Supreme Court dismisses appeal on insurance investment dispute, upholding lower court's finding of insurer's liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment in a dispute involving an investment contract. The insurer argued that the lower court erred in finding it liable for unauthorized investment changes made by its agent, claiming the agent acted without proper authority. However, the court found the insurer had provided office support and exercised loose supervision, establishing a duty of care that was breached when the agent deviated from agreed investment terms without the client's consent. Consequently, the court upheld the lower court's decision that the insurer was liable for the resulting financial uncertainty and loss of guaranteed returns.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 8, 14, 19 of the Code of Civil Procedure; The insurer's provision of office support and exercise of supervision over its agent creates a duty of care, making the insurer liable for damages resulting from the agent's unauthorized deviation from agreed investment terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1730 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1730/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία INTERAMERIKAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕτΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Σταμούλη .
Του αναιρεσιβλήτου: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρακώστα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3989/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8576/2005 του Εφετείου Αθηνών. ην αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 13-3-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής, εκείνη δηλαδή που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚπολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από τους αριθμούς 8 και 14 του ιδίου άρθρου.
Σε κάθε όμως περίπτωση για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης πρέπει ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός να προτείνεται, κατά τρόπο σαφή, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του. Στην προκειμένη περίπτωση με τους υπ' αριθμ. 2.01, 2.02 και 2.03 λόγους κατά τα οικεία μέρη τους, η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβίασης από τους αριθμούς 1,8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει, κατ' εκτίμηση στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο έκρινε νόμω βάσιμη την αγωγή ως προς την γενομένη δεκτή κυρία βάση αυτής τη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 922, 914,297,298 και 932 ΑΚ (αδικοπραξία προστηθέντος), και παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, μολονότι στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρεται α)ότι αν ο ενάγων δεν είχε εξαπατηθεί από τον προστηθέντα δεν θα είχε καταβάλλει σ'αυτόν το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό χρημάτων, β) ότι ο ενάγων απώλεσε το ποσό των χρημάτων αυτών που κατέβαλε στον προστηθέντα από την ήδη αναιρεσείουσα.
Οι λόγοι αυτοί ,κατά τις άνω αιτιάσεις τους, πράγματι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό, για τους άνω λόγους, προέβαλε παραδεκτώς στο Εφετείο, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν καθορίζει το νόμιμο τρόπο προβολής του ισχυρισμού αυτού στο Εφετείο.
ΙΙ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δε και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις, αλυσιτελείς και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 12/2004) και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1446/03).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται αν τον φερόμενο ως παρά το νόμο μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, τον έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο ουσιαστικό ή τυπικό. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού αναίρεσης ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα κατά νόμο αυτόν πραγματικά περιστατικά, το νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη (ΑΠ 376/04), καθώς και ότι προέβαλε αυτόν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζει το νόμιμο τρόπο προβολής του.
Εξ άλλου επί αγωγής αποζημίωσης, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρ. 914 ΑΚ), ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ενάγοντος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (άρθρ. 300 ΑΚ), και γι' αυτό πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο.
Για να είναι ορισμένη η ένσταση αυτή συντρέχοντος πταίσματος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ, να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση, η οποία περιεχόμενο έχει την απόρριψη εν όλω ή εν μέρει της αγωγής, και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Στην προκειμένη περίπτωση με τους υπ' αριθμ. 2.07 και .7.00 λόγους η αναιρεσείουσα προσάπτει, κατ' επίκληση αντιστοίχως παραβιάσεων από τους αριθμούς 1 και 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τις πλημμέλειες, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως άλλως εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, διότι για τον καθορισμό της ζημίας του ενάγοντος δεν υπελόγισε το κέρδος του ενάγοντος από την πραγματοποιηθείσα επένδυση και ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην επέλευση της προκληθείσας σ' αυτόν ζημίας.
Ο πρώτος των άνω λόγων, πράγματι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ο ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι προέβαλε στο Εφετείο παραδεκτώς ισχυρισμό (ένσταση) περί συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας. Από την επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι αυτή προέβαλε επικουρικώς τον ισχυρισμό ότι "ο ενάγων είναι συνυπαίτιος στην επέλευση της ζημίας την οποία τυχόν υπέστη από την εν αγνοία και χωρίς ενημέρωση του αλλαγή της συμφωνηθείσας με τον προστηθέντα της εναγομένης επενδυτικής πολιτικής, διότι είχε δώσει σχεδόν εν λευκώ στον προστηθέτα την εντολή να προβαίνει σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες, περιλαμβανομένων και της αντ' αυτού υπογραφής διαφόρων εγγράφων χωρίς ουδέποτε να ενημερώσει την εταιρία μας και κυρίως χωρίς ποτέ να προσδιορίσει τα όρια της δοθείσης υπ' αυτού εξουσίας προς εκπροσώπηση".
Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης, υπό το άνω περιεχόμενο αποτελεί άρνηση της επί της αδικοπραξίας του προστηθέντος από αυτή ερειδομένης κυρίας βάσεως της αγωγής, προς θεμελίωση της οποίας ο ενάγων επικαλείται ότι ο εν λόγω προστηθείς τον διαβεβαίωσε ότι για τη συμμετοχή του στα επιλεγέντα ετησίας διάρκειας και σταθερής απόδοσης επενδυτικά προγράμματα της προστήσασας, μετά την καταβολή των χρημάτων από τον ενάγοντα επενδυτή, η σχετική διαδικασία θα διεκπεραιώνονταν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, με την έκδοση των σχετικών μικτού χαρακτήρα ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
Επομένως ο άνω 2ος λόγος (7ος του αναιρετηρίου) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Η αθέτηση της σύμβασης, καθεαυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση της συμβάσεως κλπ).
Πλην όμως, μερικές φορές είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθέτησης της συμβάσεως όσο και της αδικοπραξίας. Στην περίπτωση αυτήν το πραγματικό γεγονός υπόκειται σε πολλαπλή αξιολόγηση και αντιμετωπίζεται από διαφορετικές απόψεις. 'Όπως δε κρατεί στη νομολογία, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ.ΑΠ 967/73 ΑΠ 1190/07).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με βάση τη διάταξη αυτή, για την ύπαρξη της αδικοπραξίας και την υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος, εκτός από την επέλευση της ζημίας, απαιτείται: α) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ), β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και γ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Και η μεν προξενηθείσα από το δράστη ζημία είναι παράνομη όταν προσβάλλεται με τη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη) δικαίωμα του παθόντος προστατευόμενο από το νόμο, η δε υπαίτια παράλειψη του δράστη γεννά την προς αποζημίωση υποχρέωσή του, όταν αυτός ήταν υποχρεωμένος στην πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ειδικότερα όταν ο ίδιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο προς προστασία των τρίτων από την πρόκληση σε αυτούς οποιασδήποτε ζημίας πριν και μετά τη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης "προστηθείς", για την αδικοπραξία του οποίου ευθύνεται, κατά τους όρους της διάταξης αυτής, το πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του, είναι εκείνος που με τη βούληση του τελευταίου ως "προστήσαντος" απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αυτού κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του.
Από την ως άνω δε διάταξη του άρθρου αυτού (922 ΑΚ) προκύπτει, ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος, πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις εντολές και οδηγίες του προστήσαντος, ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, προς τις οποίες και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.
Τέλος, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 1569/1985, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 2170/1993, ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμηθείας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ή δια μέσου άλλων διαμεσολαβητών ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης, και επίσης παρέχει στον ασφαλισμένο κάθε αναγκαία συνδρομή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και ιδιαίτερα μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης.
Τους αντίστοιχους ορισμούς για τον παραγωγό ασφαλίσεων, μετονομασθέντα σε ασφαλιστικό σύμβουλο, περιλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του άνω νόμου (ως ισχύει τροποποιηθείσα με το άρθρο 36 παρ. 24 Ν. 2496/1997). Ειδικότερα, κατά την τελευταία αυτή διάταξη "Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων...
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη...", υποχρεούται δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 περ. β', δ' και θ' του Π.Δ. 298/86 "Δικαιώματα και υποχρεώσεις ασφαλιστικών πρακτόρων κλπ και Κώδικας δεοντολογίας" να προσφέρει καλύψεις σύμφωνα με το περιεχόμενο των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, να επεξηγεί τους όρους του συμβολαίου το οποίο προτείνει, με σκοπό τη σαφή πληροφόρηση του ασφαλισμένου για τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του και να μη μετέρχεται μεθόδους παραπλανητικών πράξεων όπως ιδίως η παραπλανητική παρουσίαση ασφαλιστηρίου συμβολαίου ως προς τις προϋποθέσεις, ωφελήματα και όρους.
Η νομική φύση της σχέσης του ασφαλιστικού πράκτορα ή συμβούλου με την ασφαλιστική εταιρεία και η δυνατότητα εκπροσωπήσεως ή όχι αυτής κατά την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, εντεύθεν δε η δέσμευση της ασφαλιστικής εταιρείας και η παράλληλη τυχόν ευθύνη αυτού έναντι τρίτων εκ των συμβάσεων αυτών δεν αποκλείουν, εξ ορισμού, τη σχέση προστήσεως με την ασφαλιστική εταιρεία, την ευθύνη αυτού εξ αδικοπραξίας για την επ' ευκαιρία της άνω δράσης του προξενηθείσα σε τρίτο ζημία, συνεπώς δε και την εις ολόκληρο ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρείας εάν in concreto αποδεικνύεται σχέση προστήσεως.
Τέλος οι έννοιες του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας, της υπαιτιότητας και πρόστησης είναι έννοιες νομικές, γι' αυτό και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή αυτών ελέγχεται αναιρετικά από τους λόγους του άρθρου 559 αρ.1 και 19, μόνο ως προς το εάν τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, γενικά και αφηρημένα λαμβανόμενα πληρούν τις νομικές αυτές έννοιες.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής:
Η πρώτη εναγομένη είναι ασφαλιστική ανώνυμη εταιρία, που εδρεύει στην Αθήνα, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος ήταν συνεργάτης αυτής, ασφαλιστικός σύμβουλος, στον οποίο η πρώτη για την εκτέλεση των καθηκόντων του είχε παραχωρήσει γραφείο με γραμματειακή υποστήριξη στα κεντρικά γραφεία της. Ο δεύτερος εναγόμενος είναι εξ αγχιστείας συγγενής του ενάγοντος και γνώριζε ότι ο τελευταίος έχει χρήματα και πραγματοποιεί επενδύσεις.
Έτσι, κατά μήνα Μάϊο του έτους 1999 προσέγγισε τον ενάγοντα και τον ενημέρωσε ότι συνεργάζεται με την πρώτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, η οποία θεωρείται ότι είναι μία από τις μεγαλύτερες και πιο φερέγγυες εταιρίες στο χώρο των ασφαλειών και των αμοιβαίων κεφαλαίων και του πρότεινε να δεχθεί τις συμβουλές του προκειμένου να επενδύσει τις οικονομίες του.
Κατά μήνα Οκτώβριο 1999 ο δεύτερος εναγόμενος επανήλθε με συγκεκριμένες προτάσεις για επενδύσεις προς τον ενάγοντα, τον οποίο έπεισε να δεχθεί τις επενδυτικές προτάσεις του. Ειδικότερα, εκτός από άλλες προτάσεις που έγιναν δεκτές για επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση, ο δεύτερος εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα να επενδύσει 10.000.000 δραχμές σε ένα νέο ασφαλιστικό - επενδυτικό πρόγραμμα με το όνομα "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΖΩΗΣ", το οποίο, όπως του ανέπτυξε, θα απέδιδε 10% ετησίως επί του κεφαλαίου και αν διπλασίαζε το κεφάλαιο κάθε χρόνο, θα μπορούσε στο μέλλον να το ρευστοποιήσει αποκομίζοντας απόδοση μέχρι και 100% επί του κεφαλαίου.
Ο ενάγων πείστηκε από τις διαβεβαιώσεις του εναγομένου για σταθερή ετήσια απόδοση και εμπιστευόμενος και τη φήμη της πρώτης εναγομένης στις 21-10-1999 κατέθεσε 10.000.000 δραχμές στο λογαριασμό του προγράμματος ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΖΩΗΣ με αριθμό ..... προκειμένου να καταρτισθούν τέσσερα ασφαλιστήρια συμβόλαια, όπως είχε συζητήσει με το δεύτερο εναγόμενο.
Ειδικότερα, ο ενάγων κατέθεσε α) 3.000.000, β) 3.000.000, γ) 2.000.000 και δ) 2.000.000 δραχμές, αφού είχε συνεννοηθεί με το δεύτερο εναγόμενο να καταρτίσει τέσσερα ασφαλιστήρια συμβόλαια ως αντισυμβαλλόμενος, από τα οποία τα δύο με δικαιούχο τον ίδιο, ένα με δικαιούχο τον πατέρα του και ένα με δικαιούχο τη μητέρα του. Ο ενάγων στη συνέχεια δεν ζήτησε να παραλάβει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια διότι ο δεύτερος εναγόμενος τον διαβεβαίωσε ότι όλη η διαδικασία θα διεκπεραιωνόταν μέσω της πρώτης εναγομένης.
Μετά την παρέλευση ενός έτους από την ανωτέρω συμφωνία του ενάγοντος με το δεύτερο εναγόμενο, και συγκεκριμένα κατά μήνα Νοέμβριο 2000 ο ενάγων αναζήτησε το δεύτερο εναγόμενο προκειμένου να εισπράξει την απόδοση του ποσοστού 10%, όπως του είχε υποσχεθεί. Ο εναγόμενος όμως απάντησε ότι δεν είναι δυνατή η είσπραξη του ποσοστού και ότι θα πρέπει να διπλασιάσει το ποσό της αρχικής επένδυσης προκειμένου να επιτύχει μεγάλα κέρδη, ενώ κατά τις συζητήσεις για την κατάρτιση των συμβολαίων την προοπτική αυτή την είχε αναφέρει ως ευχέρεια για την επίτευξη μεγαλύτερων κερδών.
Τότε ο ενάγων ζήτησε να καταγγείλει τη σύμβαση και να αναλάβει το κεφάλαιο με το ποσοστό απόδοσης 10% επί του κεφαλαίου, ο εναγόμενος όμως τον πληροφόρησε ότι ούτε αυτή τη δυνατότητα είχε. Αντίθετα, του είπε ότι έπρεπε να καταβάλει 100.000 δραχμές για κάθε ασφαλιστήριο και ότι μετά την παρέλευση ενός έτους ακόμη θα μπορούσε να αναλάβει τα χρήματα με το ποσοστό απόδοσης.
Ο ενάγων επισήμανε ότι δεν υπήρχε συνέπεια σε όσα του είχαν υποσχεθεί, κατέβαλε όμως στη συνέχεια 100.000 δραχμές για τα δύο από τα τέσσερα ασφαλιστήρια, ο εναγόμενος δε υποσχέθηκε να δανειστεί για να του επιστρέψει το κεφάλαιο και την απόδοση και να κρατήσει αυτός τα ασφαλιστήρια μέχρι να συμπληρωθεί και ο δεύτερος χρόνος.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος προσπαθούσε να αποφύγει τον ενάγοντα, σε κάποια συνάντηση τους όμως που έγινε στα κεντρικά γραφεία της πρώτης εναγόμενης κατά μήνα Δεκέμβριο 2000 υποσχέθηκε να του επιστρέψει το κεφάλαιο μέχρι την 5-1-2001, πράγμα που δεν συνέβη φυσικά. Ο ενάγων αναγκάστηκε στις 18-1-2001 να καταφύγει και πάλιν στα γραφεία της πρώτης εναγομένης και να ζητήσει λεπτομερείς πληροφορίες για τα ασφαλιστήρια.
Εκεί ο υπάλληλος της πρώτης Α τον ενημέρωσε ότι τα ασφαλιστήρια ζωής δεν έχουν σταθερή ετήσια απόδοση, αλλά αντίθετα έχουν αβέβαιη απόδοση, διότι τα καταβαλλόμενα από τους ασφαλισμένους χρήματα επενδύονται σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια, τα οποία επιλέγει ο ασφαλισμένος σε συνεργασία με τον ασφαλιστικό του σύμβουλο.
Ο ενάγων ζήτησε να δει τα ασφαλιστήρια και ο υπάλληλος του ανέφερε ότι φέρεται πως τα έχει παραλάβει. Ο ενάγων επέμενε να ενημερωθεί για την κατάρτιση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και ο υπάλληλος του επέδειξε τα αντίγραφα των αιτήσεων, στις οποίες είχε προβεί ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος είχε παραλάβει και τα ασφαλιστήρια.
Συγκεκριμένα, α) με την ..... αίτηση είχε καταρτιστεί το ..... ασφαλιστήριο δεκαετούς διάρκειας με αντισυμβαλλόμενο τον ενάγοντα και δικαιούχο τη μητέρα του Β, για το οποίο είχαν καταβληθεί 3.000.000 δραχμές ως προκαταβολή, είχε συμφωνηθεί ετήσιο ασφάλιστρο 2.920.000 δραχμές και είχε συμφωνηθεί ρήτρα αμοιβαίου κεφαλαίου με επιλεγμένα αμοιβαία κεφάλαια το Α/Κ ΔΥΝΑΜΙΚΟ (50%) και το Α/Κ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ (50%), β) με την .....
αίτηση είχε καταρτιστεί το ..... ασφαλιστήριο ζωής δεκαετούς διάρκειας με αντισυμβαλλόμενο και δικαιούχο τον ενάγοντα, για το οποίο είχαν καταβληθεί 3.000.000 δραχμές ως προκαταβολή, είχε συμφωνηθεί ετήσιο ασφάλιστρο 2.920.000 δραχμών και είχε συμφωνηθεί ρήτρα αμοιβαίου κεφαλαίου με επιλεγμένα αμοιβαία κεφάλαια το Α/Κ ΔΥΝΑΜΙΚΟ (50%) και το Α/Κ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ (50%).
Ο δεύτερος εναγόμενος στις 16-10-2000 χωρίς εντολή του ενάγοντος και χωρίς να τον ενημερώσει υπέβαλε αίτηση αλλαγής της επενδυτικής επιλογής σε Α/Κ ΔΥΝΑΜΙΚΟ (25%), Α/Κ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΟΛΑΡΙΟΥ (10%), Α/Κ ΕΥΡΩ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ (30%), Α/Κ ΝΕΩΝ ΑΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ (30%), γ) με την ..... αίτηση είχε καταρτιστεί το .....
ασφαλιστήριο αόριστης διάρκειας με αντισυμβαλλόμενο και δικαιούχο τον ενάγοντα, για το οποίο είχαν καταβληθεί 2.000.000 δραχμές ως προκαταβολή, είχε συμφωνηθεί ετήσιο ασφάλιστρο 1.950.000 δραχμών και ρήτρα αμοιβαίου κεφαλαίου με επιλεγμένο αμοιβαίο κεφάλαιο το Α/Κ ΑΝΑΓΠΎΣΣΟΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ (100%), και δ) με την .....
αίτηση είχε καταρτιστεί το ..... ασφαλιστήριο ζωής δεκαετούς διάρκειας με αντισυμβαλλόμενο τον ενάγοντα και δικαιούχο τον δεύτερο εναγόμενο, για το οποίο είχαν καταβληθεί 2.000.000 δραχμές ως προκαταβολή, είχε συμφωνηθεί ετήσιο ασφάλιστρο το ποσό των 1.940.000 δραχμών και ρήτρα αμοιβαίου κεφαλαίου με επιλεγμένα αμοιβαία κεφάλαια το Α/Κ ΔΥΝΑΜΙΚΟ (40%), και το Α/Κ ΑΝΑΓΠΎΣΣΟΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ (60%).
Ο δεύτερος εναγόμενος στις 16-10-2000 χωρίς εντολή του ενάγοντος και χωρίς να τον ενημερώσει υπέβαλε αίτηση αλλαγής της επενδυτικής επιλογής σε Α/Κ ΔΥΝΑΜΙΚΟ (25%), Α/Κ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΔΟΛΑΡΙΟΥ (10%), Α/Κ ΕΥΡΩ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ (30%), Α/Κ ΝΕΩΝ ΑΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ (30%). Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου και ειδικότερα η παραπλάνηση του ενάγοντος σχετικά με το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου του ασφαλιστικού - επενδυτικού προγράμματος της ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΖΩΗΣ με την υπόσχεση ετήσιας απόδοσης που δεν ήταν δυνατό να αποδοθεί, καθώς και ευχέρειας για διπλασίαση του κεφαλαίου και όχι υποχρέωσης και την απόκρυψη των προϋποθέσεων για τη δυνατότητα της ρευστοποίησης του κεφαλαίου αποδεικνύεται πλήρως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ιδιαίτερα αυτή του μάρτυρα του ενάγοντος, αλλά και από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Επίσης, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος παραβίασε την ασφαλιστική νομοθεσία κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, τις εντολές του ενάγοντος συνάπτοντας συμβόλαιο με δικαιούχο τον ίδιο, και προβαίνοντας σε αλλαγή της επενδυτικής πολιτικής χωρίς εντολή και ενημέρωση του. Η προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου έγινε στο πλαίσιο της δράσης ως συνεργάτη της πρώτης εναγόμενης και επ' ευκαιρία αυτής κατά παράβαση των υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ν. 1569/1985 και το π.δ. 298/1986, η δε ζημία που προκλήθηκε στον ενάγοντα τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά.
Οι εναγόμενοι, επομένως, ευθύνονται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς να αποκαταστήσουν τη ζημία του ενάγοντος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη 3989/2004 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να κρατηθεί η υπόθεση σ' αυτό το Δικαστήριο για να δικαστεί και ακολούθως να γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της, όπως παραδεκτά έγινε περιορισμός του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στον ενάγοντα ως αποζημίωση εις ολόκληρον ο καθένας από αυτούς 10.200.000 δραχμές και ήδη 29.933,97 ευρώ.
Επίσης, λόγω της αδικοπραξίας που διέπραξε ο δεύτερος εναγόμενος εις βάρος του ενάγοντος το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη, το ύψος της οποίας, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα, του βαθμού του πταίσματος του εναγομένου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να οριστεί σε 829,35 ευρώ, από τα οποία όμως θα αναγνωριστεί η υποχρέωση για καταβολή των 800 ευρώ, διότι για τα 29,35 (10.000 δρχ.) έχει επιφυλαχθεί να ασκήσει πολιτική αγωγή ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων.
Το συνολικό ποσό της αξίωσης του ενάγοντος δηλαδή που πρέπει να αναγνωριστεί ότι οφείλουν οι εναγόμενοι στον ενάγοντα είναι 30.733,97 ευρώ. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά το Εφετείο δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά την κυρία βάση της, δεχόμενο σαφώς α) ότι ο άνω ασφαλιστικός σύμβουλος της αναιρεσείουσας Γ είχε προστηθεί από αυτή με την εξουσία να προτείνει υποψηφίους επενδυτές , όπως ο ενάγων την κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβολαίων επενδυτικού χαρακτήρα, όπως τα παραπάνω αναφερόμενα που ο προστηθείς επρότεινε στον ενάγοντα, για τη διεκπεραίωση δε των υπηρεσιών αυτών του ασφαλιστικού της συμβούλου η ήδη αναιρεσείουσα είχε παραχωρήσει σ' αυτόν γραφείο με γραμματειακή υποστήριξη στα κεντρικά της γραφεία, γεγονός που φανερώνει ότι αυτή ασκούσε, έστω και κατά τρόπο χαλαρό, εποπτεία και έλεγχο του εν λόγω ασφαλιστικού της συμβούλου κατά την παροχή των υπηρεσιών που του είχε αναθέσει β) ότι ο άνω προστηθείς, κατά τρόπο αντίθετο με όσα επρότεινε και συμφώνησε με τον ενάγοντα επενδυτή σχετικά με το δικαίωμα του ενάγοντος ως προς το χρόνο ανάληψης του επενδυθέντος ποσού και τις αποδόσεις αυτού, με πρόθεση, χωρίς να ενημερώσει τον επενδυτή και χωρίς την άδεια αυτού, κατά τρόπο αντίθετο με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που επέβαλαν σ' αυτόν την υποχρέωση να επενδύσει το καταβληθέν ποσό στα επενδυτικά-ασφαλιστικά προγράμματα που επρότεινε και είχε συμφωνήσει με τον ενάγοντα, ώστε να δύναται ο ενάγων να αναλαμβάνει το ποσό της επένδυσης μετά την παρέλευση έτους και την απόδοση αυτού, προέβη αυτοβούλως σε αλλαγή των επενδυτικών προγραμμάτων με συνέπεια αφενός μεν ο ενάγων να μη δύναται να αναλάβει το ποσό της επένδυσης με την παρέλευση έτους , αλλά να καθίσταται αβέβαιος ο χρόνος απόδοσης του επενδυθέντος κεφαλαίου και του ποσού που θα αποδοθεί, και να μη έχει αυτό σταθερή απόδοση, αφού με την γενόμενη αυθαίρετη επενδυτική επιλογή από τον προστηθέντα αυτό επενδύθηκε σε επενδυτικά προγράμματα αβέβαιης απόδοσης ακόμη και του κεφαλαίου γ) ότι από την παράνομη και υπαίτια αυτή πράξη του προστηθέντος, ο ενάγων επενδυτής ζημιώθηκε κατά το καταβληθέν προς επένδυση ποσό, αφού στερήθηκε της δυνατότητας να αναλάβει αυτό, μετά την παρέλευση έτους και να καρπώνεται αυτό κατά τη βούλησή του, η δε ζημία του αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την άνω παράνομη και υπαίτια πράξη του προστηθέντος, αφού τόσο η απόδοση του επενδυθέντος κεφαλαίου όσο και ο χρόνος αυτής είναι αβέβαιος. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής, εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 922, 297, 298, 914 και 932 ΑΚ.
Επομένως οι υπ' αριθμ. 1.00, 2.01, (κατά το οικείο μέρος τους), και οι λοιποί υπ' αριθμ 2.02, 2.04, 2.05, 2.06, 3.00, 4.00, 5.00, 6.00 λόγοι με τους οποίους προσάπτονται οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. και 19 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο, προσέτι δε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8.586/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ 1.800.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ