Legislator Case Law & Legislation
1730/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict, splitting case due to absent defendant's lack of counsel.

Case Number 1730/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a traffic accident verdict, ruling the appeal inadmissible regarding the absent defendant due to lack of legal representation. The court found the lower court's reasoning on liability and accident details sufficient and rejected the appellant's claims about contradictory facts. Consequently, the appeal was divided, declared inadmissible for the absent party, and the appellant was ordered to pay the costs of the represented insurance company.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 577 of the Code of Civil Procedure; Article 3 of the Law 4139/2013: In the event of simple unanimity, if a party is not represented by a lawyer, the discussion of the appeal is validly held only as to those represented by a lawyer or properly summoned, and declared inadmissible as to the others.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility absence of counsel traffic accident liability split appeal legal representation requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 4139/2013
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1730 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1730/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: M. (Μ.) G. (Γ.) του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Παντελεάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3397/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6183/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-10-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Κακκαβά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη.

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, στην οποία προστέθηκε δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 62 του Ν. 4139/ 2013, "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείο πινακίου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, η μεν αναιρεσείουσα παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Π. Π., από δε τους αναιρεσίβλητους, η μεν δεύτερη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", παραστάθηκε διά δηλώσεως της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μεταξίας Αντωνίου κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο δε πρώτος Κ.

Μ. δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως και τη συζήτησή της και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει έκθεση επιδόσεως, από την οποία να προκύπτει η επίδοση προς αυτόν ακριβούς αντιγράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.

Επομένως, δεδομένου ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτόν.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την ανάγνωση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, εφόσον βεβαίως το από αυτές πόρισμα εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013, ΑΠ 168/2015).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 6183/2014 απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 26.11.2008, περί ώρα 20.45’ το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου Κ. Μ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "...", εκινείτο, οδηγούμενο από τον ίδιο επί της ...

στον Άλιμο Αττικής με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Ποσειδώνος προς τον .... Η λεωφόρος Καλαμακίου είναι διπλής κατευθύνσεως, τα δύο ρεύματα χωρίζονται με διπλή συνεχή διαγράμμιση, έχει πλάτος οδοστρώματος 7,60 μ., μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία με ελαφρά ανωφέρεια στο ρεύμα προς ... και είναι άσφαλτος.

Κατά τον ως άνω χρόνο η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά, οι συνθήκες φωτισμού νύχτας με επαρκή τεχνητό δημοτικό φωτισμό, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη, των δε πεζών κανονική, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και οι καιρικές συνθήκες ήταν αίθριες. Εξάλλου, το όριο ταχύτητας ορίζεται σε πενήντα (50) χλμ/ώρα ως κατοικημένη περιοχή.

Στο ύψος της στάσης του Ο.Α.Σ.Α. "...", η ενάγουσα, η οποία επιχειρούσε να διασχίσει πεζή το οδόστρωμα της Λεωφ. Καλαμακίου από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, επέπεσε στην αριστερή πλευρά αυτού με αποτέλεσμα να θραυσθεί ο αριστερός καθρέφτης του και η ίδια (ενάγουσα) να καταπέσει στο οδόστρωμα και συνεπεία της πτώσεώς της να τραυματισθεί και, ειδικότερα, να υποστεί κάκωση κεφαλής, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, του οποίου εγένετο συρραφή και ανοικτό επιπεπλεγμένο κάταγμα κνήμης - περόνης Αρ (Gvstilo), το οποίο αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά με ενδομυελική ήλωση κατά τη νοσηλεία της στο Περιφ/κό Γενικό Νοσοκομείο "Ασκληπιείο Βούλας" από 26/1/2008 έως 3/2/2008.

Σύμφωνα με την από 26/1/2008 έκθεση αυτοψίας του τμήματος τροχαίας Καλλιθέας και το σχεδιάγραμμα ανευρέθη μικρή ποσότητα αίματος στο προς τη Λεωφ. Ποσειδώνος ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφ. Καλαμακίου δίπλα στη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή. Το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, η οποία από έλλειψη της προσοχής που θα κατέβαλλε ο μέσος συνετός πεζός υπό τις ίδιες ως άνω περιστάσεις και μπορούσε η ίδια να καταβάλει, επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της Λεωφ.

Καλαμακίου, ανέλεγκτα, από σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, καίτοι υφίστατο διαγραμμιζόμενη διάβαση πεζών σε απόσταση τριάντα τεσσάρων (34) μέτρων προς τη Λεωφ. Ποσειδώνος και διαγραμμιζόμενη και σηματοδοτούμενη σε απόσταση πενήντα (50) μέτρων προς Αγ. Δημήτριο από τον τόπο του ατυχήματος και ενώ η κίνηση των οχημάτων ήταν αυξημένη και οι συνθήκες φωτισμού νύχτας με τεχνητό φωτισμό και, ειδικότερα, αφού διέσχισε το προς τη Λεωφ.

Ποσειδώνος ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφ. Καλαμακίου, ανάμεσα στα κινούμενα στο ρεύμα αυτό αυτοκίνητα, ακολούθως, επιχείρησε, ανέλεγκτα, να διασχίσει και το προς Αγ. Δημήτριο ρεύμα της Λεωφ. Καλαμακίου από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με τα κινούμενα στο ρεύμα αυτό αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς της (παράβ.

άρθρου 38 παρ. 4 του ΚΟΚ και άρθρο 330 εδ. β’ του ΑΚ) να επιπέσει στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, να θραυσθεί ο αριστερός καθρέπτης αυτού, η ίδια δε να καταπέσει στο οδόστρωμα και συνεπεία της πτώσεώς της, να υποστεί της προαναφερόμενες σωματικές βλάβες. Ο πρώτος εναγόμενος δεν βαρύνεται με αμελή συμπεριφορά, καθόσον οδηγούσε το όχημά του με κανονική ταχύτητα περίπου 40 χλμ/ώρα, δεν είχε δε οποιαδήποτε δυνατότητα να αποφύγει το ατύχημα λόγω της αιφνιδιαστικής και ανέλεγκτης κινήσεως της ενάγουσας στο οδόστρωμα και της επιπτώσεως αυτής στην αριστερή πλευρά του οχήματός του.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι είχε εκκινήσει από το δεξιό πεζοδρόμιο του ρεύματος πορείας προς Αγ. Δημήτριο και ότι, ενώ ίστατο επί της διπλής συνεχούς διαχωριστικής γραμμής, παρασύρθηκε από το όχημα του πρώτου εναγομένου τη στιγμή που ο τελευταίος διενεργούσε προσπέρασμα δίκυκλης μοτοσικλέτας, κινούμενος παράνομα στο αντίθετο προς την αρχική κατεύθυνσή του ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι το ρεύμα κυκλοφορίας προς τη Λεωφόρο Ποσειδώνος.

Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν με σαφήνεια από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η από 26/1/2008 έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Καλλιθέας καθώς και η από 26/1/2008 προανακριτική ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρος Ρ. Π., ο οποίος κατέθεσε επί λέξει τα εξής: "...οδηγούσα το όχημά μου επί της Λ.

Καλαμακίου προς Λ. Ποσειδώνος. Είδα περίπου τρία (3) οχήματα μπροστά μου μία (1) πεζή κυρία να κινείται κάθετα στο οδόστρωμα της Λ. Καλαμακίου από δεξιά προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία μου ακριβώς στη στάση Ο.Α.Σ.Α. "...". Ύστερα η ανωτέρω πεζή κυρία κοντοστάθηκε για κάποια δευτερόλεπτα στο ύψος της διπλής διαχωριστικής και μετά έκανε ένα (1) βήμα προς τα εμπρός και την παρέσυρε ένα (1) Ι.Ε.Χ αυτοκίνητο που εκινείτο επί της Λ.

Καλαμακίου προς Άγ. Δημήτριο. Το όχημα αυτό εκινείτο με κανονική ταχύτητα και πήγαινε κανονικά στο μέσον της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Το όχημα ήρθε σε επαφή με την κυρία με τη αριστερή του πλευρά...". Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η από 1/6/2010 αγωγή ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει περί του αντιθέτου η εκκαλούσα με την έφεση. Επομένως, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν". Από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, 5 του Ν.

ΓΠΝ/1911 και του Κώδικα οδικής κυκλοφορίας, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί αρκούντως η ανυπαρξία υπαιτιότητος του προαναφερθέντος οδηγού Κ. Μ. στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Οι αιτιάσεις που περιέχονται στο αναιρετήριο, ότι δεν καθορίζεται με σαφήνεια το σημείο όπου επισυνέβη το ένδικο ατύχημα, ότι η απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές παραδοχές ότι το αυτοκίνητο εκινείτο στο μέσον του ρεύματος κυκλοφορίας του και παράλληλα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα επέπεσε στην αριστερή πλευρά του (αυτοκινήτου), η δε μικρή ποσότητα αίματος ανευρέθη στο προς τη Λεωφόρο Ποσειδώνος ρεύμα κυκλοφορίας της ...

δίπλα στη διπλή συνεχή διαχωριστική γραμμή, κρίνονται αβάσιμες και απορριπτέες, διότι στην απόφαση διαλαμβάνονται με πληρότητα και σαφήνεια: οι συνθήκες του ατυχήματος και τα περιστατικά της υπαιτιότητος της αναιρεσείουσας σ’ αυτό. Ειδικότερα αναφέρεται, ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), η οποία επιχείρησε να διασχίσει πεζή το οδόστρωμα της ως άνω Λεωφόρου από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, επέπεσε στην αριστερή πλευρά του, κατέπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίσθηκε, ενώ στο πέμπτο φύλλο αυτής (1η σελίδα) αναφέρεται στην κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ρ.

Π., κατά την οποία "η πεζή κυρία κοντοστάθηκε για κάποια δευτερόλεπτα στο ύψος της διπλής διαχωριστικής και μετά έκανε ένα (1) βήμα προς τα εμπρός και την παρέσυρε ένα (1) ΙΕΧ αυτοκίνητο που εκινείτο επί της Λ. Καλαμακίου προς Άγ. Δημήτριο". Ούτε τέλος η παραδοχή της περί του σημείου ανευρέσεως του αίματος αναιρεί τα ανωτέρω, δεδομένης και της εκτινάξεως του αίματος συνεπεία της προσκρούσεως.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, οι μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της. Τέλος πρέπει να απορριφθεί αντί, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο Κ. Ν. Μ. και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης από 21.10.2016 με αριθμό καταθ. ... αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτόν.

Απορρίπτει την ως άνω αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6183/10.11.2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ