Legislator Case Law & Legislation
172/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence evaluation and witness testimony.

Case Number 172/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding overtime and weekend work claims. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence, but the Court found the First Instance Court correctly considered witness testimonies and documents without relying solely on unproven assertions. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the first respondent.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 10 C.Pol.D.; Art. 17 § 2 Law 2915/2001; The Court of Appeal's finding of fact based on witness testimony and documents constitutes valid evidence and does not amount to accepting unproven facts without evidence.

Keywords

AI generated
appeal grounds evaluation of evidence witness testimony legal costs overtime work weekend work unproven facts

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 § 2 C.Pol.D.
Art. 226 §§ 3 & 4 C.Pol.D.
Art. 559 no. 10 C.Pol.D.
Art. 17 § 2 of Law 2915/2001
Art. 561 § 1 C.Pol.D.
Art. 14 § 1 of Law 2915/2001
Art. 270 C.Pol.D.
Art. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 172 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 172/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: A. (Α.) V. (Β.) του V., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μαλεβίτη, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υπεισελθούσης στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε.", 2)εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΕΧΝΟΣ Α.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ - ΔΟΜΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3)εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ -ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Δήμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/1/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 991/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2248/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/6/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παρασταθείσας αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 §§ 3 & 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως για να ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων η αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ώστε να μη χρειάζεται νέα κλήση των διαδίκων, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 499/2018, ΑΠ 720/2017, ΑΠ 592/2017). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 8556ΣΤ/8-10-2019 και 8527ΣΤ/7-10-2019 εκθέσεις επιδόσεως τον δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α.

Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 10-12-2019, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων, όπως δε, προκύπτει από το φωτοαντίγραφο της οικείας σελίδας του πινακίου, κατά τη δικάσιμο εκείνη, η συζήτηση αναβλήθηκε με παρόντες όλους τους διαδίκους, με αναγραφή στο πινάκιο, με αίτημα της 3ης αναιρεσίβλητης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Κατά συνέπεια, εφόσον, οι αναιρεσίβλητες αυτές (2η & 3η) κλητεύθηκαν αλλά και παραστάθηκαν (χωρίς εναντίωση στην κλήτευση και μάλιστα η 3η ζήτησε αναβολή) κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την παρούσα συζήτηση, αυτές (2η & 3η) δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ (που ισχύει και στον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Εξάλλου, κατά το άρθρο 702 ΑΚ "Οι εργάτες που χρησιμοποιούνται από τον εργολάβο στην κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης έχουν για το μισθό τους απαίτηση απευθείας κατά του εργοδότη έως το ποσό που αυτός οφείλει στον εργολάβο.

Αφότου ο εργάτης δήλωσε στον εργοδότη πως ασκεί την απαίτησή του, αυτός δεν μπορεί πια να καταβάλει στον εργολάβο ή στο διάδοχό του ή να συμβιβαστεί μαζί τους έτσι ώστε να ζημιωθεί ο εργάτης. Η συμφωνία που περιορίζει προκαταβολικά αυτά τα δικαιώματα του εργάτη είναι άκυρη". Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής της διάταξης είναι: 1) Κατασκευή οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης, που ως τέτοια νοείται, κάθε έργο που χαρακτηρίζεται νομικά ως ακίνητο, κατά τρόπο ώστε η ύπαρξή του να είναι νοητή όχι αυτοτελώς, αλλά μόνο σε διαρκή σύνδεσμο με το έδαφος ή άλλο ακίνητο, αποτελώντας με αυτά ένα ενιαίο πράγμα (ΑΚ 948 επ). 2) Οφειλή του εργοδότη προς τον εργολάβο, δικαστικώς επιδιώξιμη κατά το χρόνο ενάσκησης της απαίτησης του εργάτη, σε αντίθεση με τη δήλωση του εδαφίου β', η οποία μπορεί να γίνει και όταν η οφειλή του εργοδότη δεν είναι ακόμη δυνατόν να επιδιωχθεί δικαστικώς, 3) Χρησιμοποίηση των εργατών στην κατασκευή του οικοδομικού έργου ή άλλης ακίνητης εγκατάστασης.

Και 4) Απαιτήσεις των εργατών σχετικές με την παροχή της εργασίας τους, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται αξιώσεις αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αδικοπραξίας και εργατικού ατυχήματος (ΑΠ 883, 885/2018). Η προστατευτική ρύθμιση της διάταξης καταλαμβάνει και τις απαιτήσεις των εργατών που απασχολεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας ο υπεργολάβος, οι οποίοι μπορούν να δεσμεύσουν με την ανωτέρω δήλωση, όχι μόνο την αμοιβή που οφείλει ο εργολάβος (ως εργοδότης) στον υπεργολάβο, αλλά και την αμοιβή που οφείλει ο εργοδότης στον εργολάβο.

Με τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, παρέχεται στους εργάτες ευθεία απαίτηση, στρεφόμενη κατά του εργοδότη, για την πληρωμή των μισθών που τους οφείλει ο εργολάβος, η οποία γεννάται απευθείας από το νόμο στο πρόσωπο των εργατών. Παράλληλα, διατηρούνται και οι αξιώσεις των εργατών κατά του εργολάβου από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με συνέπεια να δημιουργείται ανάμεσα στον εργολάβο και τον εργοδότη παθητική εις ολόκληρον ενοχή και οι εργάτες να μπορούν να στραφούν είτε κατά του ενός είτε και κατά των δύο μαζί, συνδεόμενων μεταξύ τους με απλή ομοδικία, κατά το άρθρο 74 του ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 3-1-2014 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αρ. καταθ. 10564/275/2012, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθεσε ότι προσλήφθηκε και εργάστηκε, ως οικοδόμος, στην 2η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη τεχνική εταιρία (ΕΝΤΕΧΝΟΣ ΑΕ), η οποία εκτελούσε οικοδομικά τεχνικά έργα της ΔΕΗ και ήδη ΔΕΔΔΗΕ (1η εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσίβλητη) με την ειδικότερη ονομασία ΔΙΚΤΥΑ ΔΕΗ ΑΘΗΝΑΣ, αρχικά ως εργολάβος και στη συνέχεια ως υπεργολάβος της 3ης εναγομένης και ήδη 3ης αναιρεσίβλητης (ΤΟΞΟΤΗΣ ΑΕ).

Ότι έχει αξιώσεις από την εργασία του κατά της δεύτερης εναγομένης για την παροχή εργασίας του πλέον του νομίμου ωραρίου, τόσο κατά τις εργάσιμες ημέρες, όσο και κατά τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Ότι τις αξιώσεις του αυτές δήλωσε ότι ασκεί και κατά της πρώτης και τρίτης των εναγομένων κατ' άρθρο 702 ΑΚ, καθότι υπάρχουν ανεξόφλητες οφειλές από το εργολαβικό αντάλλαγμα εκτέλεσης του έργου από την πρώτη εναγομένη προς τη δεύτερη και τρίτη εξ αυτών και από την τρίτη προς τη δεύτερη για τις ήδη εκτελεσθείσες εργολαβίες μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή λόγω περαιώσεως των έργων.

Ζήτησε δε εν μέρει αναγνωριστικά να υποχρεωθούν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες να του καταβάλουν τα ποσά αυτά σε ολόκληρο η καθεμιά. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών) με την 991/2015 απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων -αναιρεσείων με την από 15-9-2015 έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, παραπονούμενος για εσφαλμένη και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη 2249/2017 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν κρίνοντας την αγωγή ομοίως ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα που ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, επί λέξει τα εξής: "... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, κατά τους μήνες Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2010, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2011, εργαζόταν καθημερινά επί μία ώρα επιπλέον του ημερήσιου ωραρίου, πραγματοποιώντας υπερεργασία πέντε (5) ωρών ανά εβδομάδα και είκοσι (20) ωρών ανά μήνα, ενώ απασχολήθηκε κατά πλήρες οκτάωρο, αφενός μεν, τα Σάββατα στις 20-11-2010, 27-11-2010, 4-12-2010, 11-12-2010, 15-1-2010, 5-2-2010, 19-2-2010, 5-3-2010 και 12-3-2010, αφετέρου δε, τις Κυριακές στις 14-11-2010, 21-11-2010, 5-12-2010, 12-12-2010, 23-1-2011, 13-2-2011 και 6-3-2011.

Για τις αξιώσεις του από την ανωτέρω παρασχεθείσα εργασία, καθώς και τα δεδουλευμένα ημερομίσθια των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2010, Ιανουαρίου, Μαΐου, Ιουνίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2011, για την καθυστέρηση καταβολής των οποίων ο εκκαλών είχε προβεί και σε επίσχεση της εργασίας του, με το από 1-12-2011 έγγραφο που επέδωσε στη δεύτερη εφεσίβλητη στις 14-11-2011, άσκησε την από 8-3-2012 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου 504/12-3-2012) αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή στο σύνολο της με την 712/2013 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε η δεύτερη εφεσίβλητη, αλλά και οι ευθυνόμενες εις ολόκληρον με αυτήν εκεί εναγόμενες, κατά το άρθρο 702 ΑΚ, "ΔΕΗ Α.Ε" (δικαιοπάροχος της πρώτης εφεσίβλητης) και "ΤΟΞΟΤΗΣ Α.Ε" (τρίτη εφεσίβλητη), να καταβάλουν στον εκκαλούντα το συνολικό ποσό των 9.175,71 ευρώ.

Από τη συνεκτίμηση, περαιτέρω, όλων των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικών μέσων, δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών πραγματοποίησε υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία και εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες του έτους 2009, αλλά ούτε και κατά τα έτη 2010 και 2011, πέραν της ανωτέρω αναφερθείσας στην από 14-11-2011 αγωγή και στην 712/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Περί αυτού κατέθεσε με σαφήνεια και πειστικότητα ο εξετασθείς μ' επιμέλεια των εφεσίβλητων μάρτυς Κ. Κ., πολιτικός μηχανικός και υπεύθυνος των έργων που αναλάμβανε η δεύτερη εφεσίβλητη, ο οποίος ανέφερε ότι μετά το έτος 2009, και λόγω της οφειλόμενης στην οικονομική κρίση δραστικής μείωσης του κύκλου εργασιών της εταιρίας, το προσωπικό εργαζόταν μόνο το οκτάωρο και ελάχιστα Σαββατοκύριακα, σε έκτακτες και επείγουσες περιπτώσεις.

Τα αντίθετα αναφερόμενα από τον εξετασθέντα μ' επιμέλεια του εκκαλούντος μάρτυρα Τ. Μ. (επίσης απασχολούμενο στο ίδιο έργο συντήρησης δικτύων της ΔΕΗ, ως συνδεόμενος με σύμβαση εργασίας με τη δεύτερη εφεσίβλητη, έναντι της οποίας έχει ασκήσει αγωγές για ίδιες με αυτές του εκκαλούντος αξιώσεις) και συγκεκριμένα ότι ο εκκαλών, κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011 εργαζόταν κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή και από ώρα 07:00 έως 18:00 ή 19:00 ή 20:00 επί καθημερινής βάσης και ακόμη περισσότερες ώρες τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αφού διαψεύδονται, όχι μόνο από την κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης, αλλά και από το ίδιο το γεγονός της μη αξίωσης από τον εκκαλούντα της σχετικής αμοιβής αμέσως μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Ειδικότερα, ως ήδη προαναφέρθηκε, στην αγωγή που άσκησε ο εκκαλών ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δεκαπέντε (15) ημέρες μετά τη λύση της εργασιακής σύμβασης, ισχυρίστηκε ότι μόνο κατά τους μήνες Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2010, Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2011, εργαζόταν καθημερινά επί μία ώρα επιπλέον του ημερήσιου ωραρίου και ότι απασχολήθηκε κατά πλήρες οκτάωρο, μόνο τα Σάββατα στις 20-11-2010, 27-11-2010, 4-12-2010, 11-12-2010, 15-1-2010, 5-2-2010, 19-2-2010, 5-3-2010 και 12-3-2010 και μόνο τις Κυριακές στις 14-11-2010, 21-11-2010, 5-12-2010, 12-12-2010, 23-1-2011, 13-2-2011 και 6-3-2011.

Αντιθέτως, ουδέν ανέφερε για υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία και εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, πλην της εκεί αναφερθείσας, όπερ και οπωσδήποτε θα έπραττε, αξιώνοντας την αντίστοιχη αμοιβή, εάν το έτος 2009, το έτος 2010, πλην των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου και το έτος 2011, πλην των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου, εργαζόταν πράγματι κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή και εάν πράγματι, όλους τους λοιπούς, πλην των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2010, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2011, μήνες, εργαζόταν πέραν του οκταώρου και τις επτά (7) ημέρες της εβδομάδας, όπως ισχυρίζεται με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη.

Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι οι ανωτέρω επίδικες αξιώσεις του, ύψους, κατά την ασκηθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αγωγή, 65.819,75 ευρώ, εκ παραδρομής παραλείφθηκαν από την αγωγή που ασκήθηκε αμέσως μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αντιστρατεύεται κάθε λογική και κρίνεται μη ανταποκρινόμενος στην αλήθεια.

Και τούτο διότι η "εκ παραδρομής παράλειψη" θα μπορούσε να δικαιολογηθεί εάν επρόκειτο για εργασία κάποιων ημερών Σαββάτου και Κυριακής εντός του επίδικου χρονικού διαστήματος και για υπέρβαση εβδομαδιαίου και ημερήσιου ωραρίου κάποιων εβδομάδων και ημερών, αντίστοιχα, πλην όμως εν προκειμένω, ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι, εκτός των αναφερόμενων στην ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αγωγή του, εργάστηκε, κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011 κάθε Σάββατο, κάθε Κυριακή και καθ' υπέρβαση του οκταώρου και τις επτά (7) ημέρες της εβδομάδας, με συνέπεια, εφόσον πρόκειται για μόνιμο και καθημερινό φαινόμενο, κατά τους ισχυρισμούς πάντοτε του εκκαλούντος, να μην είναι δυνατόν οι αξιώσεις αυτές να λησμονηθούν ούτε να απαιτείται χρόνος για τη συγκέντρωση τους, προκειμένου να εκτεθούν, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών, με σαφή και ορισμένο τρόπο.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι οι επίδικες αξιώσεις, αν και γεγενημένες, δεν αναφέρονται ούτε στην από 1-12-2011 εξώδικη δήλωση, με την οποία ο εκκαλών άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, ούτε δε στην από 2-12-2011 προσφυγή του στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών πραγματοποίησε την εκτιθέμενη στην αγωγή υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία και εργασία κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, για τις οποίες αξιώνει αμοιβή, η αγωγή είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική της βάση".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, οι παραδοχές του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων εργάστηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη κατά τις ημέρες και ώρες που αναφέρονται στην από 14-11-2011 αγωγή του και στην 712/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και ότι πέραν της εργασίας του αυτής, ο αναιρεσείων δεν πραγματοποίησε υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρία και εργασία τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες του έτους 2009, αλλά ούτε και κατά τα έτη 2010 και 2011, όπως ζητεί με την υπό κρίση αγωγή του, ουδόλως αντιφάσκουν μεταξύ τους, τα όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως αβάσιμα και κατά το μέρος που πλήττουν την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Εφετείου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεώς του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο -αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 2/2008, ΑΠ 572/2018, ΑΠ 15/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο ουσίας, με την παραδοχή ότι οι επίδικες αξιώσεις αν και γεγενημένες δεν αναφέρονται στο κείμενο της από 1-12-2011 εξώδικης δήλωσής του, με την οποία άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, καθώς και της από 2-12-2011 προσφυγής του στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο αυτών, δεχόμενο γεγονότα προφανώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο ως άνω επιζήμιο γι' αυτόν πόρισμα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθότι το Εφετείο, εκτιμώντας τα έγγραφα αυτά ως αποδεικτικά μέσα, προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους, δηλαδή στην αποδεικτική αξιολόγησή τους και στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά, αλλά αφού τα διέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του και κατέληξε σε διαφορετικό αποτέλεσμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ επισκόπηση των εν λόγω εγγράφων, δεν αναφέρονται σ' αυτά οι επίδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος.

Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 104/2014, ΑΠ 273/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη "τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται, χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς".

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε χωρίς απόδειξη το μοναδικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος (πράγμα) ότι κατ' εσφαλμένη και κακή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του ότι δεν αποδείχθηκε η υπερεργασιακή και υπερωριακή του απασχόληση, καθώς και η εργασία του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές των ετών 2009, 2010 και 2011 και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με τον τρίτο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2018 και με αριθμό καταθέσεως 9156/765/18-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2248/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ