Legislator Case Law & Legislation
172/2006 AI generated

172/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 172/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, η από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 983 και 994 του ΑΚ συναγομένη αρχή ότι ο συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό, προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας στον χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικώς στο όνομα του ως κύριος το επίδικο ο κοινωνός που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή.

Legislator headnote

AI generated

172/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή εκτίμησή της, το εφετείο, το οποίο έκρινε ως απορριπτέα την ένδικη περί διανομής ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου μέρους, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15 Φεβρουαρίου 1968 πέθανε στα Λιμενάρια Θάσου Ν.

Keywords

AI generated
right to know one's parentage landfill permit legatee legacy of property of another parental custody proceedings curatorship for establishing paternity
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 172 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 172/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. συζύγου Θ. Κ., το γένος Γ. Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου (τέκνου) της αποβιωσάσης Δ. χήρας Γ. Α., 2)Μ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Γ. Α., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου(τέκνου) και της μητρός της Δ. χήρας Γ. Α., 3)Σ. συζύγου Σ. Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Δ. χήρας Γ. Α., 4)Α. Π. του Ν.,5)Β. Π. του Α.,6) Ε. συζύγου Β. Δ., το γένος Α. Π.,7)Μ. χήρας Ν. Α.,8)Λ. Α. του Ν., συζύγου Π. Σ. και 9)Α. Α. του Ν., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. χήρας Μ. Χ. και 2) Κ. Α. του Ν., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Βυτινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Απριλίου 1982 αγωγή των Α. Α., Ν. Α., Γ. Α., Β. Α. και Ά. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/1982 μη οριστική,78/1988 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 383/1997,492/1998 μη ορστικές,111/2002 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-9-2002 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 21 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 13555, 13360, 13353, 13357, 13358, 13359, 13361, 13356 και 13352/22.12.2004 συνθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καβάλας Κ. Γ., επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την στο τέλος αυτής περιλαμβανόμενη πράξη, με την οποία ορίστηκε ως ημέρα για συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, καθώς και κλήση για συζήτηση, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

1. Επειδή, η από τις διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 983 και 994 του ΑΚ συναγομένη αρχή ότι ο συγκοινωνός λογίζεται νεμόμενος το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφασή του να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από την μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό, προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας στον χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικώς στο όνομα του ως κύριος το επίδικο ο κοινωνός που προβάλλει την κτητική ή αποσβεστική παραγραφή.

Συνεπώς η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος από περισσότερα πρόσωπα προ του θανάτου του μεταβίβασε κατά νομή ακίνητό της της κυριότητας και νομής του, με άτυπη σύμβαση σε κάποιον από τους μέλλοντες κληρονόμους του, ο οποίος το νέμεται έκτοτε για δικό του λογαριασμό, δηλαδή σε χρόνο που δεν υπήρχε ακόμη κοινωνία των κληρονόμων αυτού επί των κληρονομιαίων αντικειμένων, η οποία αρχίζει να υπάρχει από τον θάνατο του κληρονομουμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή εκτίμησή της, το εφετείο, το οποίο έκρινε ως απορριπτέα την ένδικη περί διανομής ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου μέρους, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 15 Φεβρουαρίου 1968 πέθανε στα Λιμενάρια Θάσου Ν.

Καβάλας ο Ν. Α. του Ι., ο οποίος δεν άφησε διαθήκη. Αυτός κατέλιπε εγγύτερους συγγενείς του και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του Ι. (σύζυγο και πατέρα αντίστοιχα των δυο πρώτων εκ των αρχικώς εναγόντων, που πέθανε στις 30-10-1970, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από αυτούς), Γ., Β., Ά. συζ. Α. Π. (τρίτο, τέταρτο και πέμπτη, αντίστοιχα, των αρχικώς εναγόντων), Μ.

χήρα Μ. Χ., Κ. (τρίτη και τέταρτο των αρχικώς εναγομένων) και Σ. Ν. Α. (που ακολούθως πέθανε και κληρονομήθηκε από τους δυο πρώτους των αρχικώς εναγομένων). Αυτός ήταν κύριος, μεταξύ των άλλων, και ενός ακινήτου, δηλαδή ενός αγρού, εκτάσεως 11.307 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στη θέση "Κυριακάδικα της κτηματικής περιφέρειας Λιμεναρίων Θάσου Ν.

Καβάλας και έχει τα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση συγκεκριμένως αναφερόμενα σύνορα. Το ακίνητο αυτό αποτελεί το επίδικο. Αυτός το έτος 1947 προέβη σε άτυπη διανομή ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας του προς τα ως άνω τέκνα του, μέχρι δε του θανάτου του διέμενε με τον εναγόμενο γιο του στην οικία αυτού στο ως άνω χωριό.

Με την άτυπη αυτή μεταβίβαση κάθε τέκνο του παρέλαβε τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη ακίνητα. Ειδικότερα δε η Μ. θυγ. Ν. Α., συζ. Μ. Χ., πήρε ένα οικόπεδο, ένα κτήμα με είκοσι ελαιόδενδρα και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, ο δε Κ. Ν. Α. το άλλο 1/2 του επιδίκου. Μάλιστα, αυτός για την προαναφερόμενη άτυπη διανομή, συνέταξε αργότερα το με χρονολογία 14-11-1953 "πρακτικό", το οποίο και φέρει τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του.

Το πρακτικό αυτό τηρήθηκε από τα τέκνα του. Έκτοτε, δηλαδή από την κατά το έτος 1947 άτυπη μεταβίβαση στους δυο τελευταίους των εναγομένων του επίδικου ακινήτου, κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, αυτοί (εναγόμενοι) ενέμοντο τούτο με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αγωγής, δηλαδή επί χρόνο που υπερβαίνει την εικοσαετία, ασκώντας επ' αυτού όλες τις πράξεις νομής και κατοχής, που αρμόζουν στη φύση και στον προορισμό του, και συγκεκριμένα περίφραξη, με ξύλινους πασσάλους και αγκαθωτό σύρμα, καλλιέργεια με κριθάρι, επιτήρηση, καθαρισμός από θάμνους (σχοίνα) και πέτρες, διαμόρφωση εδάφους κλπ.

Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του διανεμητέου ως άνω ακινήτου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και έτσι έκρινε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη περί διανομής αγωγή, απορρίπτοντας ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει όμοια.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982 και 994 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφήρμοσε, ούτε τη διάταξη του άρθρου 1891 ΑΚ, περί νέμησης ανιόντος, που δεν εφάρμοσε και η οποία δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής. Επίσης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως ανωτέρω διατάξεων και τη μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχομένου εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό.

Επίσης ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε κρίσιμες φράσεις ή περικοπές του κειμένου, που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό πόρισμα. Για να είναι όμως ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρεται, εκτός των άλλων, κατά λέξη το περιεχόμενο του εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση από τον Άρειο Πάγο του τυχόν διαγνωστικού σφάλματος.

Τέλος, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε περί του αποδεικτέου θέματος.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 14.11.1953 εγγράφου με το οποίο ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων διένειμε την περιουσία του, με το να δεχθεί ότι το έγγραφο αυτό περιέχει άτυπη μεταβίβαση και όχι νέμηση ανιόντος.

Όμως στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται κατά λέξη το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Σε κάθε όμως περίπτωση ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του αναφορικά με την εν λόγω άτυπη μεταβίβαση όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το παραπάνω έγγραφο, αλλά από τη συνεκτίμηση αυτού με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Σεπτεμβρίου 2002 αίτηση των Ε. συζ. Θ. Κ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθ. 111/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό στην Αθήνα στις 1 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ