Legislator Case Law & Legislation
172/2007 AI generated

172/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 172/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

172/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και τούτο γιατί οι προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και έτσι η τυχόν παραβίασή τους δεν στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559, ο οποίος αναφέρεται στην παραβίαση διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

Keywords

AI generated
euro banknotes issuance act of accession of Greece golden passport issuance of securities conversion rates for the ECU negotiable instrument
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 172 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 172/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1..... και 2. ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κων/νο Κυριαζή-Κηπουρό Του αναιρεσιβλήτου: ..... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαρσέλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/1998 προδικαστική 5/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 462/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 13-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ΄ ορθή εκτίμησή του, ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 (όχι και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα γιατί έκρινε την αγωγή, κατά παράβαση της ΚΠολΔ 216, ποσοτικά ορισμένη, ήτοι ως περιέχουσα πραγματικά γεγονότα επαρκή για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα, ενώ, κατά τους αναιρεσείοντες, έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη (αόριστη), σύμφωνα με τη σχετική ένστασή τους (περί αοριστίας) που πρόβαλαν πρωτοδίκως και επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου με λόγο εφέσεως, αναπτυχθέντα με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, αφού στην ένδικη αγωγή, που επανακρίθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημερομηνίες, ο τόπος και ο τρόπος παράδοσης στους αναιρεσείοντες των χρηματικών ποσών που αναφέρονται σ' αυτήν, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα (ως προς την επικαλούμενη ποσοτική αοριστία) στο λόγο αυτόν.

Ο τελευταίος είναι αβάσιμος, διότι, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης από τον 'Αρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες δεν πρόβαλαν λόγο εφέσεως παραπονούμενοι, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, για την απόρριψη, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένστασή τους περί ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, δηλαδή με προσδιορισμό, κατά τρόπο συγκεκριμένο, των περιστατικών που έπρεπε επί πλέον να εκτίθενται στην αγωγή, αναγκαίως κατά τον οικείο κανόνα, για να είναι ποσοτικά ορισμένη αυτή, αλλ' απλώς ανέφεραν στο εφετήριό τους, ότι κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής με τις προτάσεις τους πρόβαλαν την ένσταση αοριστίας της (αγωγής) και την αρνήθηκαν ως αόριστη, νόμω και ουσία αβάσιμη, χωρίς, μάλιστα, να εκθέσουν ποιό περιεχόμενο είχε η ένσταση αοριστίας που πρόβαλαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους.

Δεν είναι δε δικονομικά παραδεκτή, σύμφωνα με τα άρθρα 520, 522 και 527 ΚΠολΔ, η συμπλήρωση σχετικώς της έφεσης από τους αναιρεσείοντες με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις ή με το αναιρετήριο, και επομένως αλυσιτελώς εκθέτουν οι αναιρεσείοντες στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται, κατ΄ αυτούς, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή ποιά πραγματικά γεγονότα έπρεπε να περιέχονται στην αγωγή για να έχει αυτή την αναγκαία επάρκεια για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα (ΑΚ 914).

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 της ΚΠολΔ 559 είναι απαράδεκτος, μη στοιχειοθετούμενος από την αποδιδόμενη αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης γιατί δεν έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως την από την ΑΚ 937 πενταετή παραγραφή της επίδικης απαίτησης από αδικοπραξία. Οι τρίτος και τέταρτος, συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι, λόγοι αναιρέσεως, όπως εκτιμώνται, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, κατά τους αναιρεσείοντες, το Εφετείο, καίτοι έκανε δεκτή στην ουσία της την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, ερευνώντας την ουσία της υπόθεσης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, μόλα ταύτα απέρριψεν το αίτημα των αναιρεσειόντων να εξετάσουν το πρώτον μάρτυρες στην κατ΄ έφεση δίκη, με την αιτιολογία ότι αυτό είναι μη νόμιμο, σύμφωνα με το άρθρο 529 παρ.1 ΚΠολΔ, εν όψει του ότι η αγωγή ασκήθηκε και συζητήθηκε στον πρώτο βαθμό κατά την τακτική διαδικασία υπό το καθεστώς του ΚΠολΔ, πριν από την ισχύ του Ν.2915/2001, και μάλιστα εκδόθηκε η 93/1998 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και οι εκκαλούντες - αναιρεσείοντες δεν είχαν γνωστοποιήσει κανένα μάρτυρα στον πρώτο βαθμό και έτσι, κατά τους αναιρεσείοντες, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 528 και 529 ΚΠολΔ, όπως ισχύει το τελευταίο μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 16 του ν. 2915/2001, ενώ αν τις ερμήνευε και εφάρμοζε σωστά έπρεπε να κάνει δεκτό το εν λόγω αίτημά τους και να επιτρέψει σ' αυτούς να εξετάσουν τους μάρτυρές τους που εμφανίστηκαν στο Εφετείο, είναι απαράδεκτοι.

Και τούτο γιατί οι προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και έτσι η τυχόν παραβίασή τους δεν στοιχειοθετεί τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559, ο οποίος αναφέρεται στην παραβίαση διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αλλά που όμως δεν προτάθηκαν.

Εν προκειμένω το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Το έτος 1980 ο ενάγων, ο οποίος ζούσε στην Κροατία, επειδή ήθελε να προβεί σε χρηματική κατάθεση σε Ελληνική Τράπεζα, εξ αιτίας της πολεμικής έντασης και της άσχημης οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε τότε στη Γιουγκοσλαβία απευθύνθηκε στους εναγόμενους οι οποίοι κατοικούσαν τότε στη Γερμανία.

Αυτοί τον διαβεβαίωσαν για τα πλεονεκτήματα της κατάθεσης αυτής και ότι για καταθέσεις χρημάτων σε ελληνικές τράπεζες στη Γερμανία από αλλοδαπούς είναι απαραίτητη η συμμετοχή 'Ελληνα υπηκόου, ενώ στην πραγματικότητα οι Ελληνικές Τράπεζες δέχονταν καταθέσεις και από αλλοδαπούς. 'Ετσι ο ενάγων πείσθηκε στις ψευδείς βεβαιώσεις των εναγομένων και παρέδωσε σ' αυτούς το ποσό των 265.700 γερμανικών μάρκων, προκειμένου να τα καταθέσουν σε κοινό λογαριασμό στα ονόματα του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, πράγμα το οποίο και έπραξαν.

Η θέση του πρώτου εναγόμενου στον πιο πάνω λογαριασμό ως συνδικαιούχου ήταν εικονική καθόσον στην πραγματικότητα αυτός ανήκε στον ενάγοντα και για λογαριασμό μόνον αυτού κατατέθηκαν τα χρήματα. Το ποσό αυτό ο πρώτος εναγόμενος το κατέθεσε στη συνέχεια σε τρεις κοινούς λογαριασμούς στο όνομά του και στο όνομα του ενάγοντος.

Στους λογαριασμούς αυτούς, με συνδικαιούχους τους πιο πάνω αναφερόμενους, κατατέθηκε το άνω ποσό σταδιακά κατά τα έτη 1981-1985, χωρίς έκτοτε να παρουσιάζουν καμία κίνηση, εκτός από την προσθήκη σ' αυτούς των νομίμων τόκων. Μετά το 1985 οι εναγόμενοι εγκαταστάθηκαν στην Δράμα, ο δε πρώτος εναγόμενος, εικονικός δικαιούχος, μετέφερε, περαιτέρω, τα χρήματα σε τέσσερις κοινούς λογαριασμούς της κτηματικής Τράπεζας με στοιχεία ...., ...., ....

και ..... Ακολούθως, ενεργώντας αντίθετα προς την εντολή του ενάγοντος προέβη σταδιακά σε εκταμίευση από κεφάλαιο και τόκους ποσού 517.506 γερμανικών μάρκων, το οποίο και ιδιοποιήθηκε παράνομα, αν και ανήκε στην πραγματικότητα στον ενάγοντα και όφειλε, επομένως, σε εκτέλεση της εντολής του ενάγοντος, να αποδώσει αυτό στον τελευταίο.

Εν όψει, όμως, του ότι απέδωσε μόνον το ποσό των 55.961 γερμανικών μάρκων, απέμεινε υπόλοιπο 461.539 γερμανικών μάρκων που αντιστοιχούν σε 236.686 ευρώ. Από την αντιπαραβολή του περιεχομένου (ιστορικού) της ένδικης αγωγής αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας (ΑΚ 914, 297, 298, 926) και των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου συνάγεται ότι το δικαστήριο εκείνο δεν δέχθηκε πράγματα ουσιώδη που δεν προτάθηκαν από τον ενάγοντα, αφού οι αγωγικοί ισχυρισμοί, κατά τον ουσιώδη πυρήνα τους, περιλήφθηκαν, ως αποδειχθέντες, κατά τρόπο συνοπτικό και με επουσιώδεις διαφορές, στις άνω παραδοχές του Εφετείου, και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στον πέμπτο λόγο αναίρεσης (πρώτο μέρος) είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι με την 5/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι και τώρα αναιρεσίβλητοι οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 287.724 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ η αναιρεσιβαλλομένη, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσειόντων, μείωσε μόνο το άνω ποσό του κεφαλαίου από 287.724 ευρώ σε 236.686 ευρώ, ενώ επανέλαβε κατά τα λοιπά το διατακτικό της εκκαλουμένης και κατά το μέρος του περί τόκων και έτσι αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν το εν λόγω ποσό στον αναιρεσίβλητο, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Οι αναιρεσείοντες με τον αυτό πέμπτο, λόγο αναίρεσης μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 της ΚΠολΔ 559 και συγκεκριμένα γιατί στην περί τόκων διάταξή της επανέλαβε το σφάλμα της εκκαλουμένης, αφού ο ενάγων με την καταψηφιστική αγωγή του ζήτησε τόκους από της 28 Νοεμβρίου 1990 και όχι από τον ύστερο χρόνο της επίδοσης της αγωγής και επί πλέον ο περιορισμός πρωτοδίκως της αγωγής από καταψηφιστική σε αναγνωριστική συνεπάγεται το να μη γεννάται υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.

Η αιτίαση, όμως, αυτή των αναιρεσειόντων κατά της προσβαλλομένης με την έννοια, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι αόριστη, διότι αυτοί δεν αναφέρουν αν στην έφεσή τους περιέλαβαν και λόγο έφεσης κατά της περί τόκων διάταξης της εκκαλουμένης σύμφωνα με τις ΚΠολΔ 520, 522 και 527.

Ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος κατά μεν το πρώτο μέρος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετ΄ εκτίμηση των εκτιθέμενων στην προσβαλλομένη αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα), κατά δε το δεύτερο μέρος του ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν αν πρόβαλαν στο Εφετείο, με λόγο της έφεσής τους, σύμφωνα με τις ΚΠολΔ 520, 522 και 527, το κατ΄ αυτούς σφάλμα της εκκαλουμένης να δεχθεί ουσιώδη πράγματα ως αληθή, χωρίς γι' αυτά να έχει ταχθεί θέμα αποδείξεως με την προδικαστική απόφασή του, εν όψει και του ότι, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 522, το Εφετείο χωρίς λόγο έφεσης δεν είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν η εκκαλουμένη προσδιόρισε ορθά το θέμα της απόδειξης.

Οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, συναφείς και αλληλοσυμπληρούμενοι, από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559, είναι αόριστοι, αφού οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν στο αναιρετήριο, με σαφήνεια και πληρότητα, τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης καθώς και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και η αντιφατικότητά τους.

Κατά το μέρος τους δε που οι παραπάνω λόγοι πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτοι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2005 αίτηση των .... και ..... για αναίρεση της 462/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ