172/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 172 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated172/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 172 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 172 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 172/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Κομνά, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολίτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7004/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9/3/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 30/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ολ ΑΠ 28/2005, AΠ 465/2013). Εξ άλλου από τα άρθρα 16, 17 παρ.1 και 2, 18 παρ. 1 εδ. α’ και 21 του ν. 3190/1955 περί Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης που ορίζουν: "Η διαχείρισις των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπησις της εταιρείας ανήκει, εάν δεν συνεφωνήθη άλλως, εις όλους τους εταίρους δρώντας συλλογικώς (άρθρο 16). Διά του καταστατικού ή δι’ αποφάσεως της συνελεύσεως των εταίρων, η διαχείρησις των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπησις της εταιρείας δύναται να ανατεθή εις ένα η πλείονας εταίρους ή μη εταίρους επί ωρισμένον χρόνον ή μη. Εάν η κατά την προηγουμένην παράγραφον διαχείρησις ανετέθη εις πλείονας και δεν ωρίσθη άλλως οι διαχειρισταί δρώσι συλλογικώς (άρθρο 17 παρ. 1 και 2). Οι διαχειριστές εκπροσωπούν την Εταιρεία και ενεργούν στο όνομά της κάθε πράξη που καλύπτεται από το σκοπό της εταιρείας (άρθρο 18 παρ. 1 εδ α’ ). Οι διαχειρισταί υπογράφουσι διά την εταιρείαν θέτοντες την ιδίαν αυτών υπογραφήν κάτωθι της επωνυμίας της εταιρείας (άρθρο 21)", συνάγονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: Η μεταξύ εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και διαχειριστών της σχέση ρυθμίζεται κατ’ αρχήν από την εταιρική σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις του ν.3190/1955 και του ΑΚ αλλά και τις περί εντολής διατάξεις των άρθρων 714 έως 723 ΑΚ, εφαρμοζόμενες αναλόγως. Με την πράξη διορισμού διαχειριστών καθορίζονται και οι εσωτερικές σχέσεις μεταξύ αυτών και της ΕΠΕ. Αν ο διαχειριστής για τις υπηρεσίες που προσφέρει λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών αφού λόγω της ως άνω ιδιότητας του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρείας και υποβάλλεται στην εξουσία της συνέλευσης των εταίρων. Η σχέση αυτή, είτε ως εντολή, είτε ως μίσθωση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία (άρθρα 669, 672 Α.Κ.) και δεν έχουν επ’ αυτής εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Δεν αποκλείεται όμως ο διαχειριστής σε εκτέλεση συμβάσεως να παρέχει παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από το νόμο ή το καταστατικό της εταιρίας και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς προσδιορισμένη, με εργασιακή σύμβαση. Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως αυτής, ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εξαρτάται πέραν από την καταβαλλόμενη αμοιβή, από το αν ο διαχειριστής υποβάλλεται ή όχι σε νομική εξάρτηση από τα αρμόδια όργανα της εταιρίας (εργοδότη), αν δηλαδή αυτά έχουν δικαίωμα να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να παρέχουν δεσμευτικές γι’ αυτόν (διαχειριστή) εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση τούτων, οπότε πρόκειται για σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, η οποία, αν είναι αορίστου χρόνου, μπορεί να λυθεί με καταγγελία από μέρους του εργοδότη, η οποία για να είναι έγκυρη πρέπει κατ’ άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τούτο ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 2550/1997 να γίνει εγγράφως, να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και να έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (oλ ΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Σύμφωνα δε με την διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία αυτή διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 26/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ενάγων είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός με πολυετή εμπειρία στην αγορά της ενέργειας και με προϋπηρεσία, μεταξύ άλλων, επί δεκαπενταετία στην εταιρεία "...", επί διετία ως διευθυντής πωλήσεων στην εταιρεία Ε.ΟΝ, μια εκ των μεγαλυτέρων εταιριών παγκοσμίως στην αγορά ενέργειας και επί πενταετία στην εταιρεία "...", η οποία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα στον τομέα φωτοβολταϊκών συστημάτων. Η εναγομένη, μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, συνεστήθη με το υπ’ αριθ. .../20.10.2011 καταστατικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Στεφανάκου με αριθμό ..., η περίληψη του οποίου δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 11238/24.10.2011 ΦΕΚ(Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ και Γενικού Εμπορικού Μητρώου), από την εταιρεία γερμανικού δικαίου με την επωνυμία "..." και δραστηριοποιείται στο χώρο των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, ανανεώσιμων πηγών ενεργειών και ενεργειακών συστημάτων. Μοναδική μέτοχος της εναγομένης εταιρείας είναι η ανωτέρω "μητρική εταιρεία" της οποίας ιδιοκτήτης είναι ο L. K.. Διαχειριστές της εναγομένης εταιρείας από την έναρξη της μέχρι την ανάκληση τους, ορίστηκαν με το καταστατικό ο ενάγων και ο V. F.- S. προκειμένου να εκπροσωπούν την εταιρεία είτε από κοινού είτε ο καθένας χωριστά. Η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα πριν την ίδρυσή της με την από 30.9.2011 σύμβαση πρόσληψης, την οποία ο ενάγων χαρακτηρίζει σύμβαση πρόσληψης Γενικού Διευθυντή και η εναγομένη σύμβαση πρόσληψης Διαχειριστή. Στην εν λόγω σύμβαση μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής: Ο ενάγων 1) έχει δικαίωμα και υποχρέωση να εκπροσωπεί και να διοικεί ο ίδιος την επιχείρηση όπως προβλέπεται από το νόμο, 2) είναι υπεύθυνος να εφαρμόζει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του εργοδότη υπό την έννοια των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, 3) οφείλει να φροντίζει για την τήρηση των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας, 4) οφείλει να συγκαλεί την γενική συνέλευση της εταιρείας, 5) οφείλει να φροντίζει για την σωστή και έγκαιρη κατάρτιση των αποτελεσμάτων χρήσης βάσει της ελληνικής νομοθεσίας περί ΕΠΕ, 6) οφείλει να λαμβάνει έγκριση των εταίρων για ορισμένες μη συνήθεις πράξεις, 7) οφείλει να διαθέτει το σύνολο των εργασιακών του δυνατοτήτων στην εταιρεία χωρίς να δεσμεύεται από συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, 8) οφείλει να τηρεί υποχρέωση πίστης και μη αποκάλυψης εταιρικών ζητημάτων σε τρίτους, 9) οφείλει να μην απασχοληθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο από ανταγωνιστή της εταιρείας, 10) θα λαμβάνει πλέον του μισθού του και επιμίσθιο ύψους 1.000 ευρώ, 11) θα λαμβάνει τα έξοδα και τις δαπάνες που πραγματοποίησε στα πλαίσια άσκησης των επαγγελματικών του καθηκόντων, 12) θα λαμβάνει άδεια ετησίως 25 εργάσιμες ημέρες μετ’ αποδοχών και αν δεν μπορεί να λάβει άδεια για να μη θιγούν τα συμφέροντα της εταιρείας τότε δικαιούται να λάβει αποζημίωση για τις ημέρες της αδείας του με βάση το ύψος του βασικού του μισθού, 13) θα μπορεί να καταγγελθεί η σύμβαση, η οποία είναι αορίστου χρόνου, μετά την παροχή προθεσμίας 30 ημερών και σε κάθε περίπτωση άνευ προθεσμίας σε περίπτωση σοβαρής αιτίας και σε περίπτωση πρόωρης λήξης της απασχόλησης του, ανεξαρτήτως αιτίας η εναγομένη, για λόγους δικαιοσύνης δύναται να καταβάλει μια εύλογη αποζημίωση. Αν και ο ενάγων τοποθετήθηκε στη θέση του διαχειριστή, εν τούτοις, όλο το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του μέχρι την απόλυσή του δεν συμμετείχε αποφασιστικά στην χάραξη της επιχειρησιακής πολιτικής και στον καθορισμό των στόχων της εταιρίας, στην εποπτεία και τον έλεγχο της επενδυτικής της δραστηριότητος και των εργασιών της εν γένει, πάντα δε ενεργούσε υπό τις οδηγίες και υποδείξεις του L. Κ.. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι όλες τις σχετικές με τα ανωτέρω θέματα αποφάσεις που αφορούσαν την διοίκηση και διαχείριση της εναγομένης, την οικονομική πορεία αυτής και την πραγματοποίηση των στόχων της ελάμβανε ουσιαστικά ο L. Κ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε ήταν και ο ιδιοκτήτης της μητρικής εταιρείας και μοναδικής μετόχου της εναγομένης "..." και ο ενάγων σε συμμόρφωση προς τις υποδείξεις και οδηγίες του δεν ήταν σε θέση να αναπτύξει πρωτοβουλία για την λήψη κρίσιμων αποφάσεων. Ειδικότερα, ο ενάγων επελέγη για τη θέση του ενός εκ των διαχειριστών διότι αποτελούσε την "φυσική παρουσία" της μητρικής εταιρείας στην Ελλάδα λόγω αφενός της γνώσης της γλώσσας και αφετέρου διότι λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας στο αντικείμενό του γνώριζε την ελληνική αγορά μπορούσε να υπογράφει τα συμβόλαια για την κατασκευή φωτοβολταϊκών πάρκων, τα οποία θα χρηματοδοτούνταν εν μέρει από την εναγομένη ώστε να κινείται πιο ευέλικτα στην αγορά η τελευταία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ενάγων, παρότι σύμφωνα με το καταστατικό της εναγομένης εταιρείας με την ιδιότητα του διαχειριστή μπορούσε, μεταξύ άλλων, να προσλαμβάνει υπαλλήλους, ακόμη και για την πρόσληψη έπρεπε να υπάρχει σύμφωνη γνώμη από τον L. Κ., όπως στην περίπτωση της πρόσληψης εκ μέρους της εναγομένης της υπαλλήλου Β. Γ., ενώ ακόμη και για την επίπλωση των γραφείων της εταιρείας ο ενάγων έπρεπε να λάβει έγκριση από την μητρική εταιρεία. Εν όψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά και το περιεχομένου της ως άνω μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσης από 30.9.2011 "συμβάσεως", ερμηνευομένης κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, πρόδηλον καθίσταται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι η συνδέουσα τον ενάγοντα με την εναγομένη εταιρία σχέση, καθ’ όσον αφορά την από μέρους του άσκηση των καθηκόντων του ως διαχειριστού της εταιρείας, ήταν εκείνη της συμβάσεως εντολής. Όμως, ο ενάγων ανεξαρτήτως των ανωτέρω καθηκόντων του παρείχε και καθήκοντα διευθύνοντος υπαλλήλου (γενικού διευθυντή) και η με την τελευταία αυτή ιδιότητα σύμβαση του, έφερε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το ότι με την ως άνω συναφθείσα σύμβαση, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δίνουν τα διάδικα μέρη καταρτίστηκε πράγματι μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, έχουσα ως αντικείμενο την από μέρους του ενάγοντος παροχήν υπηρεσιών διαφορετικών από τις προσιδιάζουσες στην ιδιότητα διαχειριστή προκύπτει πλέον των ανωτέρω και από τα ακόλουθα μη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά: 1) εφόσον ο ενάγων τοποθετήθηκε διαχειριστής της εναγομένης εταιρείας με το καταστατικό αυτής οι αρμοδιότητες του προσδιορίζονταν πλήρως από το καταστατικό και επομένως η κατάρτιση της ανωτέρω συμβάσεως δεν αποσκοπούσε μόνον στην παροχή εκ μέρους του ενάγοντος υπηρεσιών ανταποκρινομένων στην ιδιότητα του αυτή αλλά και στην εκ μέρους του παροχή επί πλέον υπηρεσιών. 2) Ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων του ενάγοντος υπήρχε πλήρης συμμόρφωση αυτού στις εντολές της μητρικής εταιρείας ακόμα και σε θέματα ήσσονος σημασίας (εξοπλισμός της εταιρείας με έπιπλα) ακόμη δε και σε θέματα που αφορούσαν την ιδιότητα του ως διαχειριστή της εναγομένης (πρόσληψη υπαλλήλων). 3) από τον περιεχόμενο στην ως άνω σύμβαση όρο, που προβλέπει τη χορήγηση αδείας και αποδοχών αδείας και την καταβολή σ’ αυτόν εύλογης αποζημιώσεως σε περίπτωση προώρου καταγγελίας της συμβάσεως ανεξαρτήτως αιτίας και δ) την τήρηση εκ μέρους του ενάγοντος ωραρίου εργασίας και συγκεκριμένα εργαζόταν καθημερινά από 9 έως 5 και πολλές φορές και περισσότερο, αν και στη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων αναφέρεται ότι ο ενάγων δεν θα τηρεί συγκεκριμένο ωράριο εργασίας. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι στις 30.10.2012 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος χωρίς να καταβάλει αποζημίωση και να τηρήσει τον έγγραφο τύπο. Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε ακολούθως το Εφετείο ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.11.2012 έως 31.1.2013, για δώρο Χριστουγέννων 2012, για δώρο Χριστουγέννων 2011 για επίδομα αδείας 2011, για δώρο Πάσχα 2012, για επίδομα αδείας 2012, για αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας αδείας έτους 2012, το συνολικό ποσό των 37.920 ευρώ και αφού εν τω μεταξύ είχε εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης-εκκαλούσας (ήδη αναιρεσείουσας), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη . Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, παράλληλα με τη σχέση του διαχειριστή της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, συνδεόταν μαζί της και με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ασκώντας τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή αυτής, πέραν των καθηκόντων του ως διαχειριστή και ότι η καταγγελία αυτής της συμβάσεως, γενομένη χωρίς έγγραφο τύπο και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είναι άκυρη, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 6 του ν. 765/1943, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, των ν. 3198/1955, 2112/1920 και των άρθρων 16, 17, 18, 20 και 21 του ν 3190/1955, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με δύο συμβάσεις με την αναιρεσείουσα και ειδικότερα συνδεόταν μαζί της αφενός μεν ως διαχειριστής που ορίσθηκε με το καταστατικό της εταιρίας, το οποίο και προσδιόριζε τις υποχρεώσεις του και τα δικαιώματά του εκ της εν λόγω ιδιότητός του, αφετέρου δε και παράλληλα με την ιδιότητα του διαχειριστή, ως γενικός διευθυντής αυτής, απασχολούμενος με την ιδιότητα αυτή δυνάμει της από 30.9.2011 μεταξύ τους σύμβασης στην οποία αναφέρονταν τα καθήκοντα που θα ασκούσε ως διαχειριστής από του διορισμού του, επί πλέον δε ύστερα από ερμηνεία της συμβάσεως αυτής, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι ορίζονταν οι υποχρεώσεις του και τα δικαιώματά του ως γενικού διευθυντή και δεν δέχθηκε αντιφατικά ότι η σύμβαση του αναιρεσιβλήτου με την αναιρεσείουσα, ρυθμιζόταν ως μία ενιαία παράλληλα και αντιφατικά από δύο διαφορετικών κατηγοριών διατάξεις (των περί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και συγχρόνως των περί εντολής). Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον μεν πρώτο ευθεία παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, με τον δε δεύτερο εκ πλαγίου παράβαση των ίδιων διατάξεων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην απόφαση. Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως, στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραβλεφθεί. Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει (AΠ 49/2013). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, για να καταλήξει στο ανωτέρω αναφερόμενο πόρισμά της, με το οποίο δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε στην κατ’ έφεση δίκη και συγκεκριμένα: α) την από 30.9.2011 σύμβαση διαχειριστή, με συνημμένη την ορθή μετάφραση της από τη γερμανική στην ελληνική γλώσσα, β) το υπ’ αριθμ. .../20.10.2011 ιδρυτικό καταστατικό της αναιρεσείουσας και, πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 11 αυτού, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος ορίστηκε διαχειριστής και το άρθρο 12 δια του οποίου ορίζονται ο τρόπος άσκησης των αρμοδιοτήτων και των λειτουργιών των διαχειριστών της αναιρεσείουσας, γ) τα σχετικά τιμολόγια της αναιρεσείουσας για την παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου προς αυτή, αφετέρου δε γεννάται αμφιβολία εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη την κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας, Δ. Ν., που περιλαμβάνεται και στα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλόμενη πρακτικά, η οποία παρατίθεται κατά λέξη στην αίτηση αναίρεσης. Από την υπάρχουσα όμως , στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα, με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως όχι μόνο δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα αναφερόμενα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι στον ίδιο λόγο αναφερόμενες αιτιάσεις, ότι "τα σχετικά τιμολόγια της αναιρεσείουσας για την παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου προς αυτή, αποδεικνύουν ότι ουδέποτε ο αναιρεσίβλητος εργάστηκε σε εξαρτημένη σχέση, αλλά, αντίθετα, αμειβόταν με την έκδοση Τ.Π.Υ., ως ελεύθερος επαγγελματίας", ότι "εκ της συνολικής εκτίμησης της επ’ ακροατηρίω ως άνω κατάθεσης της μάρτυρος της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι τα καθήκοντα του αναιρεσιβλήτου ήταν εκείνα του Διαχειριστή, το οποίο, άλλωστε, εκφράζεται ρητώς και από την ίδια τη μάρτυρα, και η λέξη "ωράριο" που χρησιμοποιεί η μάρτυρας είναι μόνο προσδιοριστική των ωρών λειτουργίας της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, αφού η ίδια ως γραμματέας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τη νομική χρήση της λέξης αυτής, από δε την επόμενη ακριβώς φράση "πολλές φορές έμενε περισσότερο" προκύπτει ότι η μάρτυρας κατέθεσε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν τηρούσε ωράριο, όπως οι υπόλοιποι τέσσερις εργαζόμενοι, αλλά εργαζόταν περισσότερες ώρες, τις οποίες ο ίδιος καθόριζε ελεύθερα, άλλωστε από όλη την ως άνω κατάθεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε διαχειριστικά καθήκοντα, ελάμβανε μόνος του όλες τις σημαντικές αποφάσεις, προσελάμβανε λογιστές, δικηγόρους, υπαλλήλους και συμβούλους, όπως έγινε και στην περίπτωση του δικού του μάρτυρα, είχε πρόσβαση σε εταιρικούς λογαριασμούς κλπ" και ότι "τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, βρίσκονται σε οφθαλμοφανή και έντονη απόκλιση από την σχετική κρίση του Εφετείου Αθηνών περί χαρακτηρισμού της σχέσης των διαδίκων ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας", προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.3.2015, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 288/18.3.2015, αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." κατά του Σ. Π. του Α., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 7004/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ