Legislator Case Law & Legislation
172/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court failure to award interest on damages under Article 346 of the Civil Code.

Case Number 172/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the award of interest on damages. The lower court erroneously applied Article 559 of the Code of Civil Procedure, citing the high value of the claimed damages as a reason to skip interest, rather than assessing the reasonableness of the counterclaim. The Court ruled that the absence of interest constitutes a procedural error under Article 346 of the Civil Code and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 346 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; The court must assess the reasonableness of the counterclaim to determine if interest is due, and the high value of the plaintiff's claim does not justify the omission of interest.

Keywords

AI generated
interest on damages Article 346 Civil Code Article 559 Code of Civil Procedure reasonableness of counterclaim remand for retrial procedural error appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 346 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 172 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 172/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Αθανάσιο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκεζέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... CAVEX (ΚΑΒΕΞ) ΑΕ" και ήδη "ΚΑΠΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ... Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "ΚΑΒΕΞ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "OLYMPIC ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και ήδη "ΑLLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο - Τσαγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 9-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε - γνωστοποίησε την ορθή και πλήρη ως άνω επωνυμία της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 16-10-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Ε. Σ. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 279/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-2-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Νικολόπουλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1) Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι. Α. που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 01-02-2022 και καταχωρηθείσας στο Εφετείο Λάρισας με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/01-02-2022 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 279/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μον.

Εφετείου Λάρας, με την στη συνέχεια αυτής υπ'αρ. 513/13-03-2023 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της παρούσας αίτησης αναίρεσης, την από 13-03-2023 πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσα προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-10-2024), επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η οποία ωστόσο δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή.

Κατά συνέπεια, αφού η τελευταία δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Η κρινόμενη από 01-02-2022 και καταχωρηθείσα στο Εφετείο Λάρισας με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ'αρ. 279//2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας,που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α ΚΠολΔ., κατ' αντιμωλία των διαδίκων έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.) είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2) Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 917/22, ΑΠ 655/22).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 2/2020).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 301/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 398/2020).

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 255/2020).

Έτι περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 525/2021, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 49/2019) 3) Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλομένη 279/2021 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα και από τη σύμβαση ασφαλίσεως, αφού προηγουμένως έκρινε, κατά το μη προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, που έλαβε χώρα στις 04-09-2014 και περί ώρα 14.05, στην τοπική κοινότητα Αγίας Παρασκευής του Δήμου Σοφάδων Καρδίτσας, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο επιβαίνων στη θέση του οδηγού στη με αριθμό κυκλοφορίας ...

ιδιωτικής χρήσης δίκυκλη μοτοσυκλέτα, Α. Π., ηλικίας 61 ετών, πατέρας του αναιρεσείοντος, ήταν ο οδηγός του υπ'αριθμ ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Π. Τ., ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο η τελευταία είχε εκμισθώσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία και το είχε παραχωρήσει προς χρήση στον ως άνω υπάλληλό της και το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του, στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, ενώ έκρινε συνυπαίτιο σε ποσοστό 30% τον θανάσιμα τραυματισθέντα ως προς το είδος και την έκταση του θανάσιμου τραυματισμού του, επειδή δεν φόραγε προστατευτικό κράνος και σχετικά με το κεφάλαιο, που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης κατ' άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: "....Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο θανών είχε πλησιέστερους συγγενείς του τη σύζυγό του , πρώτη εφεσίβλητη και το τέκνο του, δεύτερο εφεσίβλητο (βλ.

Το υπ' αριθμ. πρωτ. .../2017 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών που εξέδωσε ο Δήμαρχος Σοφάδων). Νομιμοποιούνται, επομένως, οι ανωτέρω να ζητούν την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του Α. Π. Ο θανών, ηλικίας 61 ετών, συνταξιούχος ΙΚΑ(γεννήθηκε στις ....1954) ζούσε μαζί με τη σύζυγό του , ηλικίας 56 ετών (γεννήθηκε στις ....1958) και τον υιό του ηλικίας 19 ετών, φοιτητή (γεννήθηκε στις ....1995), στην οικία τους στην Αγία Παρασκευή Σοφάδων και αποτελούσαν μία οικογένεια που δατηρούσε άριστες σχέσεις και στενούς συναισθηματικούς δεσμούς αγάπης και στοργής.

Εξαιτίας του βιαίου και αιφνιδίου θανάτου του, η απώλεια του είναι αισθητή καθημερινά τόσο στην επί 27 έτη σύζυγό του όσο και στο νεαρό υιό του, οι οποίοι έχουν ανάγκη από ψυχολογική υποστήριξη.Προς ανακούφιση του ψυχικού πόνου τους δικαιούνται να ζητούν χρηματική ικανοποίηση από τους εις ολόκληρον συνευθυνόμενους για το υπό κρίση ατύχημα εκκαλούντες.

Προς το σκοπό του καθορισμού των επιδικαστέων για την εν λόγω αιτία ποσών απαιτείται να ληφθούν υπόψη: α) Η ηλικία του θανόντος (61 ετών), β) Ο συγκεκριμένος βαθμός της συγγένειας με τον εκλιπόντα (σύζυγος και τέκνο),ο στενός ψυχικός δεσμός αγάπης και στοργής αυτών με τον θανόντα γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε, γ) Ο βαθμός της ψυχικής ταλαιπωρίας, της θλίψης και του πόνου που δοκίμασε έκαστος από τους εφεσίβλητους ,λαμβάνοντας υπόψιν την παραμονή του αποβιώσαντος για διάστημα πέντε μηνών εντός του Νοσοκομείου σε κωματώδη κατάσταση, δ)Η αποκλειστική αμέλεια του οδηγού του αυτοκινήτου, Π.

Τ., εργαζομένου στην εταιρεία "ΚΑΒΕΞ", 46 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, ε)Ο βαθμός συνυπαιτιότητας (30%) του θανατωθέντος στο μέγεθος και τις συνέπειες του τραυματισμού του (βαρειά κρανιοεγκεφαλική βλάβη λόγω του ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος) και ζ) Η προπαρατεθείσα κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, χωρίς όμως να συνυπολογίζεται η οικονομική κατάσταση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταρείας, δεύτερης εκκαλούσας ,η ευθύνη της οποίας τυγχάνει εγγυητική.

Ενόψει όλων αυτών, η εύλογη και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος), κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που δικαιούνται οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες, ανέρχεται στο ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ για την πρώτη εφεσίβλητο -σύζυγο και στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για τον δεύτερο εφεσίβλητο-τέκνο...) Με αυτά που έκρινε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση, όσον αφορά στα πλαίσια της κρινόμενης αναίρεσης, το τέκνο του θανόντος, λόγω ψυχικής οδύνης του στο προαναφερθέν ποσό, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας,όσον αφορά το επιδικασθέν ως άνω ποσό, το οποίο δεν τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε, ότι υπέστη αυτό, υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπεται δε και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις, ποσών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία.

4) Κατά το προηγούμενο του Ν. 4055/2012 νομικό καθεστώς, είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345 346 ΑΚ, 215 παράγραφος 1 εδάφιο α', 221 και 295 παράγραφος 1 ΑΚ συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 989/ 2007), αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΟλΑΠ 23 - 24/2004, ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/2010).

Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, κι αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 νόμου 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 02.04.2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, για αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοσή της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας.

Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Με βάση αυτά, μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 1185/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 609/2020, ΑΠ1207/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τους αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 346 του ΑΚ, δεδομένου ότι αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσιβαλλόμενων για καταβολή του αναγραφομένου στο διατακτικό της προσβαλλόμένης απόφασης σχετικού ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας κατ' άρθρο 345 ΑΚ και όχι με το νόμιμο τόκο επιδικίας κατ' άρθρο 346 ΑΚ.

Ως προς το ως άνω ζήτημα το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: "....Τα ανωτέρω ποσά πρέπει να επιδικασθούν με το νόμιμο τόκο υπερημερίας (345 του ΑΚ) κατ'εξαίρεση από όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 346 του ΑΚ. Και τούτο διότι, το αίτημα των εκκαλούντων -εναγομένων να επιδικασθούν τα όποια ποσά κριθεί ότι οφείλουν προσαυξημένα με τον τόκο υπερημερίας και όχι με τον τόκο επιδικίας, αίτημα νόμιμο (άρθρο 346 εδ δ του ΑΚ) πρέπει να γίνει δεκτό, καθώς αφενός η αξίωση των εναγόντων (ψυχική οδύνη) υπολογίζεται κατ'εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, αφετέρου δεν προέκυψε πρόθεση παρέλκυσης της δίκης (άσκηση αγωγής στις 12-5-2015 με προσδιορισθείσα αρχική δικάσιμο την 20.1.2016, συζήτηση αυτής την 5.12.2018, μετά από μία αναβολή κατόπιν αιτήματος διαδίκου -η λόγω αποχής στις 20-1-2016 χορηγηθείσα αναβολή δεν προσμετράται-άσκηση εφέσεων μετά από πέντε μήνες από τη δημοσίευση εκκαλουμένης και συζήτηση αυτών στην αρχικώς προσδιορισμένη δικάσιμο) και τέλος, το ύψος των ποσών που ζητούσαν οι ενάγοντες για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης (300.000 ευρώ για έκαστο των εναγόντων, συνολικά 600.000 ευρώ, με τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες της Χώρας μας, κατά το έτος 2015) αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο για τους οφειλέτες να επιθυμούν τον δικαστικό καθορισμό του ποσού που οφείλουν, δηλαδή η απασχόληση των δικαστηρίων δεν ήταν άσκοπη.".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να μην επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που εσφαλμένα εφάρμοσε με την αιτιολογία ότι "το ύψος των ποσών που ζητούσαν οι ενάγοντες για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης (300.000 ευρώ για έκαστο των εναγόντων, συνολικά 600.000 ευρώ, με τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες της Χώρας μας, κατά το έτος 2015 αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο για τους οφειλέτες να επιθυμούν τον δικαστικό καθορισμό του ποσού που οφείλουν, δηλαδή η απασχόληση των δικαστηρίων δεν ήταν άσκοπη", αφού μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας, στοιχείο που δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι η ύπαρξη ισχυρού κινήτρου για τον δικαστικό καθορισμό του οφειλόμενου ποσού λόγω του ύψους του αιτούμενου ποσού αποζημίωσης και των δυσμενών οικονομικών συνθηκών της Χώρας μας το έτος 2015.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 279//2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ των διαδίκων της αναιρετικής δίκης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 01.02.2022 αίτηση αναίρεσης κατα της υπ.αριθμ.279/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 279/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας μεταξύ των διαδίκων της αναιρετικής δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ