Supreme Court dismisses appeal against traffic accident liability ruling due to lack of legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Athens' decision in a traffic accident liability case. The court found that the lower court correctly established the driver's intoxication and the co-driver's contributory negligence based on uncontested evidence. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive legal rule was violated, and the court found no such error in the lower court's application of contributory negligence principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 172 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 172/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας ζημιών με την επωνυμία "..." (πρώην "...", καθολικής διαδόχου της "...") και ήδη "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Κουγιουμτζοπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-9-2002 αγωγή του Η. Π. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1592/2014 εν μέρει οριστική και 1280/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1930/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-10-2018, με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών Γ.Α.Κ. 9096/ ΕΑΚ 758/17-10-2018 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 1930/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρ. 681 Α ΚΠολΔ.
όπως ίσχυε πριν το Ν.4335/2015 ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς προθεσμίας από την γενόμενη στις 27-4-2017 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης , της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση.
Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδ. α του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1136/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020 , ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1136/2018 , ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].
Εξάλλου το άρθρο 42 παρ.1,3 και 5 του Ν.2094/1992 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (7.3.1999 ), ήτοι πριν καταργηθεί δυνάμει του ισχύοντα από τις 24.5.1999 και εφεξής Ν.2696/1999 (ΦΕΚ Α 57) [με τον οποίο κυρώθηκε ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας ] όριζε με την πρώτη παράγραφο ότι "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών", με την παρ. 2 οριζόταν ότι "Τα αρμόδια αστυνομικά όργανα μπορούν σε κάθε περίπτωση ν` ασκούν έλεγχο για τη διαπίστωση ύπαρξης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών στον οργανισμό των οδηγών.", με την τρίτη παράγραφο, ότι "έλεγχος για τη διαπίστωση της μέθης του οδηγού γίνεται υποχρεωτικά σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος, επί δε σωματικής βλάβης γίνεται εφόσον υπάρχουν ενδείξεις χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, με τη χρησιμοποίηση κάθε κατάλληλου επιστημονικού μέσου" και με την πέμπτη, ότι "με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών ως και το απαιτούμενο ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό για να θεωρηθεί ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση αυτών".
Εξάλλου με την ΚΥΑ 13382 Φ.705.11/4.δ της 25/26.11.1977 "περί τρόπου διαπιστώσεως χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών υπό των οδηγών ή πεζών, κατά την οδήγηση οχημάτων ή εις τροχαία ατυχήματα", που εκδόθηκε σε εκτέλεση της παρ.5 του άρθ.42 του ΚΟΚ από τους Υπουργούς Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης και δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ (ΦΕΚ 2Β'αριθ.1266), ορίζονταν τα ακόλουθα: "3.ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΟΡΙΟΥ ΑΝΕΚΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΑΛΚΟΟΛΗΣ:
α) Καθορίζεται ως ανώτατον ανεκτόν όριον ποσοστού αλκοόλης εις το αίμα το 0,08%. Άνω του ορίου αυτού, το άτομον δεν θεωρείται ικανόν δια την οδήγησιν οιουδήποτε οχήματος. β) Οι ενδείξεις κάτω του 0,8 % και μέχρι 0,05 % το άτομον ελέγχεται ως κάτωθι, προς διαπίστωσιν τυχόν υφισταμένης επιδράσεως της αλκοόλης και εις χαμηλότερον ποσοστόν. (1) Εις απόστασιν 20 περίπου εκατοστών εκ των οφθαλμών του εξεταζομένου κινούμεν με κανονικόν ρυθμόν στέλεχος (π.χ μία κανονίδα) και ελέγχομεν αν οι οφθαλμοί δύνανται να παρακολουθήσουν αβιάστως και φυσιολογικώς την κίνησιν ταύτην. (2)Υποδεικνύηται εις τον εξεταζόμενον να βαδίση ελευθέρως επί μίας ευθείας γραμμής μήκους 10 μέτρων.
Ενταύθα ελέγχεται ή τυχόν εκτροπή εκ της ευθείας και η αδυναμία κινήσεως κατά την φοράν της γραμμής. (3)Υποδεικνύομεν εις τον εξεταζόμενον να κινηθή κατ ευθείαν με κλειστούς οφθαλμούς. Ενταύθα ελέγχεται η αδυναμία κινήσεως κατ`ευθείαν γραμμήν άνευ τρικλισμών. Εκ των ανωτέρω αν το άτομον δεν δύναται να παρακολουθήση δια των οφθαλμών την κανονίδα και να βαδίση κατ`ευθείαν γραμμήν κατ`αμφοτέρους τους τρόπους, δεν θεωρείται ικανόν δι οδηγησιν οιουδήποτε οχήματος καθ` όσον η αλκοόλη και εις μικρότερον ποσοστόν έχει επιδράσει δυσμενώς επί του ατόμου. 4.
ΒΕΒΑΙΩΣΙΣ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΗΘΕΙΣΗΣ ΕΞΕΤΑΣΕΩΣ. Προς βεβαίωσιν της ενεργηθείσης εξετάσεως ατόμου δια του παρόντος συστήματος καθορισμού της ποσοστιαίας αναλογίας αλκοόλης εις το αίμα συντάσσεται κατά περίπτωσιν υπό του ενεργούντος ταύτην Αξιωματικού (της Αστυνομίας) σχετική έκθεση περιέχουσα τα στοιχεία ταυτότητος του εξεταζομένου το ονοματεπώνυμον και την ιδιότητα του ενεργούντος την εξέτασιν τον τρόπον λήψεως του δείγματος και το αποτέλεσμα της εξετάσεως ως και παν έτερον στοιχείον σχετικόν προς το ερευνούμενον θέμα.
Δια το ποσοτικόν προσδιορισμόν της αλκοόλης εν τω αίματι δύναται να χρησιμοποιηθώσι και έτεραι μέθοδοι ανεγνωρισμέναι επιστημονικώς.". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει αφενός ότι η μεγίστη επιτρεπομένη συγκέντρωσις οινοπνεύματος στο αίμα , πέραν της οποίας το άτομον υπέχει ευθύνην, είναι η των 0,50 0/00, αφετέρου ότι από της ποσότητος των 0,80 0/00 και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη ότι το άτομο δεν θεωρείται ικανόν δι οδήγησιν οιουδήποτε οχήματος (βλ.
και ΑΠ 125/2004, ΑΠ 1012/2002). Η προαναφερθείσα υπ`αριθμόν 13382 Φ 705.11/4δ της 25/26 Νοεμβρίου 1977 (ΦΕΚ Β 1266) κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως, είχε, όπως έχει εκτεθεί ήδη, εκδοθεί, με βάση το άρθρο 42 παρ.5 του προϊσχύσαντος Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας Ν.614/1977, διατηρήθηκε όμως σε ισχύ βάσει του β'εδ.
της παραγράφου 7 του άρθρου 112 του Ν. 2094/1992 που όριζε ότι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί με βάση εξουσιοδοτική διάταξη του Ν. 614/1977 και τους μεταγενέστερους αυτού τροποποιητικούς νόμους εξακολουθούν να ισχύουν εφ' όσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νέου αυτού Κώδικα (Ν. 2094/1992) ( ΑΠ 587/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε (εκτός των άλλων) και τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Περαιτέρω από την υπ'αριθμ.πρωτ. 99-374/16-3-1999 έκθεση ανίχνευσης οινοπνεύματος του Εργαστηρίου Τοξικολογίας και Φαρμακολογίας του Ιατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος καθότι ανιχνεύθηκε στο αίμα του ποσοστό 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, βάσει της υπ`αριθμ 13382 /Φ 705.11/4./ 25-11-1977 (ΦΕΚ 1266 /τεύχος Β /1977) Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξης, που εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 42 παρ.5 του Ν.614/1977 (ΚΟΚ), τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, από της ποσότητος, δε, αυτής και μέχρι τα 0,80 πρέπει να απαγγέλλεται κατηγορία αν και εξ άλλων συμπτώσεων (κατάσταση οδηγού, τρόπος οδηγήσεως κλπ) εξάγεται συμπέρασμα μέθης, ενώ από τα 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω υφίσταται πλήρης απόδειξη (ΑΠ 942/2008,ΑΠ125/2004 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δηλαδή θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος και όταν το ποσοστό στον οργανισμό του είναι 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (πρβλ.
ΑΠ 564/2014 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ που έκρινε ότι τελούσε ο οδηγός υπό την επίδραση οινοπνεύματος με ποσοστό στον οργανισμό του 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ.1 του νέου Κ.Ο.Κ. που κυρώθηκε με το ν. 2696/1999). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι τόσον ο ενάγων όσο και η ενάγουσα πριν επιβιβασθούν στο αυτοκίνητο είχαν γευματίσει πίνοντας αλκοολούχο ποτό (ούζο) και για το λόγο αυτό άλλωστε βρέθηκε και στο αίμα της ενάγουσας ποσοστό οινοπνεύματος 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος.
Συνεπώς αποδείχθηκε ότι ο ενάγων τελούσε σε κατάσταση μέθης που συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ατυχήματος, καθότι δεν είχε ως εκ τούτου την σωματική και διανοητική ικανότητα να οδηγεί. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία για τη σύγκρουση των δύο οχημάτων ευθύνεται ο πρώτος - τρίτος εναγόμενος κατά ποσοστό 50% γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν ασκούσε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος αλλά εκινείτο εν μέρει στο άκρο αριστερό του οδοστρώματος και εν μέρει επί της ειδικής διαγραμμίσεως που πλαισιώνεται με συνεχή γραμμή παρότι η οδήγηση επ'αυτής απαγορεύεται ( άρθρο 5 παρ.' 8 περ.
ζ του ΚΟΚ) και εκινείτο με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα των 9- 100 χιλιομέτρων, την οποία δεν μείωσε, παρότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή και πλησίον διασταυρώσεως, ώστε να μπορέσει να ακινητοποιήσει έγκαιρα το όχημά του όταν εισήλθε εν μέρει στο ρεύμα κυκλοφορίας του το όχημα του ενάγοντος και αντιλαμβανόμενος αυτό από απόσταση περίπου πενήντα (50) μέτρων λόγω της μεγάλης ταχύτητας δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση παρότι τροχοπέδησε, παραβάσεις που συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα καθότι η κίνηση εν μέρει στο άκρο αριστερό του ρεύματος κυκλοφορίας και εν μέρει επί της ειδικής διαγράμμισης και η υπερβολική ταχύτητα συνετέλεσαν κατά το ως άνω ποσοστό στην πρόκληση του ατυχήματος.
Πλην όμως στην επέλευση του ατυχήματος συνετέλεσε και ο ενάγων κατά ποσοστό 50% γιατί δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν ασκούσε τον απαραίτητο έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του , οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και έχοντας πρόθεση να εξέλθει του ρεύματος κυκλοφορίας της εθνικής οδού όπου αρχικά εκινείτο (προς ...) και να εισέλθει με αριστερή στροφή στην προαναφερθείσα κάθετη επαρχιακή οδό, αφού διέσχιζε πρώτα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της εθνικής οδού προς (... ), δεν έλεγξε επιμελώς την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο προς την αρχική του κατεύθυνση ρεύμα κυκλοφορίας της εθνικής οδού και δεν επέτρεψε την διέλευση του οχήματος του πρώτου - τρίτου εναγόμενου, το οποίο μπορούσε και όφειλε να αντιληφθεί, λόγω της ορατότητας που υπάρχει στο ως άνω σημείο της εθνικής οδού και το οποίο άλλωστε αντελήφθη και η ενάγουσα συνοδηγός του, που προειδοποίησε τον ενάγοντα, αλλά πίστευε εσφαλμένα ότι θα μπορούσε να διασχίσει έγκαιρα το οδόστρωμα, χωρίς κίνδυνο συγκρούσεως με το όχημα του πρώτου - τρίτου εναγόμενου και για το λόγο αυτό εισήλθε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο αντίθετο προς την αρχική του κατεύθυνση ρεύμα κυκλοφορίας καταλαμβάνοντας τμήμα αυτού, οδική συμπεριφορά που συνετέλεσε κατά το ως άνω ποσοστό στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, καθότι οδηγώντας υπό την επίδραση οινοπνεύματος δεν αντελήφθη έγκαιρα το αυτοκίνητο του πρώτου - τρίτου εναγόμενου και εισήλθε εν μέρει στο ρεύμα κυκλοφορίας όπου ο τελευταίος εκινείτο με αποτέλεσμα να συμβάλει κατά το ως άνω ποσοστό στην πρόκληση του ατυχήματος.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την υπ'αριθμ.1592/2014 εν μέρει οριστική του απόφαση έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος τον πρώτο - τρίτο εναγόμενο και απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος κατά ποσοστό 70 % στην επέλευση του τροχαίου ατυχήματος που άσκησαν παραδεκτά με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και τις προτάσεις τους στηριζόμενη στο άρθρο 300 του ΑΚ, έσφαλε καθότι έπρεπε να κρίνει συνυπαίτιο τον ενάγοντα κατά το ως άνω ποσοστό (50 %) γενομένου δεκτού εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμου του σχετικού πρώτου λόγου εφέσεως των εναγομένων - εκκαλούντων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δέχθηκε να επιβιβασθεί ως συνοδηγός στο ως άνω όχημα παρότι γνώριζε ότι ο ενάγων τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ότι δεν είχε ως εκ τούτου δεν είχε την απαιτούμενη σωματική και διανοητική ικανότητα για να οδηγεί και συνεπώς επιβιβαζόμενη στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων ως συνοδηγός αποδέχθηκε να διακινδυνεύσει τον τραυματισμό της από τροχαίο ατύχημα που θα προκαλείτο λόγω της κατάστασης του ενάγοντος συμβάλλοντας έτσι κατά ποσοστό 30 % στην επέλευση του τραυματισμού της.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση , απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη την ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στην επέλευση του τραυματισμού της κατά ποσοστό 70% για την ως άνω αιτία που άσκησαν παραδεκτά με δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και τις προτάσεις τους στηριζόμενη στο άρθρο 300 του ΑΚ [.....] την οποία (ένσταση) παραδεκτά επανεφέρουν ως εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεσή τους και ως εφεσίβλητοι με τις προτάσεις τους , έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων καθότι όφειλε να κάνει δεκτή αυτή εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη κατά το ως άνω ποσοστό . ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεως που είχαν ασκήσει κατά της εκκαλούμενης απόφασης οι εναγομένοι -ήδη αναιρεσίβλητοι και στην συνέχεια (εκτός των άλλων, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη) δέχθηκε ως κατ'ουσία βάσιμη την από 29-11-2016 έφεσή τους (εναγομένων - τώρα αναιρεσίβλητων) κατά το μέρος που απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμες τις ενστάσεις τους περί συντρέχοντος πταίσματος του ως άνω ενάγοντος οδηγού Η.
Π. στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος τους, και την περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας), συνοδηγού του Η. Π., στην επέλευση του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματισμού της, έκρινε δε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται, για τους παραπάνω αυτολεξεί παρατεθέντες λόγους, κατά ποσοστό 50% στην συνυπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού Η.
Π. (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), καθώς και ότι ο κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματισμός της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) - οφείλεται κατά ποσοστό 30% σε συνυπαιτιότητά της, ακολούθως δε εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλούμενη υπ'αριθμ.1592/2014 εν μέρει οριστική απόφαση και την υπ'αριθμ. 1280/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 7-3-2001 αγωγής της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και επί της από 26-9-2002 αγωγής του ενάγοντος (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), δέχθηκε εν μέρει αυτές ως κατ'ουσίαν βάσιμες.
Ήδη με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ., η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, το Εφετείο, κρίνοντας ως ανωτέρω, δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της προαναφερθείσας παρ. 3 της υπ`αριθμ 13382 /Φ 705.11/4./ 25-11-1977 (ΦΕΚ 1266/τεύχος Β/1977) Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξης, που εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 42 παρ.5 του Ν.614/1977 (ΚΟΚ), σχετικά με την επίδραση της αλκοόλης επί των ελεγχόμενων ατόμων με ποσοστό αλκοόλης από 0,50 έως 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, σε σχέση με τον οδηγό του ζημιωθέντος αυτοκινήτου Η.
Π., συνοδηγός του οποίου, επιβαίνουσα στο ζημιωθέν αυτοκίνητο, κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, η ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα, ενώ όφειλε να την εφαρμόσει. Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό παραπάνω αυτολεξεί παρατέθηκε, προκύπτει ότι, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ο οδηγός του ζημιωθέντος αυτοκινήτου Η.
Π. (συνοδηγός του οποίου, επιβαίνουσα στο ζημιωθέν αυτοκίνητο, κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος ήταν η ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα) είχε, κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, σύμφωνα δε και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, κατά τα οριζόμενα στην ως άνω υπ` αριθμ 13382/Φ 705.11/4./25-11-1977 ΚΥΑ, από της ποσότητος αυτής, ήτοι από της ποσότητος των 0,80 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος και άνω και αυτής συμπεριλαμβανομένης (δηλ.
όταν το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα είναι 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, πρβλ. Α.Π. 564/2014) υφίσταται πλήρης απόδειξη ότι το άτομο δεν θεωρείται ικανό για οδήγηση οιουδήποτε οχήματος.
Επομένως, με βάση τα (προαναφερόμενα) πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις εν λόγω διατάξεις της ως άνω ΚΥΑ υπ`αριθμ 13382/Φ 705.11/4./25-11-1977 (ΦΕΚ 1266/τεύχος Β /1977), που εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 42 παρ.5 του Ν.614/1977 (ΚΟΚ), τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς.
Συνακόλουθα, ο συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρο 559 ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν διαλαμβάνει επαρκείς αιτιολογίες αφενός μεν ως προς το κατά πόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τους καθοριζόμενους από την προαναφερθείσα ΚΥΑ υπ` αριθμ 13382/Φ 705.11/4./25-11-1977 (ΦΕΚ 1266/τεύχος Β/1977) όρους σχετικά με την παραδοχή του πορίσματός του ότι ο οδηγός του ζημιωθέντος αυτοκινήτου Η.
Π. δεν είχε την απαιτούμενη σωματική και διανοητική ικανότητα για να οδηγεί και ότι η ενάγουσα επιβιβαζόμενη στο αυτοκίνητο, αποδέχθηκε να διακινδυνεύσει τον τραυματισμό της από τροχαίο ατύχημα που θα προκαλείτο λόγω της κατάστασης του προαναφερθέντος, συμβάλλοντας έτσι κατά ποσοστό 30% στην επέλευση του τραυματισμού της, αφετέρου δε ως προς το κατά πόσον συντάχθηκε η προβλεπόμενη από την παράγραφο 4 της ως άνω ΚΥΑ βεβαίωση, από τον διενεργήσαντα την προανάκριση για το ένδικο τροχαίο ατύχημα, από την οποία να προκύπτει ότι ο ως άνω οδηγός Η.
Π. βρισκόταν ή δεν βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Με βάση, ωστόσο, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, και τα οποία παρατέθηκαν αυτολεξεί ανωτέρω, στην ένδικη περίπτωση δεν είχε εφαρμογή η προαναφερόμενη παρ. 4 της ως άνω ΚΥΑ υπ`αριθμ 13382 /Φ 705.11/4./ 25-11-1977 (ΦΕΚ 1266/τεύχος Β/1977), καθόσον, ο οδηγός του ζημιωθέντος αυτοκινήτου Η.
Π. είχε, κατά τον χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, ώστε, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας εκτεθέντα, κατά τα οριζόμενα στην ως άνω υπ`αριθμ 13382/Φ705.11/4./25-11-1977 ΚΥΑ, από της ποσότητος αυτής , ήτοι από της ποσότητος των 0,80 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος και άνω, υφίσταται πλήρης απόδειξη ότι το άτομο δεν θεωρείται ικανό για οδήγηση οιουδήποτε οχήματος, χωρίς να τίθεται (συνακόλουθα) θέμα εφαρμογής όσων ορίζονται στην παρ. 3 και 4 της ως άνω ΚΥΑ, σε σχέση με όσους έχουν ποσοστό αλκοόλης από 0,50 γραμμάρια μέχρι 0,80 γραμμάρια.
Συνεπώς δεν απαιτείτο το δικαστήριο να λάβει υπόψη του, ούτε να διευκρινίσει εάν έλαβε υπόψη του τους ενδεικτικά καθοριζόμενους όρους της ως άνω ΚΥΑ, λαμβανομένου υπόψη ότι επαρκώς διευκρίνισε, σε σχέση με τον οδηγό Η. Π., ότι από την (μη προσβληθείσα από οιονδήποτε των διαδίκων) υπ' αριθμ. πρωτ. 99-374/16-3-1999 έκθεση ανίχνευσης οινοπνεύματος του Εργαστηρίου Τοξικολογίας και Φαρμακολογίας του Ιατρικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Πατρών, που ήταν (κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα) το απαιτούμενο έγγραφο προς απόδειξη του κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ποσοστού αλκοόλης στο αίμα του ως άνω οδηγού - ενάγοντος "αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τη στιγμή του ατυχήματος βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος καθότι ανιχνεύθηκε στο αίμα του ποσοστό 0,80 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, βάσει της υπ`αριθμ 13382 /Φ 705.11/4./ 25-11-1977 (ΦΕΚ 1266/τεύχος Β /1977) Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξης, που εκδόθηκε κατόπιν εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 42 παρ.5 του Ν.614/1977 (ΚΟΚ)....".
Επομένως με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες τόσο ως προς την συνυπαιτιότητα για το ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 50% του οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, όσο και ως προς την συνυπαιτιότητα, για τον κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό της, κατά ποσοστό 30% της ενάγουσας - ήδη αναιρεσείουσας, συνοδηγού του ως άνω αυτοκινήτου, η οποία αποδέχθηκε να διακινδυνεύσει τον τραυματισμό της από τροχαίο ατύχημα επιβιβαζόμενη στο εν λόγω ΙΧΕ αυτοκίνητο, παρότι γνώριζε ότι ο οδηγός του τελούσε, κατά τα προαναφερθέντα, υπό την επίδραση οινοπνεύματος και δεν είχε ως εκ τούτου την απαιτούμενη σωματική και διανοητική ικανότητα για να οδηγεί, ανέλυσε δε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη, με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούσαν την έννοια της συνυπαιτιότητας της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας για τον κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματισμό της.
Συνακόλουθα, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη με τον προαναφερθέντα δεύτερο λόγο αναίρεσης, πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).
Τέλος, η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2018, με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών Γ.Α.Κ. 9096/ ΕΑΚ 758/17-10-2018 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 1930/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ