Legislator Case Law & Legislation
1730/2012 AI generated

1730/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1730/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Διεκδικητική αγωγή ακινήτου και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία (απάτη). Τρόπος κτήσης κυριότητας – παράγωγος - πρωτότυπος (έκτακτη χρησικτησία). Λόγοι αναίρεσης: από 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. από 8β, από 9 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

Legislator headnote

AI generated

1730/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Keywords

AI generated
legatee standing of heirs standing of shareholder authorized representative legal capacity capacity to pursue debt enforcement
AI generated
927/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή Αρεοπαγίτες.
2234/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι.
1097/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
692/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-4-2022 αίτησή του.
877/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1730 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Διεκδικητική αγωγή ακινήτου και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία (απάτη). Τρόπος κτήσης κυριότητας – παράγωγος - πρωτότυπος (έκτακτη χρησικτησία). Λόγοι αναίρεσης: από 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. από 8β, από 9 απορρίπτονται ως αβάσιμοι.

Αριθμός 1730/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2) 1, κατοίκου ..., 3) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 4) Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., χωρίς να καταθέσουν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. - Μ. Χ. ή Χ. του Π., Α. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Κ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή και την από 9/10/2006 ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 177/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/11/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 26/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης της υπό κρίση αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμόν .../19-12-1957 διανεμητηρίου συμβολαίου του Προξένου της Ελλάδος (νόμιμο αναπληρωτή του) στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, Νικολάου Απ. Καρανδρέα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μυτιλήνης, περιήλθε κατά κυριότητα μεταξύ άλλων, στον Π.

Χ. ή Χ., πατέρα της ενάγουσας, χωράφι στη θέση "Βαριά" του Δήμου Μυτιλήνης, συνορευόμενο ανατολικώς υπό Δημοσίου Δρόμου, Βορείως υπό Χ. Β., Δυτικώς υπό Ι. Β. και Νοτίως υπό αγνώστου στη σύννομη του οποίου ευρίσκετο ήδη μετά των συγκληρονόμων αδελφών του, τουλάχιστον από τον χρόνο του θανάτου της μητέρας τους, Ε.

χήρας Α. Χ. ή Χ., που είχε πεθάνει αδιάθετη τον Ιούνιο του έτους 1951. Ο πιο πάνω πατέρας της ενάγουσας, πέθανε το έτος 1958, αδιάθετος επίσης και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Α. Υ. Α. Π. Χ. και τα τέκνα του Κ.-Μ. (ενάγουσα) και Ε. και μετά το θάνατο και της συζύγου του, το μερίδιο αυτής το έτος 1982, περιήλθε στα προαναφερόμενα κοινά τέκνα τους.

Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων του πατέρα τους στη συννομή των οποίων υπεισήλθαν, ανεξαρτήτως του χρόνου της αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομιάς, είναι και το πιο πάνω ακίνητο, που είναι το επίδικο, δηλαδή ένας χέρσος αγρός στη θέση "Βίγλα" της κτηματικής περιφέρειας Βαρείας του Δήμου Μυτιλήνης Νομού Λέσβου, εκτός ορίου οικισμού και εκτός σχεδίου ζώνης ο οποίος έχει έκταση 2.589,32 τ.μ.

σύμφωνα με το υπ' αριθμόν .../2003 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Γεωργίου Μάρκου ή 2.627,32 τ.μ. σύμφωνα με την υπ' αριθμόν .../2005 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Χαριτούλας Σταυρίδου-Κοκκίνη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, και συνορεύει ανατολικά με την παλαιά εθνική οδό Μυτιλήνης-αεροδρομίου, βόρεια με τη δημοτική οδό (τσιμεντόδρομο) Μ.

Κ., δυτικά με την οδό Χ. Β. και νότια με την ιδιοκτησία Ε. Μ., απέχει 50 μέτρα από τη θάλασσα και η αξία του είναι περίπου 100.000 ευρώ. Η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη ως συννομέας, όπως προαναφέρθηκε του κληρονομιαίου ακινήτου ασκούσε τη νομή σε ολόκληρο το πιο πάνω ακίνητο, από το έτος 1982 και για λογαριασμό της αδελφής της και ως προς την υπόλοιπη κληρονομιαία περιουσία τους, μέσω του τότε δικηγόρου Μυτιλήνης Αντωνίου Καμπουρόπουλου, δεδομένου ότι η ίδια κατοικούσε στο ...

και η αδελφή της στο ... . Ο τελευταίος, ως διαχειριστής της περιουσίας τους στην Ελλάδα, ασκούσε τη νομή αυτών για λογαριασμό τους και ως αντιπρόσωπος τούτων, μέχρι και το θάνατό του, το έτος 1993 (βλ. και το υπ' αριθμόν .../13-6-1985 πληρεξούσιο και προς αυτόν του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ευαγγέλου Παπαδόπουλου).

Ανεξαρτήτως, όμως του ότι στα πιο πάνω έγγραφα, φέρονται ως εντολείς και αντιπροσωπούμενες, τόσο η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη, όσο και η συγκληρονόμος αδελφή της Ε., είναι αληθής ο ισχυρισμός της πρώτης ότι η τελευταία στην ουσία από το έτος 1982, της είχε παραδώσει τη συννομή των ακινήτων της στην Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύεται τόσο από το ότι μόνο η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη προέβη στη σύνταξη των υπ' αριθμ. .../18-11-1985 και .../18-11-1985 πράξεων αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο ..., που όμως δεν μεταγράφηκαν σε συνδυασμό με την από 1-8-2004 βεβαίωση της αδελφής της και συγκληρονόμου Ε.

Μ.-Λ. (Μ.) Μ., ενώπιον του συμβολαιογράφου και δικηγόρου Chichester, Δυτικού Σάσσεξ Αγγλίας Άντριου Αλεξάντερ Κρόφορντ, σύμφωνα με την οποία παραιτείται από κάθε κληρονομιά του πατέρα της και ανεξαρτήτως των αντιφατικών διαδικαστικών ενεργειών της πρώτης, συνισταμένων στην άσκηση αιτήσεων και αγωγών εναντίον της (συγκληρονόμου-αδελφής της) και στη συνέχεια σε παραίτηση απ' αυτά, που δεν αφορούν παρά τις μεταξύ τους σχέσεις κα! όχι αυτές της κυριότητος έναντι των τρίτων του επιδίκου ακινήτου.

Ο πιο πάνω αντιπρόσωπός τους το έτος 1991, προσέλαβε εργάτες και τοποθέτησε στο επίδικο περίφραξη για λογαριασμό της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης, αποτελούμενης από σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα κατά μήκος της ανατολικής και της βόρειας πλευράς αυτού, όπως ο μάρτυρας Ε. Κ. κατέθεσε στο ακροατήριο, ο οποίος και είχε προσωπική αντίληψη του χώρου, δεδομένου ότι κατά καιρούς τοποθετούσε σ' αυτό εμπορεύματα (τελάρα με φρούτα), που εμπορευόταν τότε με την άδεια του Αντωνίου Καμπουρόπουλου και το πραγματικό αυτό γεγονός, δεν εξαρτάτο από το αν επιτρεπόταν ή όχι η εν μέρει περίφραξη του ακινήτου αυτού από τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις.

Μετά τον θάνατο του πιο πάνω αντιπροσώπου τους, τη διαχείριση ανέλαβε ο γυιός του, επίσης δικηγόρος Μυτιλήνης Ι. Κ., ο οποίος το επόπτευε, επέτρεπε τη στάθμευση αυτοκινήτων της οικογένειας του πιο πάνω μάρτυρα, που κατοικούσε σε όμορο οικόπεδο από το έτος 1974 και τη βόσκηση των προβάτων σ' αυτό του Χ. Ζ. του Ν., ο οποίος μίσθωνε και άλλα ακίνητα συγκυριότητας της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης.

Ο αγρός αυτός δεν ήταν ποτέ καλλιεργήσιμος και δεν υπήρχαν εντός αυτού ελαιόδενδρα ή άλλα φυτά, παρά μόνον χόρτα. Οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι-εκκαλούντες είναι συγκύριοι γειτονικών με το επίδικο ιδιοκτησιών, και ειδικότερα ο τέσσερεις πρώτοι απ' αυτούς, μέλη της ίδιας οικογένειας (οι τρεις πρώτοι τέκνα του τετάρτου Γ.

Σ.), ο οποίος αγόρασε το ακίνητο του στην περιοχή το έτος 1971 από τον Ε. Γ., στον οποίο μέρος είχε περιέλθει και από τον Ι. Β. και συνορευόμενο και με ιδιοκτησίας αδελφών Χ. (βλ. υπ' αριθμόν .../1971 πωλητήριο ακίνητου του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ιωάννου Παν. Τζανέτου) και οι τέσσερεις τελευταίοι, είναι ομοίως μέλη της ίδιας ομογένειας (η έκτη είναι σύζυγος και οι έβδομος και όγδοη τέκνα του Γ.

Κ.), ο οποίος αγόρασε το ακίνητο του στην περιοχή τα έτη 1959 και 1984 από τον Δήμο Μυτιλήνης και τον Π. Α. με απώτερη δικαιοπάροχο όλων την Χριστίνα θυγ. Μιλτ. Βότση (βλ. το υπ' αριθμ. .../1984 πωλητήριο οικοπέδου του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης, Αριστείδου Σαβ. Σαμαρίδου). Εξάλλου από την άνοιξη του έτους 2003, ο παραπάνω μάρτυρας Ε.

Κ., άφηνε το άλογο του μέσα στο ακίνητο, έχοντος σχετική άδεια από τον Ι. Κ., χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν από τους εναγομένους και ήδη εκκαλούντες-εφεσιβλήτους. Δυνάμει δε του υπ' αριθμ. .../22-6-2003 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Αντωνίου Βάρκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι πέμπτος και έκτη των εναγομένων-εκκαλούντων-εφεσιβλήτων προέβησαν σε γονική παροχή στα τέκνα τους έβδομο και όγδοη απ' αυτούς, της ψιλής κυριότητας του επιδίκου, παρακρατώντας για τους εαυτούς τους την επικαρπία.

Επίσης, ο τέταρτος των εναγομένων-εφεσιβλήτων, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...7/2-6-2003 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Γεωργίου Μάρκου, προέβη σε γονική παροχή της ψιλής κυριότητας του ακινήτου αυτού στα τέκνα του, πρώτο, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων-εφεσιβλήτων, παρακρατώντας ο ίδιος την επικαρπία εφ' όρου ζωής.

Στο συμβόλαιο αυτό ιστορείται ότι ο παρέχων (τέταρτος των εναγομένων-εφεσίβλητων) απέκτησε τη νομή του ακινήτου το έτος 1975, χωρίς να γίνεται αναφορά σε άτυπη πώληση του έτους αυτού, του σχετικού ισχυρισμού του κρινόμενου ως αβασίμου. Συνακόλουθα η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη είχε στην κυριότητα της το ακίνητο αυτό, όταν τον μήνα Ιούλιο του έτους 2003, οι τέσσερεις τελευταίοι εναγόμενοι - εκκαλούντες - εφεσίβλητοι τοποθέτησαν για πρώτη φορά οικοδομικά υλικά μέσα σ' αυτό και με τον τρόπο αυτό διατάραξαν την έως τότε ανενόχλητη άσκηση του δικαιώματος κυριότητας αυτής.

Εκτός όμως απ' αυτούς, και οι τέσσερεις πρώτοι εναγόμενοι εφεσίβλητοι, άρχισαν από το καλοκαίρι του 2003 να σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους εντός του πιο πάνω ακινήτου και να διέρχονται απ' αυτό χωρίς τη θέλησή της, με σκοπό να αποκτήσουν ίδιες αξιώσεις σ' αυτό. Το ψευδές των ισχυρισμών και των καταθέσεων των μαρτύρων των εναγομένων-εφεσιβλήτων-εκκαλούντων αποδεικνύεται με πληρότητα πέραν των ήδη αναφερθέντων από το γεγονός ότι αυτοί μέχρι το έτος 2003, που άρχισαν την διεξαγωγή δικών ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου είχαν μεταξύ τους οικογενειακές φιλικές σχέσεις ως γείτονες, γνώριζαν ο ένας τις ενέργειες του άλλου αν υπήρχαν σ' αυτό και διεκδικούντες την κυριότητά του οι τέσσερεις πρώτοι από το έτος 1975 και οι υπόλοιπο από το έτος 1960 (κατά τους ισχυρισμούς τους), πολύ ενωρίτερα χρονικά θα είχε στραφεί ο ένας εναντίον του άλλου και δεν θα συνέπιπτε χρονικά ακόμη και η σύνταξη των συμβολαίων της κάθε μιας γονικής παροχής, λόγους για τους οποίους κρίνονται οι ενστάσεις κυριότητας καθενός αβάσιμες στην ουσία τους".

Ακολούθως το Εφετείο, απορρίπτοντας τις εφέσεις των εναγομένων, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη αναγνωρίστηκε κυρία του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε τους εναγομένους να άρουν κάθε διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας απαγορεύοντας στους εναγομένους κάθε μελλοντική διατάραξη της κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της κτήσης της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από την ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία και την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων καθώς και την άσκηση πράξεων νομής από την ενάγουσα-αναιρεσίβλητη με αντιπρόσωπο περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και επομένως οι πρώτος, μέρος πρώτο και δεύτερος, μέρος πρώτο λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ απαράδεκτη είναι η αιτίαση που περιέχεται στον δεύτερο, μέρος πρώτο λόγο αναίρεσης που αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων.

Επειδή, ο πρώτος, μέρος δεύτερο και ο δεύτερος, μέρος δεύτερο λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμ.8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας, που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο, πέραν της αντιφατικότητας του με τον από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

ως άνω λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού τον ισχυρισμό αυτόν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Τέλος ο δεύτερος, μέρος τρίτο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε τους αποδεδειγμένους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων που πρόβαλαν με την έφεση τους ότι αυτοί ενέγραψαν στο κτηματολόγιο ως ιδιοκτησία τους το επίδικο ακίνητο και το δήλωσαν στη φορολογική τους δήλωση, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της έφεσης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση τα αντίστοιχα έγγραφα από τα οποία αποδεικνυόταν ο ως άνω ισχυρισμός τους, ο οποίος άλλωστε δεν ήταν ουσιώδης, δεδομένου ότι η εγγραφή του επιδίκου ακινήτου στο κτηματολόγιο και η δήλωση του στη φορολογική δήλωση των αναιρεσειόντων δε συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις νομής και από μόνες τους δε μπορούν να προσπορίσουν κυριότητα στους αναιρεσείοντες με έκτακτη χρησικτησία, για την οποία απαιτείται συνεχής νομή επί εικοσαετία.

Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούντα από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δίκαιου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ειδικότερα ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι: "Το ψευδές των ισχυρισμών και των καταθέσεων των μαρτύρων των εναγομένων - εφεσίβλητων - εκκαλούντων αποδεικνύεται με πληρότητα πέραν των ήδη αναφερθέντων από το γεγονός ότι αυτοί μέχρι το έτος 2003, που άρχισαν τη διεξαγωγή των δικών ως προς την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου είχαν μεταξύ τους οικογενειακές φιλικές σχέσεις ως γείτονες, γνώριζαν ο ένας τις ενέργειες του άλλου αν υπήρχαν σ' αυτό και διεκδικούντες την κυριότητα του οι τέσσερις πρώτοι από το έτος 1975 και οι υπόλοιποι από το έτος 1960 (κατά τους ισχυρισμούς τους), πολύ ενωρίτερα χρονικά θα είχε στραφεί ο ένας εναντίον του άλλου και δεν θα συνέπιπτε χρονικά ακόμη και η σύνταξη των συμβολαίων της κάθε μιας γονικής παροχής, λόγους για τους οποίους κρίνονται οι ενστάσεις κυριότητας καθενός αβάσιμες στην ουσία", εξέφερε κρίση ανεπαρκή και αντιβαίνουσα στα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τα αναφερόμενα στον εξεταζόμενο λόγο ως διδάγματα κοινής πείρας δεν έχουν το χαρακτήρα αυτόν η ως άνω αιτιολογία του Εφετείου αποτελούσα επιχείρημα του δικαστηρίου της ουσίας δεν ιδρύει την από τον αριθ. 1 παρ. 2 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Π.Κ. κατά την οποία απάτη διαπράττει "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων από την οποία ως παραγωγός αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας που να τελεί σε αιτιώδη συνάμα με τις παραπλάνησες ενέργειες η παραλείψεις.

Χωρίς την επέλευση της βλάβης της ξένης περιουσίας δεν υφίσταται απάτη, ενώ σε περίπτωση επελεύσεως της βλάβης είναι αδιάφορο αν επιτεύχθηκε το παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο επιδιώχθηκε, το πρόσωπο δε που παραπλανήθηκε δεν απαιτείται να είναι το ίδιο με εκείνο που υφίσταται τη βλάβη, αρκεί ο απατώμενος να μπορεί από τα πράγματα ή από το νόμο να ενεργήσει την επιζήμια για το βλαπτόμενο πράξη ή παράλειψη.

Τέτοιο πρόσωπο είναι και ο συμβολαιογράφος που ύστερα από ψευδείς παραστάσεις πείθεται να προβεί στην κατάρτιση συμβολαίου γονικής παροχής από εκείνον που δεν έχει δικαίωμα διαθέσεως και δεν είναι κύριος του ακινήτου, με συνέπεια να επέρχεται περιουσιακή βλάβη του κυρίου είτε με μείωση της αξίας της περιουσίας του από την αμφισβήτηση της κυριότητας του επί του ακινήτου, είτε με την εμπλοκή του σε δικαστικό αγώνα για τον οποίο θα απαιτηθεί δαπάνη από μέρους του.

Εξάλλου ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε και τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι-εκκαλούντες γνώριζαν, όταν προέβαιναν στη σύνταξη των πιο πάνω συμβολαίων γονικής παροχής την κυριότητα της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης στο επίδικο και σκοπός τους ήταν να επωφεληθούν από την αξία του ακινήτου, που λόγω του αναπτυσσόμενου χαρακτήρα της περιοχής που βρίσκεται, βαίνει αυξανόμενη.

Οι συμπεριφορές αυτές των εναγομένων - εφεσιβλήτων - εκκαλούντων πληρούν τη νομοτυπική μορφή της αξιόποινης πράξης της απάτης. Από την αδικοπραξία αυτή ζημιώθηκε η ενάγουσα-εκκαλούσα-εφεσίβλητη αφού με τις ενέργειες αυτές των εναγομένων-εκκαλούντων-εφεσίβλητων, μειώθηκε η περιουσία της δεδομένου ότι αναγκάστηκε να εμπλακεί σε δικαστικό αγώνα για να άρει την αμφισβήτηση της κυριότητας του ακινήτου της, υπέστη δε και ηθική βλάβη, το ύψος της οποίας ανέρχεται, λαμβανομένων υπόψη του βαθμού πταίσματος, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής στο ποσό των 12.000 Ευρώ".

Ακολούθως το Εφετείο δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης, έκανε εν μέρει δεκτή την σωρευομένη ένδικη αγωγή αποζημιώσεως και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 12.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της από τις παραπάνω αδικοπραξίες (απάτες) υποχρεώνοντας όμως τους εναγομένους στην καταβολή του ποσού αυτού ανά ομάδες και εις ολόκληρον κάθε μία από τις δύο ομάδες.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της παράνομης πράξης και της ζημίας της ενάγουσας δεν παραβίασε ευθέως το άρθρο 386 Π.Κ. το οποίο ορθά εφάρμοσε και επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος, μέρος πρώτο λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος, μέρος δεύτερο με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το ποσό που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση στην αναιρεσίβλητη είναι δυσανάλογο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο πραγματικών γεγονότων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την σωρευομένη αγωγή αποζημιώσεως, επιδικάζοντας το ποσό των 12.000 ευρώ στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίησή της από τις ένδικες δύο απάτες και υποχρεώνοντας όλους τους εναγομένους εις ολόκληρον στην καταβολή του ποσού, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν στην ενάγουσα ο καθένας εις ολόκληρον το ποσό των 12.000 ευρώ ανά ομάδα, δηλ. τον καθένα από τους πρώτο έως και τέταρτο των εναγομένων και τον καθένα από τους πέμπτο έως και ογδόη αυτών. Από την αγωγή όμως, το περιεχόμενο της οποίας ο Άρειος Πάγος παραδεκτά επισκοπεί (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν το ποσό των 80.000 ευρώ (το οποίο περιόρισε με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο ποσό των 40.000 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης ευθυνόμενη σε ολόκληρο. Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο συγκεκριμενοποιώντας την ευθύνη κάθε ομάδας των εναγομένων, επιδικάζοντας ανά ομάδα εναγομένων το ως άνω ποσό των 12.000 ευρώ, δεν επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και έτσι δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως ο σχετικός πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθ. 91 και 92 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ανακοίνωση δίκης δεν αποτελεί μορφή αιτήσεως παροχής ένδικης προστασίας και δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφανθεί επ' αυτής, ούτε του προς ον η ανακοίνωση να απαντήσει στην ιστορική βάση αυτής. Στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ του ανακινούντος και του προς ον η ανακοίνωση θα ερευνηθεί αν αυτή ήταν έγκυρη και προκάλεσε την έκπτωση του προς ον η ανακοίνωση από την δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα της τριτανακοπής. Επομένως οι έκτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως προς την απόρριψη από το Εφετείο λόγων της έφεσης των αναιρεσειόντων που αναφέρονται στην ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη ανακοίνωση δίκης εναντίον της Ε.-Μ.-Λ. Χ. ή Χ. είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής κλπ. ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης όπως εκτιμάται αποδίδεται στην προσβαλλόμενη, απόφαση, η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που πρόβαλαν με την έφεση τους προς αντίκρουση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι νομή ασκούσε στο επίδικο ακίνητο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Καμπουρόπουλου, αφού το πληρεξούσιο το οποίο προσκόμισε η αντίδικος δεν ήταν νόμιμο και είναι γενικό και αναφέρεται σε άλλα ακίνητα που είχε αυτής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια. Αφού απορρίπτεται η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει οι ηττηθέντες αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-11-2010 αίτηση του Ε. Σ. κλπ. για αναίρεση της 177/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλήνης).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ