Supreme Court dismisses appeal claiming joinder of tort and unjust enrichment claims violates admissibility rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, rejecting the claim that joining a tort claim with an unjust enrichment claim violated procedural admissibility. The court found the two claims arose from distinct periods of wrongful conduct (1990-1995 versus 1985-1989) and different legal bases, meaning they were not improperly consolidated. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 247, 251, 298, 914, 937 of the Civil Code; Articles 904, 909, 911 of the Civil Code: When a tort claim is time-barred but the tortfeasor retains a benefit, a separate unjust enrichment claim may be filed, and the joinder of such distinct claims does not constitute a procedural defect.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1730 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1730/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Πέτρες Αλφάς Ρ και Π Ανώνυμη Βιοτεχνική Εμπορική Εταιρεία" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μπριντάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως με την επωνυμία Δήμος Γεροποτάμου που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της εδρεύουσας στην Αλφά πρώην "Κοινότητας Αλφάς Μυλοποτάμου", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκι.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/1999 μη οριστική, 93/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-4-2008 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 150/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών- αναιρεσίβλητος με την από 22-3-2010 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 8-12-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ. συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ.Α.Π.24/2003).
Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου δεν έλαβε χώρα άπαξ αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον.
Στην περίπτωση αυτή η ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό της ζημίας κατάσταση δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσης και ολοκληρωθείσης πράξεως του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση αλλά της διατηρήσεως και μη άρσεως της ζημιογόνου αυτής καταστάσεως, γεννάται δε όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή και όχι άπαξ με την τέλεση της πράξεως με την οποία η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε.
Επομένως η κατά το άρθρο 937 Α.Κ. πενταετής ως άνω παραγραφή της αξιώσεως του ζημιωθέντος προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από τη διατήρηση της καταστάσεως αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από το χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία σε άλλον (Α.Π.832/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ότι στερείται νόμιμης βάσεως, αφού περιέχει ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι με την απόρριψη της παραδεκτά προβληθείσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφερθείσης με λόγο εφέσεως ενστάσεώς της ότι οι κατ' αυτής αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου για αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας των ετών 1990, 1991, 1992, 1993 και 1994 είχαν υποπέσει σε παραγραφή, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937, 914, 247, 251 και 298 Α.Κ., επί πλέον δε στερείται νόμιμης βάσεως αφού περιέχει ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το εφετείο, σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η ενάγουσα κοινότητα, την οποία υποκατέστησε ο Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "Δήμος Γεροποτάμου" ως διάδοχός της, είναι αποκλειστική κυρία ενός ακινήτου (αγριάδας), που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος..., στη θέση ...
εκτάσεως 9.248 τ.μ... Σε όλη την έκταση του ως άνω ακινήτου της ενάγουσας το υπέδαφός του αποτελείται από πέτρωμα-πωρόλιθο, κατάλληλο για διακοσμήσεις, επενδύσεις εξωτερικών χώρων και δαπεδοστρώσεις (γνωστή ως πέτρα Αλφάς).... Από το έτος 1982 ο Ρ, μέτοχος της εναγομένης εταιρείας και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής και ο Δ, ιδιοκτήτες παρακείμενων ακινήτων, άρχισαν να επεμβαίνουν στο ως άνω ακίνητο, εξορύσσοντας πέτρα από το υπέδαφός του.
Κατόπιν αυτών, η ενάγουσα, άσκησε εναντίον τους την από 4-10-1982 αίτηση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυλοποτάμου επί της οποίας συντάχθηκε το με αριθμ.7/4-2-1983 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης, όπου οι ανωτέρω ιδιώτες δήλωσαν ότι δεν διεκδικούν κανένα δικαίωμα επί του ακινήτου της και δεν θα προβούν στο μέλλον σε οποιαδήποτε διαταρακτική της νομής της πράξη επ' αυτού.
Ενώ όμως ο Δ συμμορφώθηκε με το ως άνω πρακτικό συμβιβασμού, ο Ρ συνέχισε τις επεμβάσεις επί του εν λόγω ακινήτου και στη συνέχεια από το έτος 1985, η εναγομένη εταιρεία, ως νέα κυρία του προαναφερθέντος προς δυσμάς ομόρου ακινήτου, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, κατέλαβε δια των οργάνων της τμήμα του ως άνω περιγραφομένου ακινήτου, προβαίνοντας στην εξόρυξη της πέτρας Αλφάς που υπάρχει σ' αυτό." Στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού περιγράφεται το καταληφθέν τμήμα του ακινήτου της αρχικά ενάγουσας, γίνονται δεκτά τα εξής: "Το έτος 1992 και ενώ συνεχιζόταν η κατάληψη του ως άνω ακινήτου και οι παράνομες επεμβάσεις της εναγομένης επ' αυτού, η ενάγουσα άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της εναγομένης και του νομίμου εκπροσώπου της Ρ, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ.2/1992 απόφαση του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Ρεθύμνης.
Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε ανακοπή κατά της απόφασης αυτής, κατά τη συζήτηση της οποίας (ανακοπής), επιτεύχθηκε συμβιβασμός των διαδίκων και συντάχθηκε το με αριθμ.2/23-3-1993 πρακτικό συμβιβασμού ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών, όπου οι καθ' ων η ανακοπή, εναγομένη και νόμιμος εκπρόσωπός της, δήλωσαν ότι δεν θα προβαίνουν σε εξόρυξη πέτρας από το επίδικο μέχρι την οριστική επίλυση της διαφοράς.
Αν και η εναγομένη συμμορφώθηκε προς το ως άνω πρακτικό ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών, και έπαυσε την εξόρυξη της πέτρας από το ακίνητο, ωστόσο δεν απέδωσε το τελευταίο στην ενάγουσα αλλά συνέχισε την κατάληψη αυτού μέχρι και την άσκηση της αγωγής το έτος 1995. Κατόπιν ασκηθείσας διεκδικητικής αγωγής της ενάγουσας κατά της εναγομένης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ.45/404/ΠΤ/41/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης....
που κατέστη τελεσίδικη με την με αριθμ.845/1997 απόφαση του Εφετείου Κρήτης και αμετάκλητη με την με αριθμ.1139/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναγνωρίστηκε δικαστικά η αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας επί του άνω ακινήτου". Στη συνέχεια το εφετείο, αφού προσδιόρισε τη ζημία (διαφυγόν κέρδος) της αρχικά ενάγουσας από την ανωτέρω αδικοπραξία της εναγομένης (παράνομη κατάληψη και εκμετάλλευση του περιγραφέντος τμήματος του μείζονος ακινήτου της κατά τα έτη 1990, 1991, 1992, 1993, 1994 και 1995) στα αναλυτικά αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά και συνολικά στο ποσό των 72.000.000 δραχμών, δέχθηκε περαιτέρω, ως προς την ένσταση παραγραφής των ανωτέρω αξιώσεων, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση η απαίτηση της ενάγουσας, η οποία έχει βάση συνεχιζόμενη αδικοπραξία, δεν μπορεί να θεωρηθεί γεννηθείσα από της καταλήψεως του ακινήτου για ολόκληρο τον εφεξής χρόνο, ο οποίος και δεν μπορεί να υπολογισθεί εκ των προτέρων, αλλά αναγεννάται εξακολουθητικώς εφόσον συνεχίζεται η παράνομη και αυθαίρετη κατάληψη του ακινήτου και εξόρυξη του πετρώματός του, η δε παραγραφή αρχίζει από της τελευταίας ημέρας.
Συνεπώς η εκ του άρθρου 937 Α.Κ. καθοριζόμενη πενταετής παραγραφή δεν αρχίζει ως προς όλη τη ζημία από τότε που επήλθαν οι πρώτες επιζήμιες συνέπειες αλλά ως προς τις ζημίες που πραγματοποιήθηκαν μεταγενεστέρως αρχίζει χωριστή παραγραφή με αφετηρία όχι προγενέστερη του χρόνου επέλευσής τους. Επομένως ο ισχυρισμός του εκκαλούντος-εναγομένου ότι η αξίωση της ενάγουσας που αναφέρεται στα έτη 1990 ως 1995 έχει υποκύψει στην παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ. καθόσον από τον επικαλούμενο με την αγωγή χρόνο ενάρξεως της αδικοπραξίας (1985) μέχρι την έγερση της αγωγής (1995) έχει παρέλθει πενταετία, είναι αβάσιμος". Με τις πιο πάνω παραδοχές του το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 298 και 914 Α.Κ. σαφώς προκύπτει ότι αξίωση για αποζημίωση κατά του υπαιτίου έχει όποιος υπέστη αμέσως οποιαδήποτε ζημία από την τέλεση της αδικοπραξίας. Άμεση ζημία υφίσταται ο φορέας του εννόμου αγαθού που προστατεύεται με τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. (Α.Π.1246/2003), τέτοιο δε προστατευόμενο έννομο αγαθό μπορεί να είναι η κυριότητα αλλά και η νομή και η προστατευόμενη κατοχή (.... Α.Κ. άρθρο 914 αριθ.36, 38).
Συνεπώς στην περίπτωση της βλάβης πράγματος αμέσως ζημιωθείς μπορεί να είναι ο κύριος αλλά και ο νομέας ή κάτοχος αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας ως αόριστη για το λόγο (που παραδεκτά προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως) ότι δεν αναφερόταν σ' αυτήν ο νόμιμος τίτλος με βάση τον οποίο η αρχικά εναγουσα, της οποίας καθολικός διάδοχος είναι ο ήδη αναιρεσίβλητος, κατέστη κυρία του ακινήτου, για του οποίου την παράνομη κατάληψη και εκμετάλλευση ζητείται αποζημίωση.
Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της από 20-10-1995 αγωγής της αρχικά ενάγουσας κοινότητας επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι σ' αυτήν η αρχικά ενάγουσα εξέθεσε ότι το επίδικο ακίνητο από αμνημονεύτων ετών, από το χρόνο ακόμα που η Κρήτη βρισκόταν υπό την τουρκική κατοχή, είχε αφεθεί στην κοινή χρήση των κατοίκων της περιφερείας της για να βόσκουν τα οικόσιτα ζώα τους, να συλλέγουν ξύλα ή χόρτα ή ακόμα και να εξορύσσουν πέτρα από το υπέδαφός του για την κατασκευή των κατοικιών τους, κατά τα άρθρα 97, 98, 99, 100, 101 και 102 του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), περιήλθε δε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της δυνάμει των διατάξεων του ν.2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών" και ως κοινοτικό κτήμα χρησιμοποιούσαν αυτό από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού μέχρι την άσκηση της αγωγής όλοι οι κάτοικοι της περιφέρειάς της, βόσκοντας τα οικόσιτα ζώα τους, συλλέγοντας ξύλα ή χόρτα και ακόμα εξορύσσοντας πέτρα για την κατασκευή των κατοικιών τους, πάντοτε εν γνώσει της, επί πλέον δε δια των οργάνων της και δια των οργάνων της Νομαρχίας Ρεθύμνης και ειδικότερα δια της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων Νομαρχίας Ρεθύμνης επέβλεπε και τοπογραφούσε αυτό και το προστάτευε από κάθε επιβουλή τρίτου και γενικά ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής, με αποτέλεσμα να καταστεί κυρία, νομέας και κάτοχος αυτού δυνάμει των προαναφερθεισών διατάξεων.
Συνεπώς, εφόσον η αρχικά ενάγουσα εξέθετε τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας αυτής επί του ανωτέρω ακινήτου, ο οποίος είναι νόμιμος (βλ. σχετ. Α.Π.1139/2002) αλλά και ότι ήταν νομέας και κάτοχος αυτού, η αγωγή της ήταν νόμιμη και επαρκώς ορισμένη και συνακόλουθα ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το άρθρο 20 ν.669/1977, το οποίο έχει εφαρμογή επί εκμισθώσεως του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως μαρμάρων, ορίζεται το μεν ανώτατο όριο ετησίου παγίου θεμιτού μισθώματος στα αναλυτικά αναφερόμενα σ' αυτό ποσά, το δε ανώτατο όριο αναλογικού θεμιτού μισθώματος σε ποσοστό 8% επί της τιμής πωλήσεως των εξορυσσομένων εκ του μισθίου λατομείου ογκομαρμάρων και σε ποσοστό 10% επί της τιμής πωλήσεως επί των ακατεργάστων υποπροϊόντων και των πάσης φύσεως απορριμμάτων, καθώς και ότι κάθε συμφωνία για την καταβολή μισθώματος ανωτέρου των ως άνω ποσοστών είναι άκυρη, κατά το μέρος που υπερβαίνει αυτά.
Εξάλλου με το άρθρο 24 του ίδιου πιο πάνω νόμου ορίζεται ότι η εκμίσθωση δημοτικών ή κοινοτικών λατομείων μαρμάρων γίνεται με δημοπρασία, μεταξύ των όρων διακηρύξεως της οποίας πρέπει, κατόπιν αποφάσεως του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, να ορίζεται το πάγιο μίσθωμα, καθώς και το ελάχιστο αναλογικό τοιούτο, το οποίο και μόνο αποτελεί το σημείο εκκινήσεως της δημοπρασίας.
Η τελευταία αυτή διάταξη ως ειδική, δηλαδή αφορώσα τις εκμισθώσεις δημοτικών και κοινοτικών λατομείων, κατισχύει της προαναφερθείσης διατάξεως του άρθρου 20, η οποία αφορά τις εκμισθώσεις λατομείων γενικώς. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.14 (το ορθό 1) Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι προσδιορίζοντας τη ζημία (διαφυγόν κέρδος) της αρχικά ενάγουσας στο ποσό του μισθώματος που θα εισέπραττε από την εκμίσθωση του ακινήτου της, υπολογιζομένου σε ποσοστό 40% επί της τιμής πωλήσεως του εξορυχθέντος πετρώματος, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 20 ν.669/ 1977, με την οποία ορίζεται το ανώτατο όριο θεμιτού μισθώματος σε ποσοστό 8% επί της ανωτέρω τιμής.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν κρίθηκε ότι λόγω της ιδιότητας του ακινήτου της αρχικά ενάγουσας από το οποίο έγινε εξόρυξη πέτρας ως κοινοτικού, δεν εφαρμόζεται η ανωτέρω γενική διάταξη του άρθρου 20 ν.669/1977 αλλά η ειδική του άρθρου 24 του ίδιου νόμου, με την οποία δεν προβλέπεται ανώτατο όριο μισθώματος αλλά αντίθετα προβλέπεται η εκμίσθωση των δημοτικών και κοινοτικών ακινήτων με δημοπρασία.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 24 ν.669/1977 και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά μεν το άρθρο 904 παρ.1 εδ.α Α.Κ. "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", κατά δε το άρθρο 938 Α.Κ. "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.
Α.Κ. και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια, από τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., κατά την οποία υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας εφόσον είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο επιδόσεως της αγωγής, διότι απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται ούτε στο σκοπό του νομοθέτη ανταποκρίνεται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αριθ.2 Α.Κ με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 παρ.1 εδ.β Α.Κ., (που εφαρμόζεται στην περίπτωση αποδόσεως ωφελείας που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία), η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, διότι η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια.
Εκ τούτων παρέπεται ότι για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθρο 937 Α.Κ.) και να συντρέχουν και οι προϋποθέσεις ως άνω εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού (Α.Π.547/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 599 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη για το λόγο (που παραδεκτά προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως) ότι απαραδέκτως σωρεύτηκαν στο ίδιο δικόγραφο αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία και αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στηριζόμενες στα ίδια πραγματικά περιστατικά.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η μεν σωρευόμενη αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία αφορά αδικοπραξίες της αναιρεσείουσας που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά τα έτη 1990-1995, η δε σωρευόμενη αγωγή αδικαιολογήτου πλουτισμού αφορά πλουτισμό της αναιρεσείουσας που προήλθε από την παραγραφή των κατ' αυτής αξιώσεων της αρχικά ενάγουσας της οποίας ήδη καθολικός διάδοχος είναι ο αναιρεσίβλητος από αδικοπραξίες που φέρονται ότι τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1985-1989.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-4-2008 αίτηση για αναίρεση της 145/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ