγκη από ένα συγκεκριμένο εργαλείο (πήχη ευθυγράμμισης) και μετά από σχετική οδηγία του πρώτου εναγομένου, προς ανεύρεσή του (εργαλείου), εισήλθε σε ένα σκοτεινό εσωτερικό διάδρομο στον πρώτο όροφο στην πίσω πλευρά της οικοδομής.
Ο ενάγων βαδίζοντας στον διάδρομο αυτό έφθασε σε σημείο όπου αυτός (διάδρομος) σταματούσε απότομα και ακολουθούσε κενό, χωρίς προηγουμένως να υπάρχει οιοδήποτε προστατευτικό, με συνέπεια, συνεχίζοντας αυτός την πορεία του, να πέσει στο κενό, ύψους τεσσάρων μέτρων. Συνέπεια της πτώσης του αυτής ήταν να υποστεί σοβαρό τραυματισμό στη σπονδυλική του στήλη και στο αριστερό του πόδι.
Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, το ως άνω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και των υπευθύνων της εναγομένης κατασκευαστικής εταιρείας. Η υπαιτιότητά τους συνίσταται στο ότι αυτοί δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και μέριμνα, ως όφειλαν, ώστε να ληφθούν και να τηρηθούν οι κανόνες ασφαλείας, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1-9 του ν. 1396/1983 "Υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά τεχνικά έργα", του π.δ. 1073/1981 "Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητας πολιτικού μηχανικού", αλλά και τα μέτρα, που επιβάλλονται από το γενικό καθήκον πρόνοιας, για την ασφάλεια των εργαζομένων, δεδομένου ότι παρανομία από αστικής πλευράς συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτική και κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, κανόνες οι οποίοι, εάν είχαν τηρηθεί, θα ήταν βέβαιη η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος ήτοι του ένδικου εργατικού ατυχήματος.
Συγκεκριμένα δεν φρόντισαν ώστε στο πέρας του διαδρόμου να τοποθετηθούν ανθεκτικά προσωρινά κιγκλιδώματα και θωράκια ή δίχτυα (ΠΔ 778/1980), όπως απαιτείται για τα πέρατα των ξυλοτύπων και των πλακών, δεν έθεσαν οιοδήποτε εμπόδιο στο άνοιγμα του διαδρόμου, στη στάθμη του εδάφους και δεν κάλυψαν το κενό είτε με τοποθέτηση στέρεου σανιδώματος είτε με τοποθέτηση σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεωμένο εντός την πλακός κατά την κατασκευή της, μέτρα τα οποία θα παρεμπόδιζαν την πτώση του ενάγοντος, καθώς επίσης δεν φρόντισαν ώστε να υπάρχει επαρκής φωτισμός, ώστε ο ενάγων να διαπιστώσει εγκαίρως το κενό που διαδεχόταν τον διάδρομο.
Τα ως άνω προκύπτουν, πλην άλλων, και από την με αρ. πρωτ. ,,,/5-4-2011 έκθεση έρευνας των Τεχνικών Επιθεωρητών Εργασίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Α. Γ. και Α. Μ.. Επομένως, η πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος και οι εξ αυτού συνέπειες βρίσκονται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραλείψεις των δύο πρώτων εναγομένων.
Πρέπει να επισημανθεί ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται, η μεν εταιρεία ως ανάδοχος του έργου και εργολάβος, ο δε πρώτος, ως υπεργολάβος και εργοδότης του ενάγοντος, διότι η εταιρεία, αφ' ενός, όφειλε να λάβει τα ως άνω μέτρα για την ασφάλεια όλων των εργαζομένων, ευθύνη που έχει από το νόμο, ως εκ της θέσεως της, ο πρώτος εναγόμενος, αφ' ετέρου, ήταν υποχρεωμένος να ελέγξει εάν υπήρχαν αυτά και να απαιτήσει την τήρησή τους, για την ασφάλεια των εργαζομένων που αυτός είχε προσλάβει.
Το γεγονός δε, ότι ο Ι. Β., εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρείας, αθωώθηκε από το ποινικό Δικαστήριο ουδόλως επηρεάζει, διότι εν προκειμένω διάδικος είναι η εταιρεία και, άλλωστε, η κρίση του ποινικού Δικαστηρίου περί των αυτών πραγματικών περιστατικών (ακόμα και αν έχουν κριθεί αμετάκλητα) δεν δεσμεύει το πολιτικό Δικαστήριο, λόγω της αυτοτέλειας των δύο δικαιοδοσιών".
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την αμετάκλητη ποινική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία αυτής, ενώ δεν αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του νομίμου εκπροσώπου της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του παραγόμενου από την ποινική απόφαση, που τον κήρυξε αθώο, τεκμηρίου αθωότητας αυτού για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε.
Οι περιεχόμενες δε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές αναφορικά με την υπαιτιότητα των υπευθύνων της ανωτέρω εταιρείας για το ένδικο ατύχημα και τις εντεύθεν συνέπειές του, αφορούν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της αγωγής σχετικά με την επικαλούμενη εκ μέρους του ενάγοντος τέλεση σε βάρος του αδικοπραξίας από τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και δεν αποτελούν δήλωση σχετικά με την ποινική ενοχή του τότε κατηγορουμένου νομίμου εκπροσώπου αυτής.
Ειδικότερα, από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται σαφές, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την υπαιτιότητα των υπευθύνων της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, αφού αξιολόγησε μόνο τα στοιχεία των σχετικών εκ του αστικού δικαίου διατάξεων (297, 299, 300, 330, 914 επ.
ΑΚ), χωρίς να διαλάβει δηλώσεις περί καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον τότε κατηγορούμενο, που κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 της ΕΣΔΑ, 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
και, ως εκ τούτου, ο σχετικός, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 2053/2014).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της συνδρομής ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, τα εξής: "Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε πταίσμα του ίδιου του ενάγοντος, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός επέδειξε οιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, η οποία να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.
Δεν θα μπορούσε να προβλέψει, ως μέσος συνετός εργαζόμενος, ότι η οικοδομή είχε ανοικτά και ακάλυπτα σημεία, τα οποία οδηγούσαν στο κενό. Ούτε μπορεί να συνιστά αμέλεια το γεγονός ότι δεν κρατούσε φακό. Το γεγονός δε, ότι, ορισμένες φορές, σε οικοδομές και εργοτάξια δεν τηρούνται τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων δεν μπορεί να επιτείνει την ευθύνη των εργαζομένων.
Επομένως, η ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι είναι ουσιαστικά βάσιμη, πλην όμως, εφόσον ο ενάγων δεν άσκησε έφεση και προς μη χειροτέρευση της θέσεως των εκκαλούντων, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε διαφορετική κρίση και να εξαφανίσει την εκκαλουμένη κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του".
Από το όλο περιεχόμενο της ως άνω περικοπής του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι η φράση "η ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι είναι ουσιαστικά βάσιμη", οφείλεται σε προφανή παραδρομή, έχει γραφεί δε αντί του ορθού "η ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι είναι ουσιαστικά αβάσιμη" και δεν καθιστά αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο οποίος συνεπώς είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός των ως άνω διατάξεων είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μια δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς όμως να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού των ανωτέρω διατάξεων. Τέτοια στοιχεία είναι, κυρίως, το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των διαδίκων μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και όλες οι ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται, κατ' αρχάς, αναιρετικώς ανέλεγκτα, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.
Και τούτο, επειδή μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια (ΟλΑΠ 10/2017 και 9/2015, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 303/2023, ΑΠ 34/2022, ΑΠ 103/2022, ΑΠ 163/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 932 ΑΚ και της αρχής της αναλογικότητας και ειδικότερα, στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα των επιπτώσεων, στη μελλοντική ζωή και στο επάγγελμα του αναιρεσιβλήτου, των σωματικών βλαβών που υπέστη αυτός εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι από τον χρόνο του ατυχήματος έως τη συζήτηση της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ετών, οι ως άνω δε επιπτώσεις αποτελούν ένα από τα κριτήρια βάσει των οποίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προσδιόρισε το ύψος της καταβλητέας σ' αυτόν εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Μετά την πτώση του, η οποία έγινε αντιληπτή από τους λοιπούς εργαζόμενους, ο ενάγων διακομίστηκε άμεσα στο Κέντρο Υγείας Άνδρου, όπου του παρασχέθηκαν μεν οι πρώτες βοήθειες, αλλά λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του, κρίθηκε αναγκαία η μεταφορά του με ταχύπλοο του Λιμενικού, ώστε να διακομισθεί στο Νοσοκομείο ΚΑΤ στην Κηφισιά.
Εκεί διαπιστώθηκε, ότι λόγω του ένδικου τραυματισμού του, είχε υποστεί κάταγμα της σπονδυλικής στήλης - σπονδύλου Θ 12 και κάταγμα έσω σφυρού αριστερά (βλ. την από 20-6-2011 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού Α. Μ.). Μετά τη διενέργεια εξετάσεων και προς αποκατάσταση των σωματικών του βλαβών, ο ενάγων υπεβλήθη, στις 10-1-2011, σε οπίσθια σπονδυλοδεσία Θ-11-01 για το κάταγμα Θ-12 και τοποθετήθηκε ορθοπεδικός κηδεμόνας σπονδυλικής στήλης τύπου NIROP χαμηλό (βλ.
την …/1-2-2011 ιατρική γνωμάτευση του ως άνω Νοσοκομείου). Στις 19-1-2011, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης με τοποθέτηση οστεοσυνδέσμων για το κάταγμα του έσω σφυρού στο πόδι του, αριστερά (βλ. και την …/20-6-2011 γνωμάτευση του ίδιου ως άνω ιατρού). Στις 21-1-2011 του συνεστήθη η αφαίρεση των ραμμάτων στη σπονδυλική στήλη στις 26-1 -2011, η αφαίρεση των ραμμάτων στο αριστερό του πόδι μετά από δύο εβδομάδες, η εξακολούθηση αντιπηκτικής αγωγής και η επανεξέτασή του μετά από ένα μήνα στα εξωτερικά ιατρεία της κλινικής (βλ.
την από 21-1-2011 ιατρική βεβαίωση του ιατρού του ως άνω Νοσοκομείου Α. Π.). Στη συνέχεια, στις 22-2-2011, υποβλήθηκε σε πλήρη ακτινολογικό έλεγχο στο ως άνω Νοσοκομείο, στις 8-3-2011 προσήλθε στο Νοσοκομείο για εξετάσεις και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια έξι (6) εβδομάδων, του συνεστήθησαν 20 συνεδρίες φυσιοθεραπείας, ασκήσεις ενδυνάμωσης και δεκτικότητας και προοδευτική φόρτιση του ποδιού του.
Στις 7-4-2011 εξετάσθηκε εκ νέου στα εξωτερικά ιατρεία του ΚΑΤ, του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δύο μηνών. Στις 18-5-2011, ο ενάγων προσήλθε στο νοσοκομείο, όπου διαγνώσθηκε με μετεγχειρητική οσφυαλγία και αδυναμία δραστηριότητας λόγω άλγους, ακολούθως δε, του δόθηκαν οδηγίες για αποφυγή άρσης βάρους και παρατεταμένης ορθοστασίας και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια ενός μήνα.
Από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, όπως αυτή περιγράφηκε και λόγω της ταλαιπωρίας που υπέστη ο ενάγων, εξαιτίας του ένδικου εργατικού ατυχήματος, αυτός υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο να του επιδικαστεί, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, της βαρύτητας των σωματικών βλαβών του ενάγοντος και τις συνέπειες που θα έχουν αυτές στο μέλλον, καθώς επίσης, του νεαρού της ηλικίας του, δεδομένου ότι μια σωματική βλάβη αυτού του είδους θα επηρεάσει τη μελλοντική του ζωή και το επάγγελμά του, το οποίο απαιτεί ιδιαίτερη σωματική καταπόνηση, και του βαθμού πταίσματος των υπαιτίων εναγομένων, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων.
Είναι δε, το ποσό αυτό ανάλογο με αυτό που επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις". Με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των μελλοντικών επιπτώσεων, στη ζωή και στο επάγγελμα του αναιρεσιβλήτου, των σωματικών βλαβών που υπέστη αυτός εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος, οι οποίες επιπτώσεις αποτελούν ένα από τα κριτήρια βάσει των οποίων το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προσδιόρισε το ύψος της καταβλητέας σ' αυτόν εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.
Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι οι προξενηθείσες στον αναιρεσίβλητο, συνεπεία του ατυχήματος, σωματικές βλάβες θα επηρεάσουν τη μελλοντική ζωή και το επάγγελμά του, περιγράφει την κατάσταση της υγείας του μόνο από την ημέρα του ατυχήματος (7-1-2011) έως τις 18-6-2011, οπότε έληξε η χορηγηθείσα σ' αυτόν στις 18-5-2011 αναρρωτική άδεια ενός μήνα, χωρίς να διαλαμβάνει στο σκεπτικό της απόφασής του αφενός πώς εξελίχθηκε η κατάσταση της υγείας του κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τις 18-6-2011 έως τη συζήτηση της έφεσης, η οποία έλαβε χώρα στις 24-9-2021, και αφετέρου αν η κατάσταση της υγείας του, όπως διαμορφώθηκε κατά το διάστημα αυτό, του επιτρέπει να ασκεί το επάγγελμά του (τεχνίτης πέτρας) ή οποιοδήποτε άλλο βιοποριστικό επάγγελμα.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 932 του ΑΚ, 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος με ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στους προαναφερόμενους κανόνες δικαίου.
Επομένως, είναι βάσιμος ο τρίτος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος της που αφορά την πρώτη των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν σκέλος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω βάσιμου λόγου, παρέλκει η εξέταση του, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τετάρτου (τελευταίου) λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 115/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου κατά το σκέλος της που αφορά την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ...".
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο σκέλος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή πλην εκείνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2023.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ