1730/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.127/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1730/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β’ ή απειλή πρέπει να στρέφεται ειδικώς σε βλάβη της επιχειρήσεως, ως τοιαύτης νοούμενης του συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων, αυλών αγαθών και καταστάσεων, ως φήμη και πελατεία που οργανώθηκαν σε επιχειρηματική ενότητα για την επίτευξη κερδοσκοπίας. Εξάλλου, ως βλάβη της επιχειρήσεως νοείται, πέρα από την υλική (χρηματική), και η ηθική ζημία (λ.χ.
Full text
Απόφαση 1730 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1730/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.127/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Απατσίδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 371/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιουλίου 2015 (αρ.πρωτ..../2015) αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α’ ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α)πρόκληση στον αυτουργό της απόφασης να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως, με συμβουλή, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής ή άλλων ανταλλαγμάτων, με πρόκληση ή εκμετάλλευση οιασδήποτε πλάνης, με πειθώ ή φορτικότητα κλπ, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη και β) διάπραξη από τον αυτουργό της πράξης αυτής ή επιχείρηση από αυτόν πράξης που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως της, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον αυτουργό την ειρημένη απόφαση και β) συνείδηση της ορισμένης πράξης, στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.
Στη δε διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 ΠΚ ορίζεται ότι όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στ. β’ του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξεως που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 385 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 380, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει κάποιον με βία ή με απειλή σε πράξη παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου, τιμωρείται:
α) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 380, παρ. 1 και 2, αν η πράξη τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής, β) αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος του, ή άλλης δραστηριότητος που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Αν τις παραπάνω πράξεις τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις, κατά συνήθεια ή κατ’ επάγγελμα, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, γ) σε κάθε άλλη περίπτωση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την συγκρότηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της εκβίασης, το οποίο τιμωρείται ως κακούργημα όταν εμπίπτει στις περιπτώσεις των εδαφίων α’ και β’ , απαιτούνται α) εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία αυτού που εξαναγκάζεται, β) ο εξαναγκασμός να γίνεται με βία ή απειλή ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής που είναι ικανές να αποκλείσουν το αυτοπροαίρετο της αποφάσεως του εξαναγκαζομένου, ήτοι ο εξαναγκασμός έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο ή ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διαθέσεως, με σκοπό να καμφθεί η θέληση του εξαναγκαζομένου και να οδηγηθεί αυτός σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή μετ’ επηρεασμόν και εξουδετερουμένης της ελευθέρας βουλήσεως του, ουσιαστικώς πειθαναγκαζόμενος να υποκύψει και να αποδεχθεί ακουσίως τις προτάσεις, ενώ η επαπειλούμενη εις βάρος του ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη.
Και τούτο διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ’ εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή ασκήσεως τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ. Η απειλή μπορεί να είναι ρητή και άμεση, να έχει διατυπωθεί προφορικώς ή εγγράφως, ή και εμμέσως, να έχει μεταβιβαστεί και με άλλον, μπορεί δε να συνίσταται και στην παράλειψη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης, αρκεί να είναι ικανή να αποκλείσει το αυτοπροαίρετο της απόφασης του εξαναγκαζομένου.
Είναι αδιάφορο αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι, αρκεί ότι δια της απειλής εξαναγκάστηκε σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή εκείνος κατά του οποίου στράφηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση η απειλή. Η απειλή μπορεί να στρέφεται κατά οποιουδήποτε εννόμου αγαθού του παθόντος, όπως της προσωπικής ελευθερίας, της περιουσίας, της τιμής και υπολήψεως, της πίστεως και φήμης της επιχειρήσεως, για την εφαρμογή δε της περ.
β’ ή απειλή πρέπει να στρέφεται ειδικώς σε βλάβη της επιχειρήσεως, ως τοιαύτης νοούμενης του συνόλου πραγμάτων, δικαιωμάτων, αυλών αγαθών και καταστάσεων, ως φήμη και πελατεία που οργανώθηκαν σε επιχειρηματική ενότητα για την επίτευξη κερδοσκοπίας. Εξάλλου, ως βλάβη της επιχειρήσεως νοείται, πέρα από την υλική (χρηματική), και η ηθική ζημία (λ.χ.
στην καλή της φήμη), η οποία μακροπρόθεσμα δύναται να εξελιχθεί σε περιουσιακή ζημία, αυτό ωστόσο δεν είναι αποτιμητό μέγεθος κατά τον χρόνο της προσβολής. Η βλάβη μπορεί να συνίσταται και στην απορρύθμιση της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως, οπότε έχει την τεχνική έννοια του όρου. Για τη συγκρότηση δε της υποκειμενικής υποστάσεως, απαιτείται σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος.
Τέτοιος σκοπός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νομίμου απαιτήσεως, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωση αυτού κατά του παθόντος ή όταν η πράξη ή παράλειψη αυτού που εξαναγκάζεται δεν αποτελεί έκφραση του παρεχομένου από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361 του ΑΚ στο πρόσωπο δικαιώματος της βουλήσεως του και της ελευθερίας στις συναλλαγές.
Το έγκλημα είναι τετελεσμένο με την επέλευση της περιουσιακής ζημίας στον παθόντα, ο οποίος μπορεί να είναι πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που εξαναγκάσθηκε να προβεί στην επιζήμια διαγωγή, αλλιώς, αν δηλαδή δεν επέλθει η ζημία και εφόσον συντρέχουν και λοιποί όροι, το έγκλημα είναι σε απόπειρα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 περ.
στ’ ΠΚ, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή, που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος και κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας αυτού.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί τελέσεως του εγκλήματος κατ’ εξακολούθηση, αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής, χωρίς ν’ απαιτούνται προηγούμενες καταδίκες. Ειδικότερα, δε, για τον χαρακτηρισμό της κατ’ επάγγελμα τελέσεως, αντικειμενικά μεν απαιτείται η επανειλημμένη τέλεση και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη καταδίκη, υποκειμενικά δε ο σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα, από την επανειλημμένη τέλεσή του.
Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
‘ Οταν, όμως, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξη του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει & αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικό κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό του, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και των αναγνωσθέντων εγγράφων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ο εγκαλών, Χ.
Κ., ήταν μισθωτής, δυνάμει του από 30-6-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενός ακινήτου με τις επ’ αυτού κτιριακές εγκαταστάσεις που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ..., το οποίο χρησιμοποιούσε ως κέντρο διασκεδάσεως. To εν λόγω ακίνητο με τον εντός αυτού εξοπλισμό υπομίσθωσε ο εγκαλών, με το από 31-8-2006 μισθωτήριο συμβόλαιο, αντί μηνιαίου μισθώματος 6000 ευρώ, στην ανώνυμη εταιρία με το διακριτικό τίτλο "...
Α.Ε.", της οποίας μεγαλομέτοχος και εν τοις πράγμασι διαχειριστής των υποθέσεων της είναι ο εκκαλών-κατηγορούμενος, Α. Ζ., νια να χρησιμοποιηθεί από την παραπάνω Α.Ε, για τov ίδιο σκοπό. Στις 3-2-2007, οι εκμισθώτριες-ιδιοκτήτριες του ακινήτου, Σ. Π. και Μ. Η., με την υπ’ αριθ. κατ. .../2007 αγωγή τους που άσκησαν σε βάρος του εγκαλούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησαν την απόδοση της χρήσεως του μισθίου, επειδή εκείνος ήταν υπερήμερος ως προς την καταβολή ληξιπροθέσμων μισθωμάτων.
Η αγωγή συζητήθηκε σας 16-4-2007, ερήμην του ανωτέρω, ενώ, λόγω μη καταβολής των μισθωμάτων των μηνών Φεβρουαρίου-Απριλίου 2007 από την υπομισθώτρια εταιρία στον εγκαλούντα, ο τελευταίος πέτυχε την έκδοση, σε βάρος της, της υπ’ αριθ. 16807/4-5-2007 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Κατά της διαταγής πληρωμής, η παραπάνω υπομισθώτρια εταιρία άσκησε ανακοπή, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 7-11-2007.
Ενώ αναμενόταν η έκδοση αποφάσεων επί της άνω αγωγής αποδόσεως μισθίου (η οποία εκδόθηκε στις 16-11-2007) και επί της ανακοπής της υπομισθώτριας εταιρίας, η τελευταία, δια των αρμοδίων οργάνων της, ήλθε σε επαφή με τις άνω ιδιοκτήτριες του ακινήτου, προκειμένου το ακίνητο να εκμισθωθεί απ’ ευθείας σ’ αυτήν και να παύσει το καθεστώς της υπομίσθωσης.
Έτσι, στις 30-7-2007, μετά από παρέμβαση του Γ. Π., μικρομετόχου της υπομισθώτριας εταιρίας "... Α.Ε.", τηλεφώνησε στον εγκαλούντα ο άγνωστος τότε σ’ αυτόν, Γ. Α., που έφερε το ψευδώνυμο "Α.", πρώτος κατηγ/νος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (του οποίου η έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη και δεν είναι πλέον διάδικος), ο οποίος του ζήτησε να συναντηθούν σε κάποιο καφέ-μπαρ, στη ...
Θεσσαλονίκης, για να "συζητήσουν για το μαγαζί". Στην προκαθορισμένη συνάντηση όμως, δεν εμφανίσθηκε ο ανωτέρω, αλλά δύο άγνωστα στον εγκαλούντα πρόσωπα, των οποίων τα στοιχεία ταυτότητας δεν εξακριβώθηκαν, τα οποία από εκεί τηλεφώνησαν στον Α., ο οποίος συνομίλησε με τον εγκαλούντα και τον ρώτησε, πόσα χρήματα ήθελε, για να φύγει από το μαγαζί.
Στην απάντηση του εγκαλούντος ότι ήθελε 200.000 ευρώ, τα δύο άγνωστα άτομα, σε συνεννόηση με τov Α., έκλεισαν το τηλέφωνο, επετέθησαν εναντίον του εγκαλούντος και άρχισαν να τον κτυπούν με τα χέρια τους στο κεφάλι, προκαλώντας του κάκωση κεφαλής (βλ, σχετ. το από 21/11/2007 πιστοποιητικό του ...ΑΧΕΠΑ".). Kαι ενώ ο τελευταίος ήταν τραυματισμένος οι άνω άγνωστοι δράστες τηλεφώνησαν στον Α., ο οποίος μιλώντας στο τηλέφωνο με τον εγκαλούντα, με απειλές κατά της ζωής του και με απειλές βλάβης της επιχείρησης του, απαίτησε να αποχωρήσει αυτός από το μίσθιο κατάστημα, να μην ζητάει μισθώματα, να τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο Α.
Ζ. και να κάνει ό,τι του πει εκείνος. Σε επακολουθήσασα τηλεφωνική συνομιλία, ο Α. Ζ. διεμήνυσε στον εγκαλούντα να πάει στη δικηγόρο του, να υπογράψει για την αποχώρηση του από το μίσθιο και να τελειώσει το θέμα με την διαταγή πληρωμής. Την επομένη ημέρα (31-7-2007), τηλεφώνησε από το με αριθ. ... κινητό τηλέφωνο ο Α.
στον εγκαλούντα, κλήση η οποία επιβεβαιώνεται από σχετικό έγγραφο της εταιρίας κινητής τηλεφωνίας ..., που εκδόθηκε σε εκτέλεση του υπ’ αριθ.412/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/των Θεσσαλονίκης (έγγραφα που αναγνώσθηκαν) και απείλησε αυτόν, ότι εάν δεν υπογράψει μέχρι την Παρασκευή, "θα του κάνει τέτοια ζημιά, που δεν θα φθάνουν 600.000 ευρώ για να ξαναγίνει άνθρωπος".
Ωστόσο, ο άνω εκβιασμός του κατηγορουμένου δεν απέφερε το σκοπούμενο από αυτόν αποτέλεσμα, ήτοι του εξαναγκασμού του εγκαλούντος στις ανωτέρω αιτηθείσες πράξεις καθόσον την ίδια ήμερα ο τελευταίος απευθύνθηκε στην αστυνομία και υπέβαλε την ένδικη έγκλησή του. Από τα πραγματικά αυτά περιστατικά που αποδείχθηκαν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η τέλεση από τον εκκαλούντα-κατηγ/νο της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης, της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής εκβίασης σε βάρος του εγκαλούντος.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος επινόησε την τέλεση του αδικήματος της κακουργηματικής εκβίασης, για την υλοποίηση δε της πράξης αυτής, ήτοι την αποχώρηση του εγκαλούντος από το μίσθιο και την μη επιδίωξη είσπραξης των οφειλομένων μισθωμάτων, για τα οποία αυτός είχε οικονομικό συμφέρον, ως μεγαλομέτοχος της απομισθώτριας εταιρίας "...
Α.Ε.", απευθύνθηκε στον Γ. Α. και άσκησε αποφασιστική επίδραση και επιρροή στο σχηματισμό της βούλησης του, προκειμένη να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη. Συγκεκριμένα, ο κατηγ/νος με εντολή που έδωσε στον ανωτέρω και με την υπόσχεση καταβολής αμοιβής σ’ αυτόν, του προκάλεσε την απόφαση να εκτελέσει από κοινού, με τους δύο άλλους αγνώστους μέχρι σήμερα δράστες, την πράξη της απόπειρας εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο Γ.
Α., τον οποίο επέλεξε για την εκτέλεση αυτής και ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με το ως άνω κατάστημα ή συμφέρον από τη λειτουργία του (κέντρου διασκεδάσεως), είναι άτομο που ενεργεί τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια και κατ’ επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του και σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, έχει δε αυτός καταδικασθεί και κατά το παρελθόν για παρόμοια πράξη Είναι δε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η ανάμειξη του Γ.
Α. στην επίδικη υπόθεση, ο οποίος ουδεμία σχέση είχε, ούτε καν γνωριμία με τον εγκαλούντα, οφείλεται αποκλειστικά στην πρόκληση της σχετικής απόφασης από τον κατηγορούμενο, ο οποίος επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ως άνω πράξης". Στη συνέχεια, δε, το δικαστήριο, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα και συγκεκριμένα ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, κατά τους παρακάτω χρόνους, τέλεσε την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα εκβίασης από κοινού, από πρόσωπα που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια και κατ’ επάγγελμα, ήτοι στον ως άνω τόπο, την 30- 7-2007, με πειθώ και φορτικότητα, παραινέσεις και υποσχέσεις Οικονομικών ανταλλαγμάτων, έπεισε τον Γ.
Α. και άλλα δύο πρόσωπα αγνώστων στοιχείων, να επιχειρήσουν να εξαναγκάσουν με βία, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής και με απειλή βλάβης της επιχείρησης του τον εγκαλούντα, Χ. Κ. σε πράξη, ήτοι να εκχωρήσει αυτός στην ανώνυμη εταιρία "... Α.Ε.", της οποίας ήταν εταίρος, την εκμετάλλευση της κτιριακής εγκατάστασης του καταστήματος - κέντρου διασκέδασης, που ο τελευταίος διατηρεί επί της οδού ...
και να μην επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη των οφειλομένων σ’ αυτόν μισθωμάτων, προερχομένων από την υπεκμίσθωση του ανωτέρω καταστήματος στην ως άνω εταιρία, οι δε ανωτέρω φυσικοί αυτουργοί είναι πρόσωπα που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια και κατ’ επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους και σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος.
Συγκεκριμένα, στη ... Θεσσαλονίκης, την 30-7-2007, σε προκαθορισμένη συνάντηση του εγκαλούντος με τον Γ. Α., αντ’ αυτού εμφανίσθηκαν άλλοι δύο, άγνωστοι και μετά την ανάκριση δράστες, οι οποίοι χτύπησαν τον εγκαλούντα, αμφότεροι με γροθιές στο πρόσωπο και στο σώμα και στη συνέχεια, ενώ βρισκόταν ακόμα εκεί τραυματισμένος, τηλεφώνησε ο Γ.
Α. και με απειλές κατά της σωματικής του ακεραιότητας, απαίτησε από τον εγκαλούντα να αποχωρήσει από το μίσθιο ως άνω κατάστημα και να μην επιδιώξει την είσπραξη των οφειλομένων, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, μισθωμάτων από την ανώνυμο εταιρία "... Α.Ε" και από αυτόν (κατηγ/νο), ακολούθως δε, την 31-7-2007, ο Γ. Α., σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον παθόντα-εγκαλούντα, τον απείλησε με την φράση "αν δεν υπογράψεις θα σου κάνω τέτοια ζημιά που δεν θα σου φτάνουν 600.000 ευρώ για να ξαναγίνεις άνθρωπος".
Πλην όμως δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τούς θέληση, αλλά διότι ο εγκαλών δεν ενέδωσε στον εκβιασμό και κατεμήνυσε τους δράστες της σε βάρος του πράξης. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, στον ανωτέρω τόπο, την 30-7-2007 έπεισε με πειθώ και φορτικότητα, παραινέσεις και υποσχέσεις οικονομικών ανταλλαγμάτων, τα ανωτέρω πρόσωπα, να επιχειρήσουν να εξαναγκάσουν με βία, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής και με απειλή βλάβης της επιχείρησής του εγκαλούντα, Χ.
Κ., σε πράξη, ήτοι να εκχωρήσει στην ανώνυμη εταιρία "... Α.Ε.", της οποίας ήταν εταίρος, την εκμετάλλευση της κτιριακής εγκατάστασης του καταστήματος-κέντρου διασκέδασης, που ο τελευταίος διατηρεί επί της οδού ... και να μην επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη των οφειλομένων σ’ αυτόν μισθωμάτων, προερχομένων από την υπεκμίσθωση του ανωτέρω καταστήματος στην ως άνω εταιρία, οι δε ανωτέρω φυσικοί αυτουργοί είναι πρόσωπα που διαπράττουν τέτοιες πράξεις κατά συνήθεια και κατ’ επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς την διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας τους και σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος.
Συγκεκριμένα, στη ... Θεσσαλονίκης, την 30-7-2007, σε προκαθορισμένη συνάντηση του εγκαλούντος με τον Γ. Α., αντ’ αυτού εμφανίσθηκαν άλλοι δύο, άγνωστοι κατά την ανάκριση δράστες και κτύπησαν τον εγκαλούντα αμφότεροι με γροθιές στο πρόσωπο και στο σώμα και στη συνέχεια, ενώ βρισκόταν ακόμα εκεί τραυματισμένος, τηλεφώνησε ο Γ.
Α. και με απειλές κατά της σωματικής του ακεραιότητας, απαίτησε από αυτόν να αποχωρήσει από το μίσθιο, ως άνω κατάστημα και να μην επιδιώξει την είσπραξη των οφειλομένων, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, μισθωμάτων από την ανώνυμη εταιρία "... Α.Ε." και από αυτόν (κατηγ/νο). ακολούθως δε, την 31-7-2007, ο Γ. Α., σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον παθόντα, τον απείλησε με την φράση "αν δεν υπογράφεις, θα σου κάνω τέτοια ζημιά που δεν θα σου φθάνουν 600.000 ευρώ για να ξαναγίνεις άνθρωπος", πλην όμως, δεν ολοκλήρωσαν την πράξη τους όχι από δική τους θέληση, αλλά διότι ο εγκαλών δεν ενέδωσε στον εκβιασμό και κατεμήνυσε τους δράστες της σε βάρος του πράξης".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, κατά τα προαναφερόμενα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την οποία είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης. Και τούτο γιατί εκτίθενται στην απόφαση, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης, της ηθικής αυτουργίας σε απόπειρα κακουργηματικής μορφής εκβίασης για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, οι οποίες δεν παραβιάσθηκαν, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα εκτίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζοντας τον εγκαλούντα, μέσω άλλων προσώπων (φυσικών αυτουργών), να υπογράψει σε σχετικό έγγραφο προκειμένου ν’ αποχωρήσει από το μίσθιο, ασκώντας απειλές και βία και ότι, τα πρόσωπα αυτά ενεργούσαν τέτοιες πράξεις (εκβιάσεις) κατά συνήθεια και κατ’ επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος.
Ειδικότερα πέραν των ως άνω παραδοχών, της κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης της πράξης από τους αυτουργούς, αιτιολογείται η θεμελίωση της κακουργηματικής μορφής της απόπειρας εκβίασης και από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι σε βάρος του εγκαλούντα ασκήθηκε σωματική βία ενωμένη με κίνδυνο ζωής καθώς και απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητας του και βλάβης της επιχείρησής του.
Εξάλλου, σε σχέση με τη θεμελίωση του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης ότι ο κατηγορούμενος επινόησε την τέλεση του αδικήματος της κακουργηματικής εκβίασης σε βάρος του εγκαλούντος για την υλοποίηση δε της πράξης αυτής, την οποία εξειδικεύει απευθύνθηκε στον Γ.
Α. και άσκησε αποφασιστική επίδραση και επιρροή στο σχηματισμό της βούλησής του προκειμένου να τελέσει την ως άνω αξιόποινη πράξη. Συγκεκριμένα, με εντολή που έδωσε στον ανωτέρω και με την υπόσχεση καταβολής αμοιβής σ’ αυτόν του προκάλεσε την απόφαση να εκτελέσει από κοινού με τους άλλους δύο αγνώστους μέχρι σήμερα δράστες την ως άνω πράξη.
Περαιτέρω, στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων με πειθώ και φορτικότητα, παραινέσεις και υποσχέσεις οικονομικών ανταλλαγμάτων, έπεισε τους ως άνω φυσικούς αυτουργούς Γ. Α. και άλλα δύο πρόσωπα αγνώστων στοιχείων να επιχειρήσουν το παραπάνω.
Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση, η παράθεση και άλλων πλην των ανωτέρω, στοιχείων για τη θεμελίωση του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, δε, η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας, στην πράξη της απόπειρας εκβίασης, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού το στοιχείο του δόλου ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω αδικήματα.
Προκύπτει, δε, το στοιχείο του δόλου από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως της πιο πάνω πράξης και διαλαμβάνεται περί τούτου η σχετική αιτιολογία στην απόφαση, με παράθεση των περιστατικών εκείνων που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την υποκειμενική κάλυψη του αδικήματος. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, πρώτος κατά τα πέντε σκέλη του και δεύτερος κατά τα τρία σκέλη του αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει ν’ απορριφθούν.
Ενώ, τέλος, αλυσιτελώς, προβάλλεται και ο τρίτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα, εκ του λόγου ότι το δικαστήριο, σε σχέση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις τελέσεως του αδικήματος και ειδικότερα ότι ο φυσικός αυτουργός προέβαινε "σε κατ’ επάγγελμα" τέλεση παρόμοιων αξιόποινων πράξεων, έλαβε υπόψη του προηγούμενη καταδικαστική απόφαση που είχε εκδοθεί σε βάρος του (φυσικού αυτουργού) χωρίς να έχει, προηγουμένως, αναγνωστεί στο ακροατήριο. (ΚΠΔ 364).
Και τούτο γιατί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αναφορά στην προσβαλλόμενη σε προηγούμενη καταδικαστική απόφαση σε βάρος του "φυσικού αυτουργού" σε παρόμοιο πράξη, δεν ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση κατά νόμο της επιβαρυντικής περίστασης της "κατ’ επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος".
Συνεπώς, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος και ο λόγος αυτός.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 ΚΠΔ μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα και τελευταία στον κατηγορούμενο. Δικαίωμα δευτερολογίας, για την απόκρουση αντίθετων επιχειρημάτων ή για τη συμπλήρωση τυχόν από παραδρομή γενόμενων παραλείψεων κατά την αγόρευση, έχουν μόνο ένας Εισαγγελέας και ο κατηγορούμενος ή ένας συνήγορος του, με δικαίωμα των τελευταίων, σε περίπτωση που προηγήθηκαν του εισαγγελέα κατά τη δευτερολογία, ν’ ανταπαντήσουν στην δευτερολογία του εισαγγελέα.
Σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεων αυτών και μη δόσεως στον κατηγορούμενο του δικαιώματος να μιλήσει τελευταίος, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠΔ, για μη τήρηση της διατάξεως αυτής που καθορίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, η οποία ιδρύει τον κατ’ άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικό της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) αφού έλαβε τελευταίος το λόγο, πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό να αναγνωρισθεί σ’ αυτόν η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε’ ΠΚ.
Ακολούθως, ο εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού. Από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης δεν προκύπτει ότι δευτερολόγησε ο εισαγγελέας, ώστε να έχει αντίστοιχο δικαίωμα και ο κατηγορούμενος και σε περίπτωση μη δόσεως από τον διευθύνοντα τη συζήτηση να δημιουργηθεί ο πιο πάνω λόγος απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας. (ΑΠ 1989/2008, 634/1996).
Συνεπώς, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ ΚΠΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
ΙΙΙ. Το άρθρο 82 του ΠΚ ορίζει στις παραγράφους 4 και 8 τα εξής: παρ.4. Μετά τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής, το δικαστήριο εκτιμά αν εκείνος που καταδικάστηκε μπορεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο του ποσού της μετατροπής. Αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει αδυναμία άμεσης καταβολής ή ότι η καταβολή θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία, από δύο ως τρία έτη, ώστε μέσα σε αυτήν να καταβάλει εκείνος που καταδικάστηκε το πιο πάνω ποσό σε δόσεις που ορίζει το ίδιο δικαστήριο.
παρ.8. Αν μετά τη μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ή πρόστιμο, επέρχεται ουσιώδης αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης εκείνου που καταδικάστηκε, αυτός μπορεί να ζητήσει από το ίδιο δικαστήριο προθεσμία ή διεύρυνση της προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη, ή τροποποίηση του ύψους της μετατροπής ή ακόμη μετατροπή της χρηματικής ποινής σε προσφορά κοινωφελούς εργασίας, στο μέτρο που ορίζει το δικαστήριο.
Στην ίδια απόφαση ορίζονται και οι συνέπειες της μη εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων. Από τη σαφή έννοια των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει, κατ’ αρχήν, δηλαδή, αμέσως μετά τη μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική, αν μπορεί να την καταβάλει εκείνος που καταδικάστηκε.
Στην περίπτωση αυτή αν διαπιστωθεί αδυναμία άμεσης καταβολής, το δικαστήριο καθορίζει προθεσμία 2-3 ετών προκειμένου να καταβληθεί το χρηματικό ποσό σε δόσεις που ορίζει το δικαστήριο (παρ.4). Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση, η αδυναμία καταβολής του ποσού της μετατροπής ερευνάται, μόνο, όταν καταστεί εκτελεστή η απόφαση και δεν μπορεί στη συνέχεια, ο καταδικασθείς να πληρώσει το ποσό της μετατροπής, λόγω ουσιώδους αλλαγής των όρων της προσωπικής και οικονομικής του κατάστασης.
Στην περίπτωση δε αυτή μπορεί να ζητήσει από το ίδιο δικαστήριο προθεσμία ή διεύρυνση της προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη ή τροποποίηση του ύψους της μετατροπής (παρ.8). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, καθορίζοντας το ποσό της μετατροπής σε πέντε (5) ευρώ ημερησίως για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Ακολούθως, δε, ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε προς το δικαστήριο αίτημα καθορισμού προθεσμίας, προκειμένου να καταβληθεί το χρηματικό ποσό σε δόσεις. Το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 82 §§ 8, 9 και 11 του Π.Κ, όπως αντικαταστάθηκε το άρθρο με τον Ν. 3904/2010, αν μετά τη μετατροπή στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ή πρόστιμο, επέρχεται ουσιώδης αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης εκείνου που καταδικάστηκε, αυτός μπορεί να ζητήσει από το ίδιο δικαστήριο προθεσμία ή διεύρυνση της προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δυο έτη η τροποποίηση του ύψους της μετατροπής ή ακόμα μετατροπή της χρηματικής ποινής σε προσφορά κοινωφελούς εργασίας, στο μέτρο που ορίζει το δικαστήριο.
Στην ίδια απόφαση ορίζονται και οι συνέπειες της μη εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που μετατράπηκε σε χρηματική ή πρόστιμο ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, διατηρεί το χαρακτήρα της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής και μετά την μερική ή ολική απότιση της ποινής στην οποία έχει μετατραπεί.
Αν το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί περί μετατροπής ποινής στερητικής της ελευθερίας, αυτός που καταδικάστηκε, με αίτηση του στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, μπορεί να ζητήσει τη μετατροπή. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας που αναγνώσθηκαν και την γένει διαδικασία, δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής δυσχέρειας και ότι αδυνατεί να καταβάλει το ποσό της άνω μετατραπείσας σε χρηματική, ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε.
Αντιθέτως όπως αποδείχθηκε, αυτός προσφάτως (18-12-2014) από κοινού με τον Θ. Κ. συνέστησαν μια ΕΠΕ εταιρία, με επωνυμία "...", δεκαετούς διάρκειας, με έδρα το . ... Αττικής, στην οποία την πλειοψηφία των εταιρικών μερίδων κατά ποσοστό 98% κατέχει ο ίδιος σύμφωνα με το αναγνωσθέν και προσκομιζόμενο από αυτόν υπ’ αριθμόν .../15-12-2014 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Καταπόδη, περί συστάσεως της άνω εταιρίας, ως εκ τούτου το εν λόγω αίτημα του κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, διέλαβε την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ, κατά τα προαναφερόμενα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με την απόρριψη του πιο πάνω αιτήματος. Ενώ, τέλος, οι παραδοχές της απόφασης, προσιδιάζουν στην εφαρμογή της παρ.4 του άρθρου 82 ΠΚ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν ασκεί έννομη επιρροή η παράθεση της παρ.8 του ίδιου άρθρου.
Επομένως, είναι αβάσιμος και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος και κατά τα τρία σκέλη του, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ’ , Ε’ και Η’ ΚΠΔ.
IV. Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων (ΚΠΔ 583 παρ.1)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2015 (αρ.πρωτ..../2015) αίτηση αναίρεσης του Α. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., κατά της απόφασης 371/2015 του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ