Legislator Case Law & Legislation
172/2019 AI generated

172/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 172/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την από 1-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η τελεσίδικη υπ' αριθμ. 4465/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 663 - 676 ΚΠολΔ), με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και ο πρόσθετος λόγος αυτής κατά της υπ' αριθμ.363/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά εξαφάνιση της Πρωτόδικης απόφασης έγινε εν μέρει δεκτή κατ'ουσίαν η από 21-12-2010 (αριθμ. εκθ. κατ. 8001/2010) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας.

Legislator headnote

AI generated

172/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται για μακρό χρονικό διάστημα, αλλά έλασσον του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟΛ ΑΠ 6/2016, 10/2012, 16/2006).

Keywords

AI generated
tourism development special scheme for travel agents traveller's cheque holiday compensation tourism promotion levy leave on personal grounds
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 172 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 172/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", η οποία έχει μετατραπεί σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως προκύπτει από τις από 21/9/2018 προτάσεις της ενώπιον του Β2' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευθυμία Τασιούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ν. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πολυχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 363/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4465/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 1-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η τελεσίδικη υπ' αριθμ. 4465/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 663 - 676 ΚΠολΔ), με την οποία αφού έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και ο πρόσθετος λόγος αυτής κατά της υπ' αριθμ.363/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά εξαφάνιση της Πρωτόδικης απόφασης έγινε εν μέρει δεκτή κατ'ουσίαν η από 21-12-2010 (αριθμ. εκθ. κατ. 8001/2010) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Επομένως, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα η ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη αντικειμενικών ορίων.

Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται για μακρό χρονικό διάστημα, αλλά έλασσον του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟΛ ΑΠ 6/2016, 10/2012, 16/2006).

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ναι αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματος του (Ολ. Α.Π. 10/2012). Εξάλλου; η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως, διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των μισθωτών από τη σύμβαση εργασίας και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οφέλους (ΑΠ 1354/2017, 2139/2009, 119/2009).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 18/2018, 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 20/2005).

Συνακόλουθα, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για ελλιπείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.

4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται, η εναγομένη, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με αναφορά στις από 14-11-2013 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον αυτού, προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, επικαλούμενη για τη θεμελίωση της ένστασής της αυτής τα ακόλουθα:

Ότι ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του ζητεί την καταβολή του ποσού των 106.253,54 ευρώ ως οφειλομένων σ' αυτόν από διαφορές αποδοχών, αμοιβή για νόμιμες υπερωρίες και για υπερεργασία, εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και για διανυκτερεύσεις, καθώς και για εποχιακό επίδομα, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 30-6-2010.

Ότι η άσκηση ..του δικαιώματος αυτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, γιατί αποδεχόταν και εισέπραττε αυτός καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας που τους συνέδεε (από 15-4-2004 έως 30-6-2010) και πιο συγκεκριμένα κάθε μήνα που ελάμβανε χώρα η εκκαθάριση και πληρωμή σ' αυτόν των οφειλόμενων πάσης φύσεως αποδοχών (μισθών, νομίμων επιδομάτων κλπ) τα ποσά της αμοιβής που του κατέβαλε χωρίς καμία διαμαρτυρία και χωρίς ποτέ να αξιώσει την καταβολή των επιπλέον (επίδικων) αξιώσεων, ότι από τις πράξεις αυτές και παραλείψεις του ενάγοντος δημιουργήθηκε στα αρμόδια όργανά της η εύλογη πεποίθηση ότι δεν διατηρεί ο ενάγων κατ' αυτής αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας.

Ότι, ειδικότερα, αυτός παρέλειψε να υποβάλει οποιαδήποτε προφορική ή έγγραφη διαμαρτυρία για τη μη πληρωμή των πρόσθετων αποδοχών που ζητεί καθ'όλη τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας του, εισέπραττε ανεπιφύλακτα κάθε μήνα τις αποδοχές του, δεν προσέφυγε όλο αυτό το διάστημα στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΣΕΠΕ για να διαμαρτυρηθεί για τη μη πληρωμή της υπερωριακής απασχόλησης που επικαλείται (7 ημέρες την εβδομάδα, αντί του συμφωνημένου πενθημέρου), επέδειξε αδράνεια και για ένα εξάμηνο μετά την απόλυσή του και ενώ είχε εκλείψει ο φόβος της απόλυσης και στα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα αναγνώριζε κάθε φορά ότι δεν διατηρεί καμία απαίτηση κατ' αυτής.

Ότι η ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε από την άσκηση της αγωγής αυτής θα προκαλέσει ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στην οικονομική της κατάσταση, δεδομένου ότι αποτελεί μία μικρή οικογενειακή επιχείρηση, η οποία καταβάλλει φιλότιμες προσπάθειες για να επιβιώσει στη σημερινή δύσκολη οικονομική κατάσταση της χώρας, απασχολεί 18 άτομα προσωπικό (16 οδηγούς και 2 υπαλλήλους - διοικητικό προσωπικό) και αν αναγκαστεί να καταβάλει τα αιτούμενα ποσά δεν θα επιβιώσει και θα οδηγηθεί στο κλείσιμο της επιχείρησης.

Την ένσταση αυτή επανέφερε στο Εφετείο η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της από 11-3-2014 έφεσής της, όπως διευρύνθηκε με τον τρίτο πρόσθετο λόγο έφεσης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής, τα οποία έχουν σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο:

Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη διενέργεια τουριστικών εκδρομών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 15-4-2004, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός τουριστικών λεωφορείων για πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και επί 8 ώρες ημερησίως, με μηνιαίες αποδοχές όπως αυτές προβλέπονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Ότι κατά το χρόνο της πρόσληψής του ο ενάγων είχε προϋπηρεσία 15 ετών ως οδηγός και ήταν έγγαμος, με δύο ανήλικα τέκνα. Ο ενάγων εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή 11 ώρες ημερησίως και πραγματοποιούσε εβδομαδιαίως 5 ώρες υπερεργασία και 10 ώρες νόμιμη υπερωρία και δεν έλαβε ποτέ αμοιβή γι' αυτές. Ότι για τις ανωτέρω αιτίες η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-6-2010, που απολύθηκε, το συνολικό ποσό των 12.633,90 και 19.285,58 ευρώ αντίστοιχα.

Ότι οφείλει ακόμη η εναγομένη σ' αυτόν για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 30-6-2010 το συνολικό ποσό των 7.867,40 ευρώ, για αμοιβή διανυκτεύρεσης κατά το ίδιο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 8.766,24 ευρώ και για εποχιακό επίδομα κατά την τουριστική περίοδο των ετών 2005 έως 2010 το ποσό των 1.796,80 ευρώ.

Και, τέλος, κατά λέξη ότι "η προβαλλόμενη με λόγο έφεσης ένσταση του 281 ΑΚ είναι απορριπτέα ως ουσίαν αβάσιμη, καθόσον δεν απεδείχθησαν περιστατικά ικανά που να δημιουργήσουν στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει τις επίδικες αξιώσεις του". Στη συνέχεια των παραδοχών αυτών το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή την οποία έκανε εν μέρει δεκτή, και επιδίκασε στον ενάγοντα για τις προαναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 63.313,24 ευρώ και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσία την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος με το ως άνω περιεχόμενο.

Η εναγομένη, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία και εφάρμοσε, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον άνω ουσιώδη ισχυρισμό της, στερείται παντελώς αιτιολογιών, δεν αναφέρει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση αυτή, την οποία απέρριψε κατ ουσία, χωρίς την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που την συγκροτούν.

Ο λόγος αυτός, έτσι όπως διατυπώνεται, είναι σαφής και ορισμένος, εφόσον η αναιρεσείουσα αναφέρει στο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον προταθέντα ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό της, τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, την παραδεκτή προβολή αυτού ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας και τις ανεπάρκειες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την απορριπτική της ένστασης αυτής διάταξή της.

Επομένως, τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, το Εφετείο, μη εκθέτοντας πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να κριθεί αν στοιχειοθετείται στην υπό κρίση περίπτωση η εφαρμογή ή μη της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Πιο συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει παραδοχές για το ποιά ήταν η συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου ενάγοντος όσο και της υπόχρεης εναγόμενης, πριν από την άσκηση της αγωγής, ποιά ήταν η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, αν, δηλαδή, υπήρχαν ή όχι διαμαρτυρίες του ενάγοντος προς την εναγομένη κατά την είσπραξη αποδοχών κατώτερων των δικαιουμένων, αν η συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος θα μπορούσε να δημιουργήσει στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και αν η μεταγενέστερη άσκηση αυτού συνεπάγεται επαχθείς για την υπόχρεη εναγομένη επιπτώσεις, σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου ενάγοντος από την παρακώλυση άσκησης του δικαιώματος του και αν, ενόψει όλων αυτών, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, είναι βάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, λόγω της παραδοχής του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την παραπάνω ένσταση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ,Πολ.Δ).

Τέλος, ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την υπ' αριθμ. 4465/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που δίκασε προηγουμένως. Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσίβλητου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ