Legislator Case Law & Legislation
172/2015 AI generated

172/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 172/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

172/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Keywords

AI generated
technical barriers extortion of excessive official fees withdrawal of debt enforcement vending machine concession contract unpaid licensing royalties surplus-sharing minimum maintenance calculation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 172 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 172/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Ζ. - Β. Τ. Ο.Ε.", που εδρεύει στα Άνω Λιόσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μικρό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ό. συζ. Κ. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ανδρεουλάκο και 2) Κ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ασπασία Παπαγρηγορίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1149/2009 μη οριστική και 1666/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 862/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-4-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 6-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της 304/22-4-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 862/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Οι διατάξεις των άρθρων 361 και 454 Α.Κ. ορίζουν ότι "για τη σύσταση ή την αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά" (361 Α.Κ.) και "όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής" (454 Α.Κ.) (ΑΠ 1480/2012).

Στο δεύτερο εδάφιο της διάταξης του άρθρου 454 Α.Κ. προβλέπεται συμβατική παραίτηση από δικαίωμα, η οποία, εφόσον εκδηλώθηκε ως μετατροπή της υπάρχουσας απαιτήσεως σε ανύπαρκτη για το μέλλον, συνιστά αρνητική αναγνωριστική σύμβαση. Η σύμβαση αυτή συνάπτεται σε δύο περιπτώσεις α) όταν πραγματικά δεν υπάρχει χρέος, είτε διότι δεν υπήρξε ποτέ, είτε διότι υπήρξε μεν, αλλά έχει αποσβεστεί από άλλη αιτία και οι συμβαλλόμενοι απλά διαπιστώνουν την ανυπαρξία του χρέους με τη σύμβασή τους και β) όταν το χρέος υπάρχει ακόμη κατά τη σύναψη της συμβάσεως, αλλά οι συμβαλλόμενοι δανειστής και οφειλέτης συμφωνούν, ότι δεν υφίσταται Η δεύτερη περίπτωση αφορά την γνήσια αρνητική αναγνωριστική σύμβαση, που αποτελεί το αντικείμενο ρυθμίσεως του άρθρου 454 εδ.

β' του ΑΚ, η οποία της προσδίδει ενέργεια όμοια με την άφεση χρέους, από την οποία η μόνη διαφορά είναι ότι ενώ στην άφεση χρέους οι συμβαλλόμενοι δέχονται την ύπαρξη του χρέους στην αρνητική αναγνωριστική σύμβαση την αρνούνται. Περαιτέρω, η αρνητική αναγνωριστική σύμβαση είναι αναιτιώδης και άτυπη σύμβαση για το κύρος της οποίας κατ' αρχήν δεν απαιτείται η τήρηση τύπου για την κατάρτισή της ( ΑΠ 1118/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καλή πίστη "θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 8/2001, 1/1997, 62/1990). Αναφορικώς δε με την αδράνεια του δικαιούχου, η διάρκειά της είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο αποσβέσεως του δικαιώματος που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς (Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 207/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 9-4-2008 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσίβλητες ζήτησαν να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη - ήδη αναιρεσείουσα, μισθώτρια ακινήτου τους, υποχρεούται να τους καταβάλει το ποσό των 274.100 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε στον φέροντα οργανισμό του εν λόγω κτηρίου λόγω της στατικής ή δυναμικής φόρτισης των τμημάτων των πλακών της οροφής του ημιυπογείου του με την εγκατάσταση και λειτουργία δύο ογκωδών μηχανημάτων σ' αυτό, από την εναγομένη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1666/2011 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει σε καθεμία των εναγουσών το ποσό των 12.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 3-5-02 Ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε στην Αθήνα, οι ενάγουσες εκμίσθωσαν στην εναγομένη ένα ακίνητο ευρισκόμενο επί της οδού ...

στις Αχαρνές Αττικής ανήκον στην συγκυριότητά τους κατά ποσοστό 50% εις εκάστην, αποτελούμενο από ένα ισόγειο χώρο 800 τ.μ. περίπου καθώς και περιβάλλοντα χώρο οικοπέδου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η τελευταία ως έδρα της επιχείρησής της (βιοτεχνία πλαστικοποίησης χάρτου). Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε διετής, αρχομένη την 3-5-02 και λήγουσα την 2-5-04 με δικαίωμα παράτασης αυτής για τέσσερα ακόμη έτη και το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 3.522 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου αναπροσαρμοζόμενο μετά το πρώτο μισθωτικό έτος κατά ποσοστό ίσο με το μέσο ετήσιο πληθωρισμό του προηγούμενου έτους, προσαυξανόμενο κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες.

Η εναγομένη παρέλαβε αμέσως το μίσθιο και έκανε χρήση αυτού, στο οποίο τοποθέτησε δύο ογκωδέστατα μηχανήματα της επιχείρησής της (εκτυπωτικές μηχανές), τα οποία και έθεσε σε λειτουργία. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι οι κραδασμοί των ως άνω μηχανημάτων προκάλεσαν βλάβες σοβαρές στον φέροντα οργανισμό του κτηρίου λόγω της στατικής ή δυναμικής φόρτισης των (τμημάτων των πλακών της νοτιάς πλευράς του μισθίου ακινήτου).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι για το εν λόγω μίσθιο είχε εκδοθεί η 1990/78 οικοδομική άδεια από την Υπηρεσία Πολεοδομίας Ανατολικού διαμερίσματος της Νομαρχίας Αττικής, η οποία προέβλεπε ανέγερση ισογείου αποθήκης με υπόγειο, στον γενόμενο δε μετά το σεισμό του έτους 1999 έλεγχο το μίσθιο κρίθηκε κατάλληλο για χρήση (πράσινο).

Στην πλάκα οροφής του υπογείου δημιουργήθηκαν ρηγματώσεις οι οποίες οφείλονται στην αστοχία της πλάκας λόγω υπέρβασης της φέρουσας κακότητάς της (φόρτιση μεγαλύτερη της αντοχής της). Οι ρηγματώσεις αυτές εκ των οποίων οι περισσότερες ήταν διαμπερείς δημιούργησαν την παραμόρφωση της πλάκας οροφής του υπογείου (δάπεδο του ισογείου) και επηρέασαν τη στατικότητά της και προκλήθηκαν από την καταπόνησή της λόγω των ισχυρών κραδασμών των ανωτέρω μηχανημάτων που τοποθέτησε στο μίσθιο η εναγομένη, οι οποίοι (κραδασμοί) δημιούργησαν υπέρμετρη φόρτισή της.

Το γεγονός τούτο αντελήφθη αμέσως η εναγομένη και ειδοποίησε τις ενάγουσες, οι οποίες ανέθεσαν την 20-6-02 σε μηχανικό να επιθεωρήσει το μίσθιο και να εκτιμήσει τη ζημία. Η εναγομένη δυνάμει του από 5-7-02 ιδιωτικού συμφωνητικού ανεγνώρισε ότι οι ως άνω ρηγματώσεις προκλήθηκαν από τη λειτουργία των μηχανημάτων της και ανέλαβε την ευθύνη να τις αποκαταστήσει.

Εξάλλου, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι το άνω υπόγειο είχε ανεγερθεί παρανόμως χωρίς πολεοδομική άδεια και χωρίς να έχει προβλεφθεί στατική επάρκεια του μισθίου, ούτε ότι οι εν λόγω ρωγμές προϋπήρχαν της ως άνω μισθώσεως και ήταν γνωστές στις ενάγουσες, είχαν δε ως συνέπεια την μη δυνατότητα χρήσης του μίσθιου εκ μέρους της μισθώτριας, ούτε ότι εξαπατήθηκε ή πλανήθηκε η εναγομένη και υπέγραψε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό.

Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης περί υπάρξεως πραγματικών ελαττωμάτων στο μίσθιο γνωστών στις ενάγουσες κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης, περί συνυπαιτιότητας των εναγουσών στην επέλευση των ζημιών του μισθίου ως και περί ακυρότητας του ως άνω συμφωνητικού, οι οποίοι παραδεκτά επαναφέρονται με τους δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης.

Για την αποκατάσταση των ως άνω φθορών του μισθίου και της στατικότητας της κατασκευής απαιτούνται σύμφωνα με την εκτίμηση του ως άνω πραγματογνώμονα οι κάτωθι εργασίες και ποσά: 1) διάνοιξη και καθαρισμός ρηγματώσεων και σιδηροπλισμού (όπου έχει αποκαλυφθεί) από σαθρά υλικά, επάλειψη σιδηροπλισμού με αντιοξειδωτικό υλικό και έγχυση ρητινών (ρητινενέσεις) για συγκόλληση του σκυροδέματος, απομάκρυνση μπαζών και καθαρισμό (70μ χ 60€/μ = 4.200€), 2) προετοιμασία επιφανειών και επικόλληση ανθρακοελασμάτων πλάτους 5 εκ.

σε αποστάσεις 30 εκ. καθ' όλο το μήκος των ρηγματώσεων, επικόλληση γωνιακών ανθρακοελασμάτων στην οροφή υπογείου κατά μήκος της δοκού (120μ χ 70€/μ = 8.400€), 3) επικάλυψη δαπέδου ισογείου με τσιμεντοκονία (420 τ.μ. χ 15 €/μ = 6.300€), 4) απεργασίες, μερεμέτια, απρόβλεπτα (600€), 5) έξοδα έκδοσης οικοδομικής αδείας - (αμοιβή μηχανικού) (4500€), ήτοι συνολικά απαιτείται το ποσό των 24.000€.

Συνεπώς, οι ενάγουσες δικαιούνται να απαιτήσουν από την εναγομένη το ως άνω ποσό. Όπως δε αποδεικνύεται από το από 5-7-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, το εργοληπτικό αντάλλαγμα για τις εργασίες αποκατάστασης του μίσθιου από την εργοληπτική επιχείρηση του Χ. Κόκκινου αφορά τη λήψη των άμεσων μέτρων ασφαλείας του μίσθιου, που συνίστανται στην τοποθέτηση υποστηλωμάτων στο υπόγειο και στη μετακίνηση των μηχανημάτων στην βόρεια πλευρά του μίσθιου και δεν προκύπτει από κάποιο άλλο στοιχείο ότι το ποσό αυτό αφορά την πλήρη αποκατάσταση των ζημιών, που προκλήθηκαν στο μίσθιο, εξαιτίας της λειτουργίας των ογκωδέστατων μηχανημάτων της εναγομένης και υπήρχαν κατά το χρόνο απόδοσής του τον Ιανουάριο του έτους 2008.

Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στις ενάγουσες ανέρχεται σε 14.700 ευρώ, το οποίο καλύπτει απολύτως τις οποιεσδήποτε ζημίες, που υπέστη το μίσθιο από τη λειτουργία των μηχανημάτων της, ενόψει και του ότι αυτές με δήλωσή τους στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρουν ότι σε περίπτωση που καταβληθεί το ποσό αυτό ουδεμία αξίωση έχουν εναντίον της εναγομένης ή διατηρούν για το μέλλον, έτσι ώστε να συνάγεται άφεση, χρέους κατά το επιπλέον ποσό και να μην έχουν έννομο συμφέρον να το διεκδικούν, που νόμιμα επαναφέρεται με τον τέταρτο λόγο έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξάλλου, η αμφισβήτηση του ύψους των κονδυλίων που αφορούν υλικά και εργασίες για την αποκατάσταση των δημιουργηθεισών φθορών στο μίσθιο απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με την έφεση, εφόσον δεν γίνεται μνεία ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 527 παρ. 2 ΚΠολΔ".

Περαιτέρω, έκρινε ότι τα προβληθέντα πραγματικά περιστατικά, προς θεμελίωση του ισχυρισμού της εναγομένης, ότι οι ενάγουσες καταχρηστικά ασκούν το δικαίωμά τους μετά από αδράνεια επτά ετών, αφού από τις 5-7-2002, επί επτά ολόκληρα έτη, ουδέποτε την όχλησαν για δήθεν ζημία του κτηρίου τους, ενόψει και του ότι είχε απομακρύνει τις μηχανές από τον επικίνδυνο χώρο, δεν συνιστούν την υποβληθείσα από αυτήν ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη.

Το Εφετείο, με το να καταλήξει στις προαναφερόμενες παραδοχές, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 454 και 281 Α.Κ., κρίνοντας αφ' ενός ότι δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, περιέχουσα μερική άφεση χρέους και αφ' ετέρου ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε η εναγομένη ήταν μη νόμιμη, και δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια.

Συνεπώς, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά τις σχετικές αιτιάσεις τους, με τις οποίες υποστηρίζονται τα αντίθετα. Καθ' όσο μέρος υπό την επίκληση της πλημμελείας από τον αρ. 1 προσάπτεται εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, ήτοι του από 5-7-2002 καταρτισθέντος μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού, ως προς το εάν αυτό αφορούσε στη λήψη των άμεσων μέτρων ασφαλείας του μισθίου, ήτοι στην τοποθέτηση υποστυλωμάτων στο υπόγειο και στη μετακίνηση των μηχανημάτων στη βόρεια πλευρά του μισθίου, και όχι στην πλήρη αποκατάσταση των ζημιών, που προκλήθηκαν στο μίσθιο μέχρι τον Ιανουάριο του 2008 από τη λειτουργία των μηχανημάτων της εναγομένης - αναιρεσείουσας, όπως διατείνεται η τελευταία, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι με την αιτίαση αυτή δεν ιδρύεται ούτε ο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, ούτε εκείνος από τον αρ. 11 του ίδιου άρθρου, δοθέντος ότι η εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου από το Δικαστήριο της ουσίας εξαιρείται του αναιρετικού ελέγχου.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1299/2009), είτε ρητώς, είτε εκ του πράγματος με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΑΠ 403/2009).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζομένη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ένστασή της περί ακυρότητας του από 5-7-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού, λόγω ουσιώδους πλάνης αυτής, που προκλήθηκε από εξαπάτησή της από τις αναιρεσίβλητες και τον πολιτικό μηχανικό αυτών, ότι δήθεν οι ρωγμές στην πλάκα του μισθίου προκλήθηκαν από τη χρήση του δικού της μηχανήματος, ενώ η πραγματικότητα είναι ότι είχαν προκληθεί από άλλη αιτία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και, ρητώς, τον απέρριψε κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. ΑΠ 395/2004, ΑΠ 902/2008). Το έννομο συμφέρον, όμως, και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008).

Περαιτέρω, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως (ΑΠ 373/2012).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο δεύτερος λόγος κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, με τις οποίες αποδίδει τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 13 και 14 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος Ειδικότερα, ως προς την προσαπτόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 13, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται η παραβίαση, με συνέπεια την αοριστία του λόγου αυτού (ΑΠ 233/2011), ενώ, ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αρ. 14, διότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, δεν ιδρύεται η πλημμέλεια αυτή, προκειμένου περί ουσιαστικής προϋπόθεσης για παροχή δικαστικής προστασίας, όπως η νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον, την έλλειψη του οποίου επικαλείται η αναιρεσείουσα, ως επακόλουθο της άφεσης χρέους, που υποστηρίζει ότι έλαβε χώρα, παρά μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ουσιαστική αυτή προϋπόθεση, περίπτωση που δεν συντρέχει.

Τέλος, υπό τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης, δεν ιδρύεται ούτε η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αν ήθελε εκτιμηθεί ότι η αναιρεσείουσα επιχειρεί να στηρίξει τον δεύτερο λόγο στη διάταξη αυτή την οποία, άλλωστε, δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα, δηλαδή της παραμόρφωσης του ανωτέρω εγγράφου, το ενδιαφέρον τμήμα του οποίου έχει ως εξής: "...Επίσης ρητά συμφωνείται ότι θα ληφθούν άμεσα μέτρα ασφάλειας μέχρι την έναρξη των απαιτούμενων εργασιών, ήτοι: 1) τοποθέτηση υποστυλωμάτων στο υπόγειο και 2) μετακίνηση του μηχανήματος στη βόρεια πλευρά του μισθίου μόνο υπό την επίβλεψη και οδηγίες του ως άνω πολ.

μηχανικού των αφενός συμ/νων. γ) Το συμφωνηθέν εργοληπτικό αντάλλαγμα για τις ως άνω εργασίες ανέρχεται στο ποσό των 14.700 ευρώ, το οποίο αναλαμβάνει η αφετέρου συμβ/νη εταιρία, όπως εδώ παρίσταται και εκπροσωπείται, να καταβάλλει στην ανωτέρω εργοληπτική επιχείρηση... Τηρουμένων των παραπάνω συνθηκών οι αφενός συμβαλλόμενες δεν διατηρούν άλλη απαίτηση από την αφετέρου συμβαλλομένη για την αιτία αυτή...".

Και τούτο, διότι δεν προκύπτει πρόδηλη παραμόρφωση του προαναφερθέντος εγγράφου, αλλά ότι το Εφετείο, αφού το ανέγνωσε ορθώς, συνήγαγε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

Με τον τρίτο λόγο κατά την πρώτη αιτίαση αυτού προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε, ότι απαραδέκτως προβλήθηκαν το πρώτον νέα περιστατικά στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ήτοι ότι η επί μακρόν αδράνεια των αναιρεσιβλήτων και η απαλλαγή των νόμιμων εκπροσώπων της από το ποινικό Δικαστήριο μετά από ασκηθείσα σε βάρος τους μήνυση για φθορές στο μίσθιο, δημιούργησε στους εκπροσώπους της την εύλογη πεποίθηση ότι ουδόλως στο μέλλον θα στραφούν εναντίον της για τις φθορές του μισθίου, ενώ τα περιστατικά αυτά είχαν παραδεκτώς προβληθεί στο πρωτόδικο Δικαστήριο.

Από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων και της έφεσης της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι τα περιστατικά αυτά είχαν πράγματι προβληθεί και πρωτοδίκως και, συνεπώς, παραδεκτώς προβλήθηκαν και στο Εφετείο. Πλην όμως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, διότι τα περιστατικά αυτά, και αν είχε γίνει δεκτό ότι προτάθηκαν παραδεκτώς, δεν είναι επαρκή, όπως προαναφέρθηκε, για τη συγκρότηση της εν λόγω ένστασης του άρθρου 281 Α.Κ., χωρίς την επίκληση δυσμενών επιπτώσεων, που δημιουργούνται γι' αυτήν από την άσκηση του δικαιώματος σε συνδυασμό με τα στοιχεία της μακράς αδρανείας των εναγουσών - αναιρεσιβλήτων και της καλόπιστης πεποίθησης αυτής, είτε της συνδρομής ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο των δικαιούχων όσο και της υποχρέου, με τη συμπεριφορά της τελευταίας να τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη των δικαιούχων, σε τρόπο ώστε να προκύπτει ότι η άσκηση του δικαιώματος αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, και συνεπώς, η ένσταση θα ήταν απορριπτέα, ως αόριστη.

Επίσης, εφόσον και μετά τη λήψη υπόψη και αυτών των περιστατικών και πάλι δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή και πάλι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται ούτε ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., την πλημμέλεια του οποίου δεν επικαλείται, άλλωστε, η αναιρεσείουσα για τη μη λήψη υπόψη της ανωτέρω ένστασης.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ για καθεμία (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 304/22-4-2014 αίτηση για αναίρεση της 862/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για καθεμία. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2015.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ