Legislator Case Law & Legislation
172/2010 AI generated

172/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 172/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Μίσθωση έργου (κατασκευή οικοδομής) και επίβλεψη από δύο διαφορετικά πρόσωπα. Στατική ανεπάρκεια τμήματος έργου και ανάθεση συνεχίσεως κατασκευής του σε άλλο εργολάβο – επιβλέποντα μηχανικό. Συρρέουσα αξίωση από αδικοπραξία (με ενδοσυμβατική ευθύνη) για τις κατά παράβαση ΓΟΚ. Πλημμέλειες του κατασκευασθέντος τμήματος του έργου. Λόγοι αναιρέσεως από 559 αρ. 19 και αρ. 1 που εκτιμάται και αυτός ως λόγος του αρ. 19. Βάσιμοι. Αναιρεί. Παραπέμπει.

Legislator headnote

AI generated

172/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από κοινού καθόρισαν τη θέση της οικοδομής, επί του οικοπέδου και μάλιστα στο ψηλότερο μέρος τούτου, λόγω της υψομετρικής του διαφοράς (κατά πέντε μέτρα περίπου) σε σχέση με τον δρόμο, ώστε να έχει την καλύτερη δυνατή θέα και στη συνέχεια συνέταξε τη μελέτη και τα σχέδια της υπό ανέγερση οικοδομής, με βάση όσα είχαν συμφωνήσει.

Keywords

AI generated
construction policy readiness for construction architect clause property development building permit condition registration of construction lien
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 172 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Μίσθωση έργου (κατασκευή οικοδομής) και επίβλεψη από δύο διαφορετικά πρόσωπα. Στατική ανεπάρκεια τμήματος έργου και ανάθεση συνεχίσεως κατασκευής του σε άλλο εργολάβο – επιβλέποντα μηχανικό. Συρρέουσα αξίωση από αδικοπραξία (με ενδοσυμβατική ευθύνη) για τις κατά παράβαση ΓΟΚ. Πλημμέλειες του κατασκευασθέντος τμήματος του έργου. Λόγοι αναιρέσεως από 559 αρ. 19 και αρ. 1 που εκτιμάται και αυτός ως λόγος του αρ. 19. Βάσιμοι. Αναιρεί. Παραπέμπει.

Αριθμός 172/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούρα, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 του Κ, κατοίκου ... και 2. Ψ2 του Κ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καλαϊτζίδη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 58/2007 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 19 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δύο τελευταίοι λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του Α.Κ. συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών.

Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος. Περαιτέρω, η υπαίτια ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαίτια άλλον (Ολ.ΑΠ 967/1973).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 661/1984).

Στην υπόψη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998, στην ..., ο σύζυγος της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας),Ζ, ενεργώντας για λογαριασμό της, συμφώνησε προφορικά με τον πρώτο εναγόμενο (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) πολιτικό μηχανικό να προβεί στην έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση οικοδομής, στο ... , αποτελουμένης από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, επί οικοπέδου, εμβαδού 710 τ.μ., που ανήκε στην κυριότητα της ενάγουσας.

Από κοινού καθόρισαν τη θέση της οικοδομής, επί του οικοπέδου και μάλιστα στο ψηλότερο μέρος τούτου, λόγω της υψομετρικής του διαφοράς (κατά πέντε μέτρα περίπου) σε σχέση με τον δρόμο, ώστε να έχει την καλύτερη δυνατή θέα και στη συνέχεια συνέταξε τη μελέτη και τα σχέδια της υπό ανέγερση οικοδομής, με βάση όσα είχαν συμφωνήσει.

Έτσι, το Δεκέμβριο του ίδιου έτους εκδόθηκε η οικοδομική άδεια ... της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών .... Την κατασκευή, περαιτέρω, του οπλισμένου σκυροδέματος της οικοδομής (μπετά) ανέλαβε, με χωριστή συμφωνία με τον προαναφερόμενο, Ζ, ο δεύτερος εναγόμενος (εργολάβος), που είναι αδελφός του πρώτου εναγομένου.

Οι εκσκαφές και διαμόρφωση του χώρου, τέλος, έγιναν από τον Λ, στον οποίο ο ίδιος ανέθεσε και πάλι το σχετικά έργο. Δηλαδή, καθοριστικό ρόλο, τόσο στις διαπραγματεύσεις που έγιναν με τους προαναφερόμενους, όσο και στη συνέχεια, κατά την εκτέλεση του έργου, είχε ο σύζυγος της ενάγουσας, που ενεργούσε, βέβαια, πάντοτε για λογαριασμό της.

Κατά τη διάρκεια των εκσκαφών του οικοπέδου, που ξεκίνησαν 1-2 μήνες νωρίτερα από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ο σύζυγος της ενάγουσας και πάλι, επικαλούμενος την υφιστάμενη υψομετρική διαφορά του οικοπέδου και την δυσχερή για το λόγο αυτό πρόσβαση των αυτοκινήτων στην οικοδομή, ζήτησε, τη φορά αυτή, την μερική κατάργηση του προβλεπομένου από τα σχέδια και τη μελέτη υπογείου και τη δημιουργία χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων (γκαράζ).

Για να γίνει αυτό, όμως, θα έπρεπε ν' αλλάξει η θέση της οικοδομής (αφού θα έπρεπε αυτή να τοποθετηθεί πλέον σε επαφή με το δρόμο) και ο τρόπος θεμελίωσής της. Δηλαδή, θα έπρεπε να τροποποιηθεί η εγκριθείσα μελέτη και να γίνει στη συνέχεια, αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας. Επειδή, όμως, οι ενέργειες αυτές απαιτούσαν χρόνο, συμφωνήθηκε να προχωρήσουν οι εργασίες θεμελίωσης της οικοδομής στη νέα θέση, που αυτός επέλεξε, με την προοπτική κατασκευής χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων σε τμήμα του υπογείου και να υποβληθούν, στο μεταξύ χρονικό διάστημα, στην Πολεοδομία τα τροποποιητικά σχέδια της σχετικής μελέτης και να ζητηθεί η αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας.

Ο πρώτος εναγόμενος (πολιτικός μηχανικός) να σημειωθεί, τέλος, ότι δεν είχε κανένα λόγο να προβάλλει αντιρρήσεις, ούτε, ως προς τη μεταφορά της θέσης της οικοδομής, ούτε και ως προς την δημιουργία χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων σε τμήμα του υπογείου. Ενώ, λοιπόν, είχαν έτσι τα πράγματα, ξεκίνησαν από τον δεύτερο εναγόμενο (εργολάβο) οι εργασίες θεμελίωσης της οικοδομής στην νέα θέση, οι οποίες, όταν έφτασαν στο στάδιο επικαλύψεως του υπογείου, ο προαναφερόμενος Ζ αξίωσε παράνομα από τον πρώτο εναγόμενο η νέα μελέτη και αναθεώρηση της άδειας οικοδομής ν' αναφέρεται στην κατασκευή τριώροφης οικοδομής με υπόγειο (γκαράζ).

Δηλαδή, αξίωνε την προσθήκη ενός επιπλέον ορόφου, πράγμα το οποίο ήταν παράνομο, αφού κάτι τέτοιο ήταν αντίθετο με τις διατάξεις του Γ.Ο.Κ. στην πιο πάνω περιοχή, σε σχέση με το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των οικοδομών (7,5μ.). Όπως ήταν φυσικό, ο πρώτος εναγόμενος αντέδρασε αρνητικά αποκρούοντας την αξίωσή του και έκτοτε ο σύζυγος της ενάγουσας, ανεζήτησε τρόπους αποδέσμευσής του από την σύμβαση εργολαβίας.

Δηλαδή, προέβη σε προσχηματική καταγγελία στις αρμόδιες αρχές (Πολεοδομία-Αστυνομία), ζητώντας διακοπή των οικοδομικών εργασιών για δήθεν κακοτεχνίες, παρανομίες και ελαττώματα σε ένα έργο που ο ίδιος δεν άφησε να ολοκληρωθεί, ώστε να κριθούν οι τυχόν ελλείψεις του. Είναι αληθές, ότι η εξώδικη έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε στη συνέχεια η ενάγουσα, με επιμέλειά της (Τ.Ε.Ε./Τμήμα Ηπείρου), αναφέρει ότι η οικοδομή δεν είναι σύμφωνη με τα εγκεκριμένα σχέδια της οικοδομικής άδειας, ούτε ως προς την τοποθέτηση του κτιρίου στο οικόπεδο, ούτε ως προς τη μορφή του κτιρίου και ούτε ως προς τη διάταξη του φέροντος οργανισμού, αναφέροντας λεπτομερώς τις πλημμέλειες που διαπιστώθηκαν (από στατικής κυρίως πλευράς).

Επισημαίνεται, όμως, στην ίδια πραγματογνωμοσύνη, ότι το έργο είναι ημιτελές (δεν ήταν έτοιμη προς σκυροδέτηση ούτε η πρώτη πλάκα της οικοδομής) και ότι η υπάρχουσα κατασκευή πρέπει να κατεδαφιστεί ή να ενισχυθεί και οπλιστεί σωστά, εφόσον γίνει νέα στατική μελέτη.

Συνεπώς απαιτείτο αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας και ολοκλήρωση του έργου, όπως προαναφέρθηκε, έτσι ώστε να κριθούν, τυχόν, πλημμέλειες τούτου και υπαιτιότητα των εναγομένων, πολύ περισσότερο, δε, τυχόν αδικοπρακτική συμπεριφορά των τελευταίων. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν κατέστη δυνατόν εξαιτίας της παρεμβατικής συμπεριφοράς του συζύγου της ενάγουσας στην οικοδομική διαδικασία, όπως προαναφέρθηκε.

Ούτε, βέβαια, ο διενεργήσας την πραγματογνωμοσύνη πολιτικός μηχανικός, κατά τη σύνταξη αυτής, μπορούσε να είχε υπόψη του τα πιο πάνω περιστατικά που προηγήθηκαν. Κάτι τέτοιο, βέβαια, ο ίδιος Ζ το αρνείται στην κατάθεση που έδωσε στο πρωτόδικο δικαστήριο. Τον διαψεύδουν, όμως, οι σχετικές καταθέσεις που δόθηκαν σε προηγούμενο ποινικό δικαστήριο (Τριμελές Πλημ/κείο Θεσπρωτίας), τόσο από τον ίδιο Ζ, όσο και από τον διενεργήσαντα τις εκσκαφές στο οικόπεδο Λ.

Έτσι, ο μεν πρώτος, αναφέρει ότι την εντολή για γκαράζ (που δεν υπήρχε, βέβαια, στα σχέδια της αρχικής οικοδομικής άδειας) την έδωσε ο ίδιος στον πρώτο εναγόμενο, ο δε δεύτερος μάρτυρας αναφέρει ότι κατά τη διενέργεια της εκσκαφής του οικοπέδου ήταν παρών ο σύζυγος της ενάγουσας Ζ, ότι τον διόρθωνε συνεχώς σε σχέση με τη διαμόρφωση του χώρου του οικοπέδου, ότι άλλαζε συχνά τις εντολές που έδινε και έδειχνε, γενικά, ευμετάβλητη συμπεριφορά.

Να σημειωθεί, δε, ότι, με απόφαση του πιο πάνω ποινικού Δικαστηρίου (55/2004), απαλλάχτηκαν οι εναγόμενοι των σχετικών κατηγοριών, που τους απέδιδαν οι ενάγουσα και ο σύζυγός της, σε σχέση με αξιόποινη, δήθεν, συμπεριφορά των πρώτων, δηλαδή, ότι αυτοί προέβησαν σε παράβαση των κανόνων της οικοδομικής, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως (επειδή κατά τους ισχυρισμούς τους, στην εκδοθείσα άδεια αναγραφόταν το όνομα τόσο της ενάγουσας, όσο και του συζύγου της, αν και το οικόπεδο ανήκε στην κυριότητα της ενάγουσας) κ.λ.π.

Η άποψη αυτή, δηλαδή, ότι τα πραγματικά κίνητρα του συζύγου της ενάγουσας ήταν αυτά που προαναφέρθηκαν, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η μεταγενέστερη συμπεριφορά που επέδειξε αποκάλυψε τις προθέσεις του. Δηλαδή, κατέφυγε στη συνέχεια σε άλλο πολιτικό μηχανικό, στον οποίο ανέθεσε για λογαριασμό και πάλι της ενάγουσας συζύγου του το σχετικό έργο και ανήγειρε τριώροφη οικοδομή με υπόγειο καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας (499/1998) με αναθεώρηση (69/2000), οι οποίες αναφέρονται σε διώροφη και μόνο οικοδομή με υπόγειο.

Για το λόγο αυτό, συντάχθηκε από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών ... έκθεση αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής και υπολογισμού προστίμων, η οποία βεβαίωσε, μεταξύ άλλων και τις προαναφερόμενες οικοδομικές παραβάσεις. Με βάση, λοιπόν, τα πιο πάνω περιστατικά που έγιναν δεκτά, δεν προέκυψε αδικοπρακτική συμπεριφορά από μέρους των εναγομένων (ΑΚ 914) όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα (παράβαση κανόνων οικοδομικής κλπ).

Ενδεχόμενα να υπήρχε ενδοσυμβατικό πταίσμα των εναγομένων, προς διαπίστωση του οποίου, όμως, θα έπρεπε να υπήρχε σχετική βάση στην ένδικη αγωγή. Έσφαλε, επομένως, η εκκαλούμενη, η οποία έκρινε την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν επιδικάζοντας στην ενάγουσα, ακολούθως, κατά μερική αποδοχή αυτής, το ποσό των 47.985,75 € ως αποζημίωση.

Γι' αυτό πρέπει κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους της έφεσης, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 914 Α.Κ., καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το εάν το τμήμα του έργου που εκτελέσθηκε από το δεύτερο αναιρεσίβλητο με την επίβλεψη του πρώτου, δυνάμει των μεταξύ αυτών και της αναιρεσείουσας συμβάσεων, κατά το χρόνο λύσης των συμβάσεων αυτών με ανάθεση από την αναιρεσείουσα της συνεχίσεως του έργου σε άλλον μηχανικό - εργολάβο, είχε από υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων κατασκευαστικά ελαττώματα, λόγω παραβάσεως οικοδομικών διατάξεων (Γ.Ο.Κ.

κλπ) και δημιουργούσε αυτοτελή υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων, ανεξάρτητη από την ενδοσυμβατική ευθύνη τους, προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας από αδικοπραξία. Ειδικότερα: 1) Ενώ δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν συγκατατέθηκε στην παράνομη αξίωση του συζύγου της αναιρεσείουσας για αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας με προσθήκη τρίτου ορόφου και συνεκδοχικά επιθυμούσε τη σύννομη κατασκευή της οικοδομής, με τρόπο αντιφατικό στη συνέχεια δέχεται, σύμφωνα με τη μη αντικρουόμενη γνωμοδότηση του Τεχνικού Επιμελητηρίου (Τμήματος Ηπείρου) ότι η οικοδομή, μέχρι το τμήμα που εκτελέσθηκε από τους αναιρεσιβλήτους, δεν ήταν σύμφωνη με τα εγκεκριμένα σχέδια της οικοδομικής άδειας ως προς την τοποθέτηση του κτιρίου στο οικόπεδο, τη μορφή του και τη διάταξη του φέροντος οργανισμού και (κυρίως) έφερε πλημμέλειες από στατικής πλευράς, σε βαθμό αθεράπευτο χωρίς κατεδάφισή της ή ενίσχυση του φέροντος οργανισμού της με πρόσθετη κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα και μετά από νέα στατική μελέτη.

β) Δεν προκύπτει πώς κατέληξε στην παραδοχή ότι έπρεπε να ολοκληρωθεί το έργο από τους ίδιους τους αναιρεσιβλήτους, για να κριθούν τα από στατικής πλευράς ελαττώματά του μέχρι τη λύση των συμβάσεων εκτελεσθέντος τμήματος αυτού, τη στιγμή μάλιστα που το Εφετείο δέχεται σαφώς στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι τεχνικώς ήταν αναγκαία, για να συνεχισθεί με ασφάλεια η κατασκευή της οικοδομής, να επανορθωθούν τα αθεράπευτα ελαττώματα είτε με κατεδάφιση του κατασκευασθέντος τμήματος είτε με πρόσθετη κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα και μετά από νέα στατική μελέτη.

γ) Με ανεπαρκή αιτιολογία αποδίδεται στην αναιρεσείουσα η υπαιτιότητα για τη στατική ανεπάρκεια του κατασκευασθέντος από τους αναιρεσιβλήτους τμήματος της οικοδομής, αφού σε άλλη παραδοχή του Εφετείου γίνεται δεκτόν ότι οι αναφερόμενες παρεμβάσεις του συζύγου της αναιρεσείουσας αφορούσαν θέματα τοποθέτησης, προσανατολισμού και διαρρυθμίσεως της οικοδομής (με αξίωση προσθήκης τρίτου ορόφου), όχι όμως ζητήματα αναγόμενα στο τεχνικό μέρος και τη στατική επάρκεια της οικοδομής, ως προς τα οποία άλλωστε, όπως συνάγεται από άλλες παραδοχές του Εφετείου, ήταν υποχρεωμένοι οι αναιρεσίβλητοι σε κάθε περίπτωση να εφαρμόσουν τις ισχύουσες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού ως προς την ποσότητα και ποιότητα των απαιτουμένων υλικών και την ασφαλή τεχνική συναρμογή τους κατά την κατασκευή του φέροντος οργανισμού της διόροφης οικοδομής και να μην αδιαφορήσουν για ζημίες της αναιρεσείουσας, τις οποίες μπορούσαν να προλάβουν.

Επομένως είναι βάσιμοι οι δύο τελευταίοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμώνται, λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔικ), ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 του Κ.Πολ.Δικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 58/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ