Legislator Case Law & Legislation
1730/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against Thracian Regional Court of Appeal decision on property transfer authorization.

Case Number 1730/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Collegial Court of Appeal of Thrace, remanding the case for retrial. The appellants argued the lower court misread a power of attorney regarding property transfer, but the Court found this claim inadmissible as it merely challenged the court's evaluation of evidence rather than a factual error. Consequently, the Court ruled that the lower court correctly interpreted the document but reached a different conclusion, necessitating a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561, 580, 590 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a court's evaluation of evidence based on alleged misreading of a document is inadmissible if the document was correctly interpreted, requiring remand for retrial.

Keywords

AI generated
appeal against judgment evaluation of evidence power of attorney remand for retrial inadmissible appeal civil procedure code property transfer

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 last paragraph of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1730 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1730/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Φ. συζύγου Δ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., και 2) Δ. Φ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χατζόπουλο. Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. χήρας Ι. Γ., το γένος Χ. Γ., κατοίκου ..., και 2) Β. Γ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Α. Π..

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η δικηγόρος των αναιρεσίβλητων, Α. Π., ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, λόγω προβλήματος υγείας της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Λευκής Κιοσσέ - Παυλίδου. Για το αίτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε, παρουσία και της γραμματέως, και απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2015 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Ι. Γ. του Β., που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, και 33/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητoύν οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψής της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 του ίδιου Κώδικα η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 608/2021, ΑΠ ΑΠ 270/2021, ΑΠ 874/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από την Δικηγόρο Α. Π., προς την οποία, όμως, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν χορηγήσει συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα για να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με συνέπεια, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, να θεωρούνται δικονομικά απόντες.

Από τις με αριθμ. 5023Ζ και 5022Ζ/21-9-2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Θ. Κ., τις οποίες νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίζεται αρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης το Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, την πράξη του Αντιπροέδρου του ανωτέρω Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, και την κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους μη νομίμως παρασταθέντες αναιρεσίβλητους (άρθρ. 122 επ., 568 παρ. 2, 3, 4 του ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η έρευνα της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με τις διατάξεις του άρθρου 524 ΚΠολΔ, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 44 παρ.1 Ν.3994/2011 (ΦΕΚ Α 165) και τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87), και ισχύει επί εφέσεων που θα κατατεθούν από 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4334/2015, ορίζεται στην παρ. 1, ότι "στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, των παρ. 8 και 10 έως 13 του άρθρου 237, 240 έως 312, περ.

α' έως γ' της παρ. 1 του άρθρου 591 και παρ. 4 του άρθρου 591. Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται έως την έναρξη της συζήτησης και η κατάθεση της προσθήκης σε αυτές έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση", και στην παρ. 2, ότι η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του άρθρου 528 ΚΠολΔ, και η κατάθεση των προτάσεων και της προσθήκης σε αυτές γίνεται στις προθεσμίες του εδαφίου β` της παρ. 1.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί εφέσεων που ασκήθηκαν από 1-1-2016, από το διάδικο που δικάστηκε ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι υποχρεωτικά προφορική, οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης, αφετήριο σημείο της οποίας είναι η εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, στον γραμματέα της έδρας, που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσής τους, έτσι ώστε να προκύπτει αδιαμφισβήτητα η κατάθεσή τους έως την έναρξη της συζήτησης, ενώ η κατάθεση της προσθήκης γίνεται έως την δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση (ΑΠ 816/2020, ΑΠ 1179/2010).

Έτσι, πλέον, δεν τίθεται ζήτημα κατάθεσης των προτάσεων, κατά τις οριζόμενες στο άρθρο 237 ΚΠολΔ προθεσμίες, όπως συνέβαινε στο προϊσχύον δίκαιο, πριν από το 20ήμερο και προθήκη αντίκρουση πριν το 15νθήμερο από τη συζήτηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 421 και 422 ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 και ισχύουν από 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ιδίου νόμου), είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επίδοσης, επιμελεία του ενδιαφερομένου διαδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες προ της ημερομηνίας λήψης της βεβαίωσης, κλήσης προς τον αντίδικο που πρέπει να περιέχει τα αναφερόμενα στο άρθρο 422 ΚΠολΔ στοιχεία.

Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι` αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 1316/2020, ΑΠ 17/2015).

Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 179/2021, ΑΠ 26/2020, ΑΠ 18/2021) και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 1183/2020, ΑΠ 26/2020).

Με βάση τις ισχύουσες τον κρίσιμο χρόνο ως άνω διατάξεις, επιτρέπεται σε κάθε διάδικο να επικαλεστεί και να προσκομίσει μέχρι πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις και μέχρι τρεις (3) πρόσθετες ένορκες βεβαιώσεις, προς "αντίκρουση", γενικά, παρέχοντας έτσι στον διάδικο την ευχέρεια να αντικρούσει τόσον τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του, όπως διατυπώθηκαν στις έγγραφες προτάσεις του, όσον και τις ένορκες βεβαιώσεις, που αυτός προσκόμισε, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 270 του ΚΠολΔ, στην οποία ρητώς αναφερόταν ότι η προσκομιδή των πρόσθετων ένορκων βεβαιώσεων επιτρεπόταν μόνον προς αντίκρουση των ένορκων βεβαιώσεων του αντιδίκου (ΑΠ 23/2022).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 παρ 11 περ. β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναίρεσης, νοούνται και εκείνες που προσκομίστηκαν απαράδεκτα (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 954/2021, ΑΠ 1265/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη τη με αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση των Χ. Π. και Β. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κομοτηνής, που έγινε με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, αν και οι τελευταίοι, ως εκκαλούντες, προσκόμισαν αυτήν απαράδεκτα, και συγκεκριμένα το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την ημέρα συζήτησης της υπόθεσης (21-9-2018), ενώ έπρεπε να τηρηθεί για την προσθήκη - αντίκρουση αυτών, επί των κατατεθεισών είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο προτάσεων της εφεσίβλητης, η προβλεπόμενη 15νθήμερη προθεσμία πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, καθόσον η έφεση ασκήθηκε από τους αναιρεσίβλητους τους που είχαν δικαστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερήμην, και επί πλέον αυτοί δεν ανέφεραν στις προτάσεις τους ότι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν αυτές προς αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων που κατέθεσαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι αναιρεσείοντες.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Επί της από 15-10-2015 αγωγής του αρχικού ενάγοντος Ι. Γ. του Βασιλείου, που συζητήθηκε, στις 15-2-2017, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, εκδόθηκε, ερήμην των αναιρεσίβλητων, ως εναγόντων, λόγω μη εμπρόθεσμης κατάθεσης προτάσεων απ' αυτούς, η με αριθμ. 23/21-7-2017 απόφαση.

Κατ' αυτής ασκήθηκε από τους αναιρεσίβλητους η από 28-9-2017 έφεση, η οποία συζητήθηκε, μετ' αναβολή, στο Εφετείο Θράκης, στη δικάσιμο της 21-9-2018 ημέρα Παρασκευή και ώρα 10.00. Επειδή επρόκειτο για έφεση ασκηθείσα από τους ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικασθέντες ενάγοντες, η συζήτηση της υπόθεσης ήταν προφορική και, συνεπώς, οι προτάσεις τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έπρεπε να κατατεθούν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, έως την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης στις 21-9-2018, ώρα 10.00.

Έτσι, νόμιμα και εμπρόθεσμα οι αναιρεσίβλητοι, ως εκκαλούντες, κατέθεσαν τις προτάσεις τους στις 31-8-2018 και επίσης νόμιμα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν στις 21-9-2018, και ώρα 8.30, συμπληρωματικές προτάσεις με τον τίτλο επ' αυτών "ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΕΠΙ ΚΑΤΑΤΕΘΕΙΣΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΠΡΟ 20 ΗΜΕΡΩΝ", με τις οποίες αποτελούσαν ενιαίο σύνολο, επικαλούμενοι και προσκομίζοντας με αυτές την με αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση των Χ. Π. και Β. Κ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κομοτηνής, καθώς και τις με αριθμ. 1348ε και 1349/17-9-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ροδόπης .... Δεν είχαν, δηλαδή, υποχρέωση οι αναιρεσίβλητοι να καταθέσουν προτάσεις (20) ημέρες και προσθήκη - αντίκρουση δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε να επικαλεστούν οι αναιρεσίβλητοι ότι η ανωτέρω ένδικη βεβαίωση έγινε προς αντίκρουση προσκομισθέντων ένορκων βεβαιώσεων με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, ως εφεσίβλητων Επομένως, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη, με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την προεκτεθείσα παραδεκτά προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση των Χ.

Π. και Β. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κομοτηνής, δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε, με την οποία εξισούται και η απαραδέκτως προσκομισθείσα, και συνεπώς ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 147 ΑΚ, ως απάτη που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης και μπορεί να επιφέρει, υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 140 και 141 ΑΚ, ακύρωση της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση (αρκεί και ενδεχόμενος δόλος) προκαλείται σε άλλον πλάνη ή ενισχύεται ή διατηρείται πεπλανημένη αντίληψη αυτού, ώστε η συμπεριφορά αυτή να υπήρξε αποφασιστική για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας ή τη συνομολόγηση ορισμένων κρίσιμων σημείων αυτής.

Η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλόντων) είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια έχει υποχρέωση να την αποκαλύψει είτε από το νόμο, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 994/2019, ΑΠ 1477/2017, ΑΠ 1548/2014).

Επιπλέον, η, συνεπεία της απάτης, πλάνη του δηλούντος δεν ενδιαφέρει αν είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αν δε είναι ουσιώδης μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και λόγω πλάνης. Ειδικότερα απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, και συνίσταται η απατηλή συμπεριφορά, είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν, που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου, προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωση του, και η συμπεριφορά αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βούλησης του απατηθέντος, η οποία προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 745/2020, ΑΠ 1040/2018, ΑΠ 1756/2011).

Ο δόλος του μετερχόμενου την απάτη υπάρχει όταν αυτός επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται να παρασυρθεί ο απατώμενος σε δήλωση βούλησης, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς τη δόλια εξαπάτηση, δεν απαιτείται όμως ο εξαπατών να επιδιώκει την απόκτηση παρανόμου περιουσιακού οφέλους. Αρκεί μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της δήλωσης βούλησης του εξαπατηθέντος να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η παραπλανητική αυτή συμπεριφορά του δράστη υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για τη δήλωση βούλησης του συγκεκριμένου εξαπατηθέντος (ΑΠ 994/2019, ΑΠ 368/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 154 ΑΚ η ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω απάτης επέρχεται με δικαστική απόφαση, η οποία είναι διαπλαστική και, όταν γίνει τελεσίδικη, ισχύει έναντι όλων. Εξάλλου η περί πληρεξουσιότητας δήλωση βούλησης (άρθρα 211, 216 ΑΚ) μπορεί, όπως κάθε δικαιοπραξία, να είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής και συνεπώς ακυρώσιμη.

Τέτοια πλάνη, που μπορεί να είναι το αποτέλεσμα απάτης, συντρέχει και στην περίπτωση υπογραφής εγγράφου με την πεπλανημένη πεποίθηση ότι αυτό έχει ορισμένο περιεχόμενο, ενώ περιλαμβάνει διαφορετικό (ΑΠ 115/2021, ΑΠ 350/2015, ΑΠ 349/2015). Αν καταρτίστηκε ήδη η κύρια δικαιοπραξία, η ακυρωσία της πληρεξουσιότητας δεν καθιστά ακυρώσιμη και τη δικαιοπραξία αυτή, αλλά η ακύρωση της πληρεξουσιότητας αίρει εξ υπαρχής το προαπαιτούμενο της ύπαρξης εξουσίας αντιπροσώπευσης, οπότε επέρχονται οι συνέπειες των άρθρων 229 επ.

ΑΚ και, ειδικότερα, σε περίπτωση σύμβασης επέρχεται ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος ενέκρινε τη δικαιοπραξία ή υπαναχώρησε από τη σύμβαση ο αντισυμβαλλόμενος.

Συνεπώς, επί ακυρώσιμης πληρεξουσιότητας για να δικαιούται ο αντιπροσωπευόμενος πληρεξουσιοδότης να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της κύριας δικαιοπραξίας πρέπει να επικαλείται με την αγωγή του ότι κηρύχθηκε άκυρη η πληρεξουσιότητα με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κατόπιν αγωγής ή ένστασης, ή να ζητεί με την ίδια αγωγή ακύρωση και της πληρεξουσιότητας.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εάν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή, που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 184 του ΑΚ, μετά την ακύρωσή της, εξομοιώνεται με εξ αρχής άκυρη, αίρεται το προαπαιτούμενο της ύπαρξης εξουσίας αντιπροσώπευσης κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ, οπότε αναγνωρίζεται ταυτόχρονα και η ακυρότητα της καταρτισθείσας με τον αντισυμβαλλόμενό του δικαιοπραξίας, που συνήφθη με βάση το άκυρο πληρεξούσιο, κατά παραδοχή της ίδιας αγωγής που απευθύνεται κατά του αντισυμβαλλόμενου του αντιπροσώπου, εφόσον ο αντιπροσωπευόμενος την αποκρούει και δεν την εγκρίνει (ΑΠ 994/2019, ΑΠ 349/2015, ΑΠ 350/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αρχικός ενάγων Ι. Γ. του Β., σύζυγος της πρώτης, πατέρας του δεύτερου των εναγόντων (ήδη πρώτης και δεύτερου αναιρεσίβλητων) και πατέρας της δεύτερης και πεθερός του πρώτου των εναγομένων (ήδη πρώτης και δεύτερου των αναιρεσειόντων), είχε στη αποκλειστική κυριότητά του ένα ακίνητο, έκτασης 5.996,67 τ.μ.

και με αριθμό τεμαχίου 798, το οποίο βρίσκεται ... και επί του οποίου έχουν ανεγερθεί α) μία οικία, εμβαδού 60,93 τ.μ, β) μία αποθήκη εμβαδού 44,09 τ.μ, γ) μία αποθήκη εμβαδού 11,48 τ.μ., δ) ένα υπόστεγο εμβαδού 47,01 τ.μ., ε) ένα υπόστεγο εμβαδού 13,77 τ.μ, και στ) ένα υπόστεγο εμβαδού 13,41 τ.μ. Περιήλθε δε σ' αυτόν με εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή του πατέρα του ..., που απεβίωσε το έτος 1979 και ειδικότερα δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

δημόσιας διαθήκης του πατέρα του, που συντάχθηκε ενώπιον της άλλοτε συμβολαιογράφου Κομοτηνής Ξ. Γ. - Ζ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθμ. ... πρακτικά δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε, όπως θα εκτεθεί αναλυτικότερα κατωτέρω, με την ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Κομοτηνής Σ.

Κ. και μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Ι. Γ. και η σύζυγος αυτού Ε. Γ. για αρκετά χρόνια δεν διατηρούσαν σχέσεις με την κόρη τους Χ. και τον σύζυγο αυτής Δ. Φ. (εναγόμενους). Οι σχέσεις τους άρχισαν σταδιακά να αποκαθίστανται από το έτος 2008, όταν οι εναγόμενοι προσκάλεσαν τον αρχικώς ενάγοντα και τη σύζυγό του, πρώτη ενάγουσα, στον αρραβώνα της θυγατέρας τους, στη συνέχεια δε, κατά το έτος 2011, όταν ο ανωτέρω Ι.

Γ., ηλικίας τότε 77 ετών διαγνώστηκε με καρκίνο στον πνεύμονα, οι εναγόμενοι ανέπτυξαν περισσότερες σχέσεις με αυτόν και κέρδισαν την εμπιστοσύνη του, επισκεπτόμενοι αυτόν και τη σύζυγό του στην οικία τους στον ... και συνοδεύοντας αυτόν σε γιατρούς και νοσοκομεία για τις θεραπείες του. Λόγω της προχωρημένης ηλικίας του και της κατάστασης της υγείας του ο αρχικώς ενάγων αποφάσισε στις αρχές του έτους 2012 να τακτοποιήσει την περιουσία του και για το λόγο αυτό προέβη στη μεταβίβαση, κατά πλήρη κυριότητα, στην πρώτη εναγομένη κόρη του τριών (3) αγρών, συνολικού εμβαδού 16 στρεμμάτων, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου γονικής παροχής που συνέταξε η συμβολαιογράφος Κομοτηνής Π. Π. - Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι υπόλοιποι αγροί της ιδιοκτησίας του (έκτασης 20 στρεμμάτων) επιθυμούσε να περιέλθουν στον γιό του Β. Γ. (πρώτο ενάγοντα), ενώ η οικία του στον ... στη σύζυγό του Ε. Γ. (δεύτερη ενάγουσα), ώστε να την εξασφαλίσει μετά τον θάνατό του.

Προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ανωτέρω μεταβίβαση θα έπρεπε πρώτα να προβεί στην αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα του ..., ο οποίος του κατέλιπε το ανωτέρω ακίνητο με την παραπάνω αναφερόμενη δημόσια διαθήκη του, επιπλέον δε να τακτοποιηθούν πολεοδομικά τα αυθαίρετα κτίσματα που είχαν ανεγερθεί σε αυτό και ιδίως η ισόγεια οικοδομή, η οποία φερόταν ως αποθήκη και έπρεπε η χρήση αυτής να μετατραπεί σε οικία.

Προς το σκοπό αυτό ο Ι. Γ., συνοδευόμενος από τον γαμπρό του Δ. Φ. (πρώτο εναγόμενο) μετέβη στο γραφείο της συμβολαιογράφου Κομοτηνής Σ. Κ., η οποία συνέταξε την υπ' αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, η οποία υπογράφηκε την 30-4-2012. Ακολούθως ο Ι. Γ. ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Ν. Τ. την έκδοση της άδειας δόμησης για τη νομιμοποίηση της κατοικίας, του ημιυπαίθριου χώρου, των αποθηκών και υποστέγων στο ανωτέρω ακίνητο, παρέχοντας σ' αυτόν σχετική εξουσιοδότηση για να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες σχετικά με τη ρύθμιση των αυθαίρετων κατασκευών...

Ο ανωτέρω μηχανικός υπέβαλε στην αρμόδια Πολεοδομία Κομοτηνής την από 10-8-2012 αίτηση έγκρισης δόμησης για τη νομιμοποίηση των ανωτέρω κτισμάτων, η οποία εγκρίθηκε στις 10-12-2012 με αριθμό ..., ακολούθως δε εγκρίθηκε την 4/4/2013 η άδεια δόμησης με αριθμό .... Ο ίδιος δε μηχανικός παρείχε την από 25/4/2013 βεβαίωση του αρ. 23 παρ. 4 ν. 4014/2011 και άρ. 49 παρ. 16 ν. 4030/2011, σύμφωνα με την οποία στο εν λόγω ακίνητο όλες οι υφιστάμενες αυθαίρετες κατασκευές εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του αρ. 23 παρ. 2 ν. 4014/2011 και δεν υπάγονται σε καμία των περιπτώσεων του άρ. 23 παρ. 3 ν. 4014/2011, συνεπώς δεν υφίστατο κώλυμα για τη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού.

Οι δαπάνες για την εμβαδομέτρηση του ακινήτου που διενήργησε ο τοπογράφος μηχανικός Π. Μ. και τις ενέργειες του πολιτικού μηχανικού Νικολάου Τσαλικίδη ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 7.401,62 ευρώ ..., το οποίο κατέβαλε ο Ι. Γ.. Μετά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας ο Ι. Γ. υπέγραψε την από 16-4-2013 δήλωση φόρου γονικής παροχής, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Σ.

Κ., την οποία κατέθεσε στη Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής. Την ίδια ημέρα υπέγραψε και αίτηση προς τον Δήμο ... για να λάβει την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση ότι δεν οφείλεται τέλος ακίνητης περιουσίας για το ανωτέρω ακίνητο. Έπρεπε δε να ληφθεί από τη Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής βεβαίωση περί μη οφειλής ΕΤΑΚ για το έτος 2009, το οποίο όμως δεν χορηγήθηκε στον Ι.

Γ. λόγω πρόσφατης νομοθετικής μεταβολής και αναμονής των υπαλλήλων για την παροχή διευκρινίσεων σχετικά με το περιεχόμενο της σχετικής υπεύθυνης δήλωσης των ιδιοκτητών ακινήτων, οπότε του συνέστησαν να επανέλθει μετά από λίγες ημέρες. Για όλες τις παραπάνω ενέργειες ο Ι. Γ. είχε τη συνδρομή του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος τον μετέφερε από τον τόπο κατοικίας του στον ...

και τον συνόδευε στις διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, για τη συγκέντρωση των απαραίτητων δικαιολογητικών. Ο Ι. Γ. δυσανασχέτησε με τη γραφειοκρατία και την ταλαιπωρία που υφίστατο, καθώς για κάθε ενέργεια έπρεπε να πηγαινοέρχεται από τον τόπο κατοικίας του στον ….. στη Κομοτηνή, γεγονός, το οποίο επιβάρυνε περαιτέρω την ήδη βεβαρημένη υγεία του, εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετώπιζε.

Τότε ο δεύτερος εναγόμενος τον έπεισε πως θα μπορούσε ο ίδιος να αναλάβει την ενέργεια όλων αυτών των διαδικασιών και πως για το σκοπό αυτό θα έπρεπε να συνταχθεί ένα πληρεξούσιο, με το οποίο να παρέχεται η πληρεξουσιότητα στον ίδιο (β' εναγόμενο) να ενεργεί για λογαριασμό του, ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία νομιμοποίησης των αυθαίρετων κατασκευών για την τακτοποίηση του ανωτέρω ακινήτου.

Ο Ι. Γ., ο οποίος ήταν υπερήλικος (78 ετών), με βασικές γραμματικές γνώσεις και σοβαρά προβλήματα υγείας (καρκίνο πνεύμονα και προστάτη), που τον καθιστούσαν ευάλωτο στην επιρροή τρίτων προσώπων, έχοντας εμπιστοσύνη στους εναγόμενους λόγω των σχέσεων που είχαν αναπτύξει μετά την εμφάνιση του προβλήματος υγείας του, ακολουθούσε τις υποδείξεις τους ως προς τις ενέργειες που έπρεπε να κάνει, έχοντας την πεποίθηση πως αυτές γίνονταν για την τακτοποίηση του ακινήτου του με τη νομιμοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών επ' αυτού, συμπεριλαμβανομένης της οικίας όπου κατοικούσε με την πρώτη ενάγουσα σύζυγό του, ώστε να τη μεταβιβάσει στην τελευταία και να την εξασφαλίσει μετά τον θάνατό του.

Με αυτή την πεποίθηση προσήλθε την 16-4-2013 στο γραφείο της συμβολαιογράφου Σ. Κ. και υπέγραψε το με αριθμό ... πληρεξούσιο, σύμφωνα με το οποίο ο Ι. Γ. "παρείχε στον Δ. Φ. την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως αντ' αυτού και για λογαριασμό του συστήσει γονική παροχή σύμφωνα με το άρ. 1509 του Αστικού Κώδικα ή και δωρεά εν ζωή προς οποιονδήποτε, είτε κατά πλήρη κυριότητα, είτε κατά ψιλή κυριότητα(...)", το οποίο ναι μεν, όπως αναφέρεται σ' αυτό, διαβάστηκε δυνατά και καθαρά από τη συμβολαιογράφο και, στη συνέχεια, βεβαιώθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο, πλην όμως λόγω της ανωτέρω κατάστασης αυτού (υπερήλικας, σε συνδυασμό με σοβαρά προβλήματα υγείας και βασικές γραμματικές γνώσεις ως απόφοιτος δημοτικού) δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο του πληρεξουσίου, όσον αφορά την άνω παρεχόμενη ειδική εντολή, αλλά είχε την πεποίθηση πως επρόκειτο για πληρεξούσιο παροχής εντολής ενεργειών σχετικά με τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων, όπως τον είχε πείσει ο δεύτερος εναγόμενος.

Δυνάμει δε αυτού του πληρεξουσίου και μετά την ολοκλήρωση όλων των απαραίτητων εκκρεμοτήτων από τον δεύτερο εναγόμενο (βεβαίωση ΕΤΑΚ, βεβαίωση πολ. Μηχανικού ...) καταρτίστηκε την 26-4-2013 το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου, δυνάμει της οποίας μεταβιβάστηκε στη Χ. Φ. η ψιλή κυριότητα του ανωτέρω περιγραφόμενου ακινήτου μετά των επ' αυτού κτισμάτων, ο δε Ι.

Γ. παρέμεινε επικαρπωτής του ακινήτου. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει με σαφήνεια ότι ο Ι. Γ. κατά τον χρόνο υπογραφής του υπ' αριθμ. ... πληρεξουσίου εγγράφου αγνοούσε το αληθές περιεχόμενο αυτού, λόγω δε των απατηλών διαβεβαιώσεων του δεύτερου εναγομένου, του δημιουργήθηκε η εσφαλμένη αντίληψη πως με το ανωτέρω πληρεξούσιο παραχωρεί την πληρεξουσιότητα για τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών στο ακίνητό του.

Και τούτο διότι η πρόθεση του Ι. Γ. ήταν να εξασφαλίσει, μετά τον θάνατο αυτού, τη σύζυγό του, πρώτη ενάγουσα. Σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η οικία των γονέων μεταβιβάζεται στα τέκνα κατά ψιλή κυριότητα, με την παρακράτηση της επικαρπίας υπέρ των γονέων, ώστε να εξασφαλίζεται η οίκηση και αξιοπρεπής διαβίωσής τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, μετά τον θάνατο του επικαρπωτή, Ι. Γ., ο οποίος ήταν κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης γονικής παροχής σοβαρά άρρωστος, το δικαίωμα της επικαρπίας θα ενωνόταν με την ψιλή κυριότητα και αποκλειστικά κυρία του ανωτέρω ακινήτου θα ήταν πλέον η πρώτη εναγόμενη.

Συνεπώς, μετά τον θάνατο του συζύγου της, η πρώτη εναγόμενη θα έμενε χωρίς εξασφαλισμένη κατοικία, γεγονός που σε καμιά περίπτωση δεν επιθυμούσε ο Ι. Γ.. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγων είχε ήδη προβεί σε γονική παροχή 16 στρεμμάτων αγρών προς την πρώτη εναγόμενη, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Κομοτηνής Π.

Π. - Π., στην οποία θα μπορούσε τότε να περιληφθεί και το επίδικο ακίνητο, μετά την τακτοποίηση αυτού. Αντιθέτως, επελέγη άλλη συμβολαιογράφος (Σ. Κ.) για τη σύνταξη των επίδικων συμβολαιογραφικών εγγράφων (πληρεξουσίου και γονικής παροχής), το πληρεξούσιο για την κατάρτιση της σύμβασης γονικής παροχής έγινε στον δεύτερο εναγόμενο, ενώ, αν ήταν αληθείς οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι ο Ι.

Γ. γνώριζε το περιεχόμενο αυτού (πληρεξουσίου) και επιθυμούσε τη γονική παροχή προς την κόρη του, τότε η πληρεξουσιότητα θα είχε δοθεί στην ίδια, ώστε να προβεί σε αυτοσύμβαση, χωρίς τη μεσολάβηση του δεύτερου εναγομένου. Ενισχυτικό των ανωτέρω σκέψεων είναι και το γεγονός ότι επιδείχθηκε ιδιαίτερη σπουδή από τους εναγόμενους στην κατάρτιση των ανωτέρω συμβολαιογραφικών εγγράφων (16-4-2013 υπεγράφη το πληρεξούσιο, στις 26-4-2013 η γονική παροχή), αμέσως μετά την τακτοποίηση του οικοπέδου με την έγκριση της οικοδομικής άδειας (4-4-2013) και την έκδοση της βεβαίωσης του μηχανικού (25-4-2013).

Το καλοκαίρι του 2014 ο Ι. Γ. ζήτησε από τον δεύτερο εναγόμενο τα έγγραφα, σχετικά με την πολεοδομική τακτοποίηση του ακινήτου του, ώστε να προβεί στη μεταβίβαση αυτού στη σύζυγό του, αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε, όταν δε ο Ι. Γ. έλαβε από το Υποθηκοφυλακείο Κομοτηνής ενημερωτικό δελτίο της περιουσιακής κατάστασης, διαπίστωσε ότι είχε συνταχθεί η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. ...

συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης του ακινήτου του λόγω γονικής παροχής στην πρώτη εναγόμενη. Τότε μετέβη την 12-9- 2014 μαζί με τον γιο του Βασίλειο και τη νύφη του στην ανωτέρω συμβολαιογράφο, διαμαρτυρόμενος για την κατάρτιση της άνω πράξεως και προέβη στην ανάκληση του πληρεξουσίου, ακολούθως δε, στην υποβολή της από 10-12-2014 μήνυσης σε βάρος των εναγομένων για απάτη, πράξη για την οποία αθωώθηκαν με την υπ' αριθμ. 731/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης, τέλος δε στην άσκηση της ένδικης αγωγής.

Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που δηλώθηκε η βούλησή του να παράσχει πληρεξουσιότητα στον Δ. Φ. υφίστατο πλάνη αυτού ως προς το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου συνεπεία απάτης, την οποία μετήλθε ο δεύτερος εναγόμενος, πείθοντάς τον με απατηλές διαβεβαιώσεις πως επρόκειτο για πληρεξουσιότητα για την ενέργεια πράξεων σχετικών με την τακτοποίηση του ακινήτου του".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ακύρωσε το με αριθμ. ... πληρεξούσιο, που συνέταξε η συμβ/φος Κομοτηνής Σ. Κ. και αναγνώρισε την ακυρότητα του με αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής της ίδιας συμ/φου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα, αν ο αρχικός ενάγων Ι. Γ. υπέγραψε το ένδικο πληρεξούσιο βρισκόμενος σε πλάνη εξαιτίας απατηλής συμπεριφοράς του δεύτερου αναιρεσείοντος, και ειδικότερα έχοντας την πεπλανημένη πεποίθηση ότι αυτό έχει ως περιεχόμενο τη χορήγηση στον δεύτερο αναιρεσείοντα πληρεξούσιο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας νομιμοποίησης των αυθαίρετων κατασκευών προς τακτοποίηση του ανωτέρω ακινήτου, αγνοώντας έτσι ότι αυτό είχε διαφορετικό περιεχόμενο, ήτοι τη χορήγηση πληρεξουσιότητας στον δεύτερο αναιρεσείοντα για τη μεταβίβαση του παραπάνω ακινήτου λόγω γονικής παροχής, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 147 -149, 154, 180 του Α.Κ..

Ειδικότερα, 1) ενώ δέχεται ότι ο αρχικός ενάγων, Ι. Γ., λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, αποφάσισε να μεταβιβάσει το ένδικο ακίνητο στη σύζυγό του, Ε., και γι' αυτό το λόγο ανέθεσε, στις 21-6-2012, και με παροχή εξουσιοδότησης, στον πολιτικό μηχανικό την αναγκαία προηγούμενη νομιμοποίηση των αυθαίρετων κατασκευών για την τακτοποίηση αυτού, και ότι μετά την έκδοση στις 4-4-2013 της οικοδομικής άδειας υπέγραψε την από 16-4-2013 δήλωση φόρου γονικής παροχής, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Σ.

Κ., την οποία κατέθεσε στη Δ.Ο.Υ. Κομοτηνής, ακολουθώντας τις υποδείξεις των αναιρεσειόντων, δεν διαλαμβάνει παραδοχές: α) για το ακριβές περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης φόρου γονικής παροχής, αν αφορούσε την πλήρη κυριότητα, ψιλή κυριότητα, την επικαρπία, τα ονόματα του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος και το ακίνητο που αφορούσε, και πότε μετέβη στη Δ.Ο.Υ.

προς κατάθεση αυτής, και β) αν ο Ι. Γ. ανέγνωσε ή όχι το περιεχόμενο της ανωτέρω δήλωσης φόρου γονικής παροχής και σε καταφατική περίπτωση, αν κατανόησε ή όχι το περιεχόμενο της δήλωσης φόρου και επίσης αν με βάση τη δήλωση αυτή συντάχθηκε το ένδικο συμβόλαιο γονικής παροχής, 2) ενώ δέχεται ότι ο Ι. Γ. δυσανασχέτησε με τη γραφειοκρατία χορήγησης από την Δ.Ο.Υ.

Κομοτηνής βεβαίωσης περί μη οφειλής ΕΤΑΚ για το έτος 2009, δεν αναφέρει την ακριβή ημεροχρονολογία του γεγονότος αυτού, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι τότε ο δεύτερος αναιρεσείων έπεισε αυτόν ότι θα μπορούσε να αναλάβει όλες τις ενέργειες και ότι για το σκοπό αυτό θα έπρεπε να συνταχθεί ένα πληρεξούσιο, με το οποίο να παρέχεται η πληρεξουσιότητα ώστε να ενεργεί για λογαριασμό του όλη τη διαδικασία νομιμοποίησης των αυθαίρετων κατασκευών για την τακτοποίηση του ακινήτου, 3) δεν διευκρινίζεται αν στις 16-4-2013 εκκρεμούσε άλλη ενέργεια πλην της βεβαίωσης από τον ανωτέρω πολιτικό μηχανικό για την ολοκλήρωση της διαδικασίας νομιμοποίησης των αυθαίρετων κατασκευών για την τακτοποίηση του ανωτέρω ακινήτου, και σε καταφατική περίπτωση, ποιες ήταν οι ενέργειες αυτές, αν ο Ι.

Γ. γνώριζε ποιες ήταν οι εκκρεμείς ενέργειες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ώστε να κριθεί αν είχε ή όχι κατά τον ανωτέρω χρόνο πεπλανημένη πεποίθηση ότι χορηγεί το ένδικο πληρεξούσιο μόνο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας νομιμοποίησης, 4) δεν αναφέρεται για ποιο λόγο αναζήτησε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσίβλητων, για πρώτη φορά, το καλοκαίρι του 2014 τα σχετικά με την ολοκλήρωση της διαδικασίας νομιμοποίησης των αυθαίρετων κτισμάτων, και στη συνέχεια πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη του υπογραφέντος στις 16-4-2013 ένδικου πληρεξουσίου.

Εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων και ασαφών παραδοχών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος σχετικά με το αν ο Ι. Γ. κατά το χρόνο υπογραφής του υπ' αριθμ. ... πληρεξουσίου εγγράφου αγνοούσε το αληθές περιεχόμενο αυτού, και ότι λόγω των απατηλών διαβεβαιώσεων του δεύτερου αναιρεσείοντος, του δημιουργήθηκε η εσφαλμένη αντίληψη πως με το ανωτέρω πληρεξούσιο παραχωρεί μόνο την πληρεξουσιότητα για τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών στο ακίνητό του, και, συνακόλουθα, αν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Έτσι, έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης κ.λπ. (ΑΠ 955/2021, ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ένδικου με αριθμ. ...

πληρεξούσιου της συμβ/φου Κομοτηνής Σ. Κ., αντικείμενο του οποίου ήταν η ανάθεση δι' αυτού από τον εξουσιοδοτούντα Ι. Γ. προς τον εξουσιοδοτούμενο Δ. Φ. της δυνατότητας να μεταβιβάσει με γονική παροχή ακίνητη περιουσία του, με το να δεχθεί ως περιεχόμενό του ότι δι' αυτού εδίδετο η δυνατότητα στον με αυτό εξουσιοδοτούμενο να ασχοληθεί και ολοκληρώσει μόνο τη διαδικασία της νομιμοποίησης των πολεοδομικά αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση διαγνωστικού λάθους, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνεται σ' αυτήν το ακριβές περιεχόμενο του ένδικου πληρεξούσιου και συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή του γενόμενου δεκτού ως βάσιμου δεύτερου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Επίσης, πρέπει να αποδοθεί το προκατατεθέν παράβολο στους αναιρεσείοντες (495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, στους αναιρεσίβλητους, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμ. 33/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση του παράβολου στους αναιρεσείοντες.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων στους αναιρεσίβλητους, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ