172/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 172 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 172/2012
Legislator headnote
AI generated172/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 172 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 172/2012
Full text
Απόφαση 172 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 172/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κοινότητας Συκαμίνου Αττικής που εδρεύει στο Συκάμινο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρόεδρό της και ήδη από το δήμαρχο του Δήμου Ωρωπού Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Τσουκαλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. συζύγου Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημητούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2742/1995, 104/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-5-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 και 522 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και απορριφθεί κατ' ουσίαν, προσβλητή με αναίρεση είναι μόνο η απόφαση του εφετείου και όχι του πρωτοδικείου η οποία ενσωματώθηκε σ' εκείνη, αν δε με την αναίρεση πλήττονται και οι δύο αποφάσεις, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς την πρωτόδικη (Ολ.Α.Π. 40/1996, Α.Π.1344/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 21/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 104/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αλλά και η τελευταία αυτή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού ναι μεν στην επικεφαλίδα της αιτήσεως αναιρέσεως δεν αναφέρεται και αυτή ως προσβαλλομένη, στο κείμενό της όμως περιέχονται αιτιάσεις και κατ' αυτής. Σύμφωνα δε με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Το άρθρο 94 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1 ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 2 ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών διατάξεων εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ.2 και 9 του οποίου, από τις 11-6-1985 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων μεταξύ άλλων και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αυτής αξίωση. Είναι δε η σύμβαση διοικητική αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση είτε βάσει ρητρών που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, ήτοι σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό. Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (Α.Ε.Δ. 3/1999, Ολ.Α.Π. 7/2001, Ολ.Α.Π. 8/2000, Α.Π. 1307/ 2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 1-10-1994 αγωγής της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι με σύμβαση που καταρτίστηκε εγγράφως την 1-12-1993 μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κοινότητας, εκπροσωπούμενης από τον πρόεδρό της, της οποίας (συμβάσεως) το πλήρες κείμενο ενσωματώθηκε στην αγωγή, η εναγομένη της ανέθεσε το έργο της ανορύξεως υδρευτικής γεωτρήσεως στη θέση "Ρίζωμα" της ανωτέρω κοινότητας με συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα 16.000.000 δραχμών και ότι, ενώ εκτέλεσε προσηκόντως το ανωτέρω έργο, η εναγομένη της κατέβαλε μέρος μόνο του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος, ήτοι 8.550.000 δραχμές και της οφείλει το υπόλοιπο ανερχόμενο σε 7.450.000 δραχμές. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 7.450.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο. Με βάση τ' ανωτέρω η υπό κρίση διαφορά υπαγόταν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και όχι σ' αυτήν των διοικητικών δικαστηρίων, αφού ούτε από τη μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση έργου, της οποίας το πλήρες κείμενο κατά τ' ανωτέρω παρατίθεται στην αγωγή, ούτε από το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει ούτε από ρήτρες σ' αυτήν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα κοινότητα, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, βρισκόταν, χάριν του σκοπού που επιδιώχθηκε με τη σύμβαση, σε υπερέχουσα θέση, η οποία δεν προσιδιάζει στον με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, έναντι της αντισυμβαλλομένης της αναιρεσιβλήτου (εργολάβου).
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.4 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, αφού παραθέτει τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι "εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση αυτή δεν εδέχθη την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ.323/1989 άρθρα 259 και 251 ενώ σύμφωνα με τις άνω διατάξεις ο πρόεδρος της κοινότητας χωρίς μελέτη και διενέργεια διαγωνισμού δεν ήτο δυνατόν να προβεί στην εκτέλεση της άνω συμβάσεως και μη αναγνωρίσασα η προσβαλλομένη την παράβαση των άνω διατάξεων έσφαλλεν και πρέπει να ακυρωθεί". Στη συνέχεια για τη θεμελίωση του ίδιου λόγου αναιρέσεως παραθέτει τα πλήρη κείμενα των άρθρων 250, 251, 158 και 159 π.δ.323/1989, απόσπασμα της από 22-5-2003 εφέσεώς της και μέρος των παραδοχών της προσβαλλομένης υπό τα στοιχεία VII. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού για τη θεμελίωσή του η αναιρεσείουσα παραθέτει μεν τις παραβιασθείσες κατ' αυτήν διατάξεις, δεν εκθέτει όμως σε ποιο νομικό σφάλμα (υπαγωγικό ή ερμηνευτικό) υπέπεσε η προσβαλλομένη απόφαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 41/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως. Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού αρχικά παραθέτει ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως και επικαλείται ότι οι κανόνες δικαίου που συνιστούν το νομικό έρεισμα της υποθέσεως είναι εκείνοι των άρθρων 250 παρ.3 και 251 παρ.1 π.δ. 323/1989. Στη συνέχεια παραθέτει αποσπάσματα των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και της κατά τ' ανωτέρω απαραδέκτως συμπροσβληθείσης αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Τέλος δε ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως για τους εξής λόγους: Ότι η παραδοχή της ότι δήθεν προβλέφθηκε δαπάνη ποσού 20.000.000 δραχμών για τη διενέργεια του ένδικου έργου και ότι δήθεν η Νομαρχία Αττικής έλαβε πλήρη γνώση του έργου και ότι δήθεν το ενέκρινε, είναι εσφαλμένη και το σφάλμα της αυτό προκύπτει από την κατάθεση του ίδιου του επιβλέποντος το έργο μηχανικού της νομαρχίας, αποσπάσματα της καταθέσεως του οποίου ενώπιον του εφετείου παρατίθενται στο αναιρετήριο. Ότι οπωσδήποτε η παραδοχή αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι εσφαλμένη και τούτο αποδεικνύεται από το ανωτέρω δημόσιο έγγραφο και ουδείς μπορεί να αμφιβάλει περί τούτου του ουσιώδους ισχυρισμού της. Ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι δήθεν υπήρξαν έκτακτα και απρόβλεπτα περιστατικά στην κρινόμενη υπόθεση και συγκεκριμένα "... η ανάγκη εξεύρεσης ύδατος για την επίτευξη αμέσου αποτελέσματος, διαφορετικά οι οικισμοί δεν θα είχαν νερό" είναι επίσης εσφαλμένη και τούτο αποδεικνύεται από τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αίτηση πραγματικά περιστατικά. Ότι έτσι η πληττόμενη απόφαση δεν διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 250 παρ.3 π.δ.323/1989 στο κρίσιμο και ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα αν στην κρινόμενη περίπτωση ο πρόεδρος της κοινότητας δικαιούνταν να κάνει απευθείας ανάθεση χωρίς διαγωνισμό κοινοτικού έργου αξίας ανώτερης του 1.500.000 δραχμών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., εμμέσως δε και του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-5-2006 αίτηση για αναίρεση της 21/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και της 104/ 2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ